ΠΑΝΟΣ Δ. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΑ ΚΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ
Η ταβέρνα του Μεγαρίτη στα Πετράλωνα ήτανε το καθεβραδινό «στέκι» της παρέας του Στεφίκου. Εκεί τον περιμένανε όταν σκολούσανε από το Γκάζι τα παιδιά, να κατεβεί από τον Ασύρματο, να πιούνε μαζί τα ποτήρια τους και να τους διηγηθεί τα «διατρέξαντα της νυκτός» και ό,τι άλλο νεότερο υπήρχε.
Ο Στεφίκος ήτανε ο αρχηγός της παρέας. Ένα είδος κομματάρχη, να πούμε, από τους έξυπνους εκείνους τύπους που μόνο στα κάτω, στα λαϊκά στρώματα, βρίσκει κανείς. Το επάγγελμά του το είχε πάρει στα «σέρια», σοβαρά, κι ενώ δεν ήτανε παρά ένας απλούστατος αυτοσχέδιος δασοφύλακας που δεν είχε βγει από καμιάν ανώτερη σχολή, που αγνοούσε κι αυτά τα στοιχεία της τέχνης του, ωστόσο στην παρέα ποζάριζε το λιγότερο για δασάρχης, αν όχι και για Υπουργός της Γεωργίας ακόμη. Τι; Ποιος επιστήμονας, παρακαλώ, ήξερε σαν κι αυτόνε πότε ξεμυτίζει από την πατάτα το σπερδούκλι και ποιαν εποχή το Κάστρο είναι χαρά Θεού από τ’ ανθισμένα ασφοδείλια.
Το Κάστρο ήτανε για το Στεφίκο το ανάκτορό του, το σπίτι του. Αγρυπνούσε κάτω από τ’ άστρα του, γυρνούσε στις ρεματιές του, και στους βράχους χτυπούσε την «κερασέα» μαγκούρα του. Στον Ασύρματο είχε στήσει το θρόνο του κι από κει αγνάντευε τι γινότανε γύρω του, στον Αϊ-Δημήτρη το Λομπαρδιάρη, στο μνημείο του Φιλοπάππου, στις σπηλιές του λόφου, στην Ακρόπολη, πέρα στο Θησείο κι όπου έκοβε το μάτι του. Φορούσε πηλήκιο με στέμμα και στο δεξί του μανίκι γαλάζια πλατιά κορδέλα με το σήμα της υπηρεσίας του. Δασοφύλακας, σου λέει άλλος. Πώς; Αλλά και αστυνόμος του Κάστρου και αρχαιολόγος και προστάτης Θεός των ερωτευμένων που ερχόντουσαν να κρύψουνε τον έρωτά τους μακριά από τα περίεργα βλέμματα, στις σπηλιές και στου φυτώριου τα πεύκα.
Η παρέα χωρίς το Στεφίκο δεν άξιζε τίποτα. Παιδιά εργατικά οι περισσότεροι, δεν είχανε να διηγηθούνε άλλο από τα βάσανα της δουλειάς, από τις μιζέριες της καθημερινής ζωής. Το κρασί μετά βίας πήγαινε κάτω. Μα όταν ερχότανε ο Αρχηγός, η παρέα ζωντάνευε, έσπαγε κέφι και το κρασί χυνότανε ποταμός. Αληθινά ποταμός. Γιατί ο Στεφίκος, από ιδιοτροπία πες ή από βαθύτερη γνώση πως εκείνο που έπινε ήτανε περισσότερο νερό από κρασί, είχε βαφτίσει τα βαρέλια του Μεγαρίτη με ονόματα ποταμών, που ποιος ξέρει ο διάβολος πώς τα ’χε μαθημένα.
- Φέρε μας μισή από το Δούναβη, πρόσταζε.
Και άνοιγε η κάνουλα και ο Δούναβης έτρεχε.
Σε κάθε βαρέλι έβλεπες γραμμένο με κιμωλία και το όνομα ενός ποταμού. Ο Δούναβης, ο Βόλγας, ο Αμαζόνιος, ο Αξιός, ο Έβρος, ο Αλφειός, ο Σηκουάνας, ο Ρήνος, ο Τάμεσης, ανακατωμένος ο ερχόμενος, αφρίζανε και βροντούσανε και πηγαίνανε να σκάσουνε από ασφυξία μέσα στα κρασοβάρελα του Μεγαρίτη. Και ήτανε διασκέδαση για όλους, όταν ο Στεφίκος, τσακιρωμένος, πείραζε τον αγαθό ταβερνιάρη:
- Αμ ρίξε, καημένε Νικόλα, και λίγο κρασί στο ποτάμι! Δε θολώνουνε τα νερά του, καημένε! Καζάντισες πια. Νισάφι!...
Είπαμε πως ο Στεφίκος έδινε στην παρέα του αναφορά για ό,τι γινότανε στο Κάστρο. Δεν έκρυβε λόγια από τους δικούς του και γι’ αυτό τα παιδιά τον αγαπούσανε. Ξέρανε από το στόμα του πως είχε συλληφθεί ο Μαντάς ο σωματέμπορας με τη μικρούλα τη Σμυρνιά, τη Στάσα, ανάμεσα στ’ αγκαθωτά αθάνατα του Κάστρου, πως βρήκανε τον άλλονε που είχε αυτοκτονήσει, με μία και τριάντα πέντε στην τσέπη και πως έστηνε μπλόκο στους χασικλήδες κάθε τόσο, μονάχος αυτός!
- Ναι, ρε Κώτσο, έλεγε στην ολομέλεια προσφωνώντας πάντα έναν απ’ αυτούς. Τους μπλόκαρα προψές το βράδυ, στη μεγάλη σπηλιά, στο Κέντρο. Ξέρεις, σ’ εκείνη τη δίπορτη! Έ! ρε Θεέ μου! Φουμαίρνανε αράδα μαύρο και μπανίζανε πέρα στο Φάληρο, τη θάλασσα. Ήτανε μαστουρωμένοι, ως φαίνεται, και δε με πήρανε πρέφα. Έκανα πραφ! μπήκα μέσα και τους σκόρπησα τους λουλάδες. Άνεμος και χαθήκανε, λέει! Πως!
- Στρίψε την τσίβα σου, βλάμη, είπε ο Κώτσος στο Στεφίκο άμα τέλειωσε. Σ’ αξίζει, ντερβίση μου.
Ο Στεφίκος έστριψε περήφανα το μουστάκι του.
- Φέρε μισή από το Βόλγα, πρόσταξε ο Μήτσος, άλλο παιδί της παρέας. Και λέγε, αηδόνι μας.
Ο Στεφίκος άλλο που δεν ήθελε.
—Ναι, ρε Μητσάκο, που λες. Καθόμουνα κοντά στο σταθμό και φύλαγα τσίλιες. Είχε και δεν είχε νυχτώσει. Σουρούπωνε. Ξάφνου βλέπω μέσ’ απ’ τ’ αθάνατα, κάτου άπονα πευκάκι, ένα ζευγάρι και γλυκοσάλιαζε. Με πιάσανε σύγκρυα, Μήτσο μου.
Λυτή, μια νταρντάνα, μανούλα μου. Κι ο βλάμης παιδί του γαλάτου που λένε, μουστάκι καθόλου, κι από Έρωτα: μπουμπούκι που δεν έσκασε φύλλα. Ε! ρε ψυχή μου! Πώς φτερούγιζες, άραχλη! Είπα μια, είπα δυο, να κάνω πραφ και να πέσω μες τα ούλα κι όποιον πάρει η μπάλα ή καρύδι, μα σου λένε, στάσου η θέση σου. Έκοψα ρόδα μυρωμένα και το παιδί ας δερνότανε. Είπα.
- Ωστόσο, πρόστεσε ο Κώτσος, αυτός που έβγαζε σαν Κάλχας τα συμπεράσματα σε κάθε διήγηση του Στεφίκου, δε φέρθηκες καλά αυτή τη βολά.
- Γιατί, πάει να πει; ρώτησε ο Στεφίκος.
- Έπρεπε να δώσεις «χείρα βοηθείας» στο παιδί, αμάθητο καθώς ήταν. Νομίζω!
Οι άλλοι της παρέας γελάσανε πλατιά. Και φέρε μισή από τον Έβρο, φώναξε κάποιος.
Μ’ όλα τούτα η βασιλεία του Στεφίκου δεν κράτησε πολύ. Η προστάτισσά του, η Αγια-Μαρίνα, που κάτω από τη σκεπή της, στη γειτονιά της, είχε δει το φως, απόσυρε την προστασία της κι έτσι ο βασιλιάς του Κάστρου βρέθηκε κάποιο πρωινό βαριά λαβωμένος εκεί κοντά στου Λομπαρδιάρη τον ανηφορικό δρομάκο. Τον είχανε χτυπήσει χασισοπότες από βραδίς γιατί κάθε τόσο τους χαλούσε τη φωλιά, και του κρατούσαν αμάχη. Και όταν άρχισαν το Γενάρη ν’ ανθίζουν τ’ ασφοδείλια και να ’ναι χαρά Θεού ανθισμένο το Κάστρο, ο Στεφίκος ο δασοφύλακας δεν αντίκριζε αυτή τη μεγάλη γιορτή.
Σιγά σιγά η παρέα σκόρπισε από την ταβέρνα του Μεγαρίτη και τα ονόματα των ποταμών σβηστήκανε από τα μεγάλα κρασοβάρελα, γυρίζοντας τώρα στην αφρισμένη τους κοίτη.