ΠΑΝΟΣ Δ. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ
Το καράβι μάς έφερνε στα γαλάζια ονειρεμένα νερά, στον παλιό ουρανό, τον αγαπημένο. Με το σκάσιμο του αυγερινού είχαμε πιάσει τον Κάβο Ντόρο και τώρα τραβούσαμε για το Μακρόνησο. Σίγουρα θα πιάναμε σκάλα πριν το μεσημέρι.
Αυτό ήτανε πολύ ευχάριστο. Θα βλέπαμε μιαν ώρα αρχύτερα τον τόπο μας, τον πάντα τρισπόθητο και λατρεμένο με όσα ταξίδια κι αν κάναμε σε στεριά και σε θάλασσα. Η λαχτάρα δυνάμωνε την απαντοχή τόσους μήνες. Μας γλυκονανούριζε μ’ αυτό το χρυσόνειρο.
- Ας πιάσουμε σκάλα μια φορά, είχε πει ο λοχίας Σκαρλής, ο φίλος μου, ας φιλήσω το χώμα της Αθήνας κι ας με κρεμάσουνε ύστερα.
Ήτανε ο πόθος που κρατούσε όλους, το δυνατό κρασί που μας μέθαγε. Άστραφτε στα μάτια. Ο Στρατηγός που ’φερνε βόλτες στη γέφυρα κοιτούσε με τα κυανοκιάλια πέρα, οι φαντάροι που γυρίζανε με άδεια ή για πάντα στα σπίτια τους αναρωτιόντουσαν πότε Θα φτάσει το καράβι. Θαρρούσανε πως είχε κόψει το δρόμο του. Και κάτου στο πλωριό αμπάρι, ξαγριεμένοι από την κακονύχτια και την κακοπέραση, ορθώνανε τα τρεμάμενα κορμιά τους μερικοί κατάδικοι στρατιώτες, που ζητούσανε με κάθε τρόπο να δούνε λίγο ουρανό και θάλασσα γνώριμη.
Το βαπόρι έκοβε δρόμο καλό. Δώδεκα μίλια την ώρα. Ποστάλε άλλοτε, είχε από το κουβέρνο επιταχτεί για τις στρατιωτικές ανάγκες. Έκανε κάθε βδομάδα κι ένα ταξίδι, πήγαινε έλα, Ραιδεστό Πειραιά. Κι έπαιρνε την ανθρώπινη αθλιότητα και τήνε ταξίδευε πότε σ’ ένα όνειρο γυρισμού και πότε σε μια λαχτάρα να μην κρατήσει για πολύ ο μακρεμός απ’ τα σπίτια.
Τώρα γυρίζαμε πάλι για να ξαναφύγουμε αργότερα αν μας το ’γραφε η Μοίρα. Οι περισσότεροι ξέραμε τη μισή υδρόγειο κι απ’ το νησάκι το πρόσχαρο, κι από τη ραχούλα του βουνού την ολόδροση, είχαμε πεταχτεί ξαγριεμένοι πολέμαρχοι στην Τουρκιά και στη Βουλγαρία, στην Ανατολή και στη Ρωσία και δεν ξέρω ακόμα πού. Όσοι απομένανε γυρίζανε. Άλλος με λίγη άδεια, ο γερο-Έφεδρος με μιαν απόλυση ως πατέρας «τεσσάρων τέκνων», το χτεσινό παιδί του μ’ ένα γερό πλευρίτωμα.
Όλοι σκεδόν είμαστε απόμαχοι. Δέκα χρόνια εκστρατείες και πόλεμοι μας είχανε τσακίσει. Απόμαχος ήτανε κι ο Στρατηγός που ’φερνε βόλτες στη γέφυρα. Μα κείνος, όσο να ’ναι, κάτι έφερνε γυρίζοντας, ενώ εμείς..
Από βραδύς είχαμε κιαλάρει την ξανθιά Ρωσίδα, με τα καταγάλανα μάτια, την ανάγλυφη κορμοστασιά, που ταξίδευε μαζί του. Ανήσυχη, έφερνε το βαπόρι άνω κάτου, κρατώντας στα χέρια της ένα μικρό κατσαρό σκυλάκι, που όλο γαύγιζε. Ο Σκαρλής δε χόρταινε να τήνε βλέπει. Αισταντικιά ψυχή. Και μου πιπιλούσε ο φίλος το μυαλό για τη δροσιά της:
Στον ίσκιο τέτοιας ήθελα μηλιάς
να πάω να γείρω. Και τ’ αχείλι μου
τη γλύκα του καρπού της να γευτεί.
Μα ο καρπός δεν ήτανε για τα δόντια του φίλου μου του Σκαρλή, κι ας ήτανε πιο γερά από του γέρο-Καπετάνιου. Τέτοια λάφυρα πολέμου δεν αρμόζανε σ’ εμάς τους μικρούς και τους τιποτένιους.
Είμαστε τόσο κουρασμένοι που θα θέλαμε κάπου να γείρουμε για πάντα. Ο Σκαρλής λαχταρούσε τον κόρφο της Ρώσας. Ο γερο-έφεδρος ένα κομμάτι λεύτερης γης. Και μόνο πέρα, στο πρυμνό αμπάρι, άλλοι κατάδικοι, ξένοι στον ουρανό και στο περίγυρο, - κάτι τσέτες επιζωίτες που τους πηγαίνανε στην Ακροναυπλία, - δε λαχταρούσανε θαρρείς τίποτε και πότε μασουλάγανε ιερό ψωμί και πότε χορεύανε ζεμπέκικο παίζοντας οι γύρω παλαμάκια.
Το βράδυ, αργά τα μεσάνυχτα, είχε ζυγώσει ο Σκαρλής τη Ρωσίδα που έφερνε βόλτες στην κουβέρτα, κοιτώντας πέρα το πέλαγο ασημωμένο απ’ το φεγγάρι. Κάθισε λίγο μαζί της, του μίλησε και της μίλησε για τον τόπο της που τον ήξερε από την εκστρατεία, της είπε κάνα δυο ρούσικα και δε δείλιασε ο φίλος να της πει ξάστερα πως τ’ αρέσει και την αγαπάει. Το «Σ’ αγαπώ» της τόπε ρούσικα γιατί αυτό το σκανταλιάρικο ρήμα το ’ξερε σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου.
Η πολιτισμένη γυναίκα έσκασε στα γέλια και χωρίς να βάλει τις φωνές, τον άφησε γιατί όχι; να της φιλήσει θερμά τα δάχτυλα.
Ο Σκαρλής την έβλεπε τώρα στη γέφυρα με τα Στρατηγό της. Πότε πότε γυρνούσε και του χαμογέλαγε.
- Πέρασε όπως περάσεις, του σφύριξα στ’ αυτί. Σε λίγο πάει το πουλί, Σκαρλή, πέταξε!..
- Δε βαριέσαι! Κι αν πάει, καλό ταξίδι! Γι’ αυτό θα σκάσουμε τώρα...Μωρέ, Αττική, μύρισε! Το νιώθεις; Αττική!
Ο Στρατηγός σίγουρα θα την είχε αγναντέψει τη Γόησσα με τα κιάλια του. Εμείς κοιτούσαμε τις Φλέβες να ξεχωρίζουνε σαν τα θρυλικά πετροκάραβα στο έμπα της Βουλιαγμένης.
- Άντε, παλικάρια μου! Όρτσα, καπετάνιε, λίγο! Η λαχτάρα μάς άναβε το κορμί. Χορεύαμε χίλιω-λογιώνε χορούς απ’ την αγωνία. Άλλοι τραγουδούσανε, άλλοι μαζεύανε τα πράγματά τους πριν της ώρας, κι οι περισσότεροι ξεφωνίζαμε σαν τρελοί.
Στο στρίψιμο από τις Φλέβες, αγναντέψαμε το Λυκαβηττό, και μετά την Αίγινα, τα Φάληρα και τη γλυκιά ερωμένη, την παντοτινή, λουσμένη σε χίλια ροδοχρώματα.
Γεννήτρα γη, κυματιστά σ’ εσένα είν’ όλα, Ελλάδα ...
Κι ύστερα το τραγούδι απλώθηκε στο φως, αδρό, γεμάτο λεβεντοσύνη και νιάτα, και το ’παμε μαζί αδερφωμένοι, όσοι γυρίζαμε στ’ άγια χώματα.
Πριν δέσει κάβο το βαπόρι, ο Στρατηγός, η Ρώσα και το σκυλάκι φύγανε με μιαν ατμάκατο, γεμάτη ανθοδέσμες και λουλούδια...
«Έλση» Ιούνιος 1922