ΠΑΝΟΣ Δ. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΑΝΤΑΜΗΛΙΚΙ

 

Δε λέω, ήτανε σουρωμένος ο Φίντας όταν άδειασε τον καφενέ του Τζανή, τα ’χε κοπανίσει στα γεμάτα, που λένε, μα έτσι πάλι να τα βάνει μ’ έναν ολάκερο κόσμο, δεν το χώραγε ο νους του ανθρώπου, και να το ’χε ιδωμένο.

Φίντας δεν ήτανε τ’ όνομά του. Έτσι τόνε λέγαμε για­τί άμα πηγαίναμε για πουλιά, αυτός τραβούσε τη φ ί ν τα, - το γυμνασμένα φλώρι, που παιγνίδιζε ψηλά στο φιντόξυλο, το βλέπανε τα περάσματα και πέφτανε μέσα στα δί­χτυα. Μα και με το παρατσούκλι του και με τ’ όνομά του τ’ αληθινό, ήτανε άντρας κι από τους λίγους αντάμης.

Δούλευε σε κάρο και κουβαλούσε χοντρή άμμο απ’ το ρέμα. Κι όταν πισωκώλωνε τ’ άλογο και δεν τα ’βγαζε πέ­ρα στην ανηφοριά, αυτός ξέζευε και φορτωμένο το κάρο, τ’ άρπαζε από τα παρμάκια στα χέρια, έβαζε τ’ άλογο μπροστά και «α-α-άπ!», έβγαζε το κάρο στο δρόμο. Αυτό δα το ξέραμε όλοι:

- Χαρά στα χέρια του άντρα. Μωρέ αυτός και κουρασάνι θα σου ’φερνε βόλτα!...

Μα εξόν από τέτοια δύναμη που είχε σε δυο μπράτσα μαντέμι, είχε κι άλλα πολλά που να δείχνουνε την παλικαροσύνη και την καρδιά του.

Κάποτε λογόφερε με κάποιο φίλο γκαρδιακό, της παρέας, και πικράθηκε τόσο, που για να μη τόνε χτυπήσει στο θυμό του απάνω, έβγαλε το μαχαίρι απ’ τη θήκη κι έκοψε τον αριστερό δείχτη του δικού του χεριού.

- Το κόβω, είπε, το ρημάδι, γυρνώντας σ’ εμάς. Το κόβω το άχρηστο πράμα παρά να χτυπήσω σ’ ένα βλάμη.

Του φίλησε ο άλλος το ματωμένο του χέρι και τόνε πήρε το κλάμα

Μα κείνο το βράδυ, ο Φίντας ήτανε στα γεμάτα πιω­μένος, έξυνε τα νύχια του και το πήγαινε «φιρί φιρί» για καυγά.

Με κάποιονε πάλι θα ’χε πειραχτεί, λογαριάζω, και του φταίγανε όλοι.

Έπεσε ζαλισμένος σε μια καρέκλα κοντά μας. Έγειρε το κορμί του μια ζερβά, μια δεξιά, μπρος και πίσω, σαν τη σημαδούρα που τήνε δέρνει το κύμα και χτυπώντας με τη γροθιά το τραπέζι, φώναξε δυνατά να τ’ ακούσουνε όλοι:

—Ν’ αδειάσει ο καφενές από τις βρόμες! Οι κου­φάλες να παίρνουνε πόδι!.. .

Ούτε άχνα κανένας!

Εμείς για να μη του δώσουμε αβάντα και πλάτες, (αφού τον παρακαλέσαμε σα Χριστοί σταυρωμένοι, του εί­παμε και του ξανάπαμε πως δεν είναι σωστό αυτό που ζη­τάει) τον αφήσαμε μονάχο, μήπως κι άλλαζε γνώμη.

Ξέρεις, σ’ αυτές τις στιγμές, τυχαίνει να κάνεις κάτι επειδή έλαχε να σου φύγει ένας λόγος και δεν πάει να φα­νείς μικρός μπρος στους άλλους.

Μα ο Φίντας, χωρίς να δώσει ούτε, σημασία στο πρά­μα, έβγαλε μια διμούτσουνη μανιάτικη κουμπούρα που εί­χε (κάθε κάνα γεμάτη από μπαρούτι και μολύβι, και πάλι μπαρούτι και μολύβι, δυο φορές κάθε μπούκα) σήκωσε τα κοκόρια, έβαλε τα καψούλια εντάξει, στη θέση, την ακούμ­πησε καταμεσής στο τραπέζι, κι άρχισε, σα να ’παιζε το σιδεράκι λοταρίας στη βόλτα, να φέρνει με το δάχτυλο την τρομάρα ένα γύρο: Κι όποιον πάρει ο πάρει ο Χάρος!

Άνεμος να ’μπαινε και να τ’ αναποδογύριζε όλα, σεισμός να ’σκαζε ή να ’πιανε ξαφνικά πυρκαγιά, δε θα άδειαζε ο καφενές του Τζανή έτσι σε μια στιγμή, άψε σβήσε!

Φερθήκανε φρόνιμα τα παιδιά, ούτε λόγος, μα πως το λεγε κι η καρδιά του μακαντάση, του Φίντα, ούτε λόγος και σ’ αυτό, - για να ξέρεις!

Και σουρωμένος ακόμα θα το ’κανε το στραβό πανηγύρι, άπαξ κι είχε δηλωμένα την πράξη.

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ