Πέντεαπό «Τα τετράστιχα της τρελής ανέμης»του Τάκη Μενδράκου
(1927- ) |
|
|
|
Αλήθεια! Πώς αντέχουνε τ΄
αγάλματα σε τόση αγρύπνια! Πώς δέχτηκαν τέτοια παράταση ζωής; |
|
|
|
Ρυάκι φλύαρο και ανώνυμο, ζήλευες πάντα το πλατύ κι
επώνυμο ποτάμι. Συκοφαντούσες τη ροή και
τη σιωπή του, γι΄ αυτό και στέρεψες το
πρώτο καλοκαίρι. |
|
|
|
Ανέμη, που δεν όρισες ποτέ πότε και πώς θα κάνεις τις
στροφές σου, πάρε κι εμένα στον τρελό κι ανέμελο χορό
σου. |
|
|
|
Κόντρα στο φως και το ηλιοβασίλεμα να γέρνει. Αν άπλωνες τα χέρια σου, ίσως να το κρατούσες λίγο
ακόμα... |
|
|
|
Τώρα κανένας δεν με περιμένει
πια, κανείς, εκτός απ΄ τις σκιές που έφυγαν πρώτες. |
|
|
|
Από «Τα τετράστιχα της τρελής ανέμης», Άγρα 2006. |