Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ποιοι βάρβαροι σου στέρησαν, παιδί μου, τα παιχνίδια
και τη χαρά των δέκα σου μαρτυρικών ετών;
Με ποιο παράπονο έσπασαν τα δυο λεπτά σου φρύδια
και σκίασε το στερέωμα των δυο σου μπλε ματιών;
Έξω, γελάει η άνοιξη, μα όχι για σε μικρό μου,
και σαν μπουκέτα οι σπάταλες φωνούλες των παιδιών,
συ στ’ αργαστήρι είσαι κλειστό, ποιος ξέρει με ποιου νόμου
την προσταγή, και κρίνο ανθείς των μαύρων σκοταδιών.
Αυγή ξυπνάς, όταν γλυκά σου γνέφει στ’ όνειρό σου
ένα παιγνίδι που σε μια βιτρίνα το θωρείς,
μα πριν τ’ αγγίσεις και χαρείς, ακούς το αφεντικό σου
να σε φωνάζει με τραχιά φωνή να σηκωθείς.
Κάποτε από το γύφτικο σαν κλέφτης λίγο βγαίνεις,
—Θεέ μου πόσο είναι γαλανός εφέτος ο ουρανός —
και με μια ανάσα τ’ άρρωστα πλεμόνια σου ξεπλένεις
στο δρόμο, δίχως να σε ιδούν τα μάτια κανενός.
Κάπου σου φεύγει αόριστο τραγούδι. απ’ το λαρύγγι,
τραγούδι που δε σου’ μαθαν εσένα στο σχολειό,
κάποιος σκοπός που τ’ άχρωμα χειλάκια σου ξεσφίγγει,
στο πεζοδρόμιο που άκουσες και στο κρασοπουλειό.
Όλα τριγύρω σου αίνιγμα, και συ όλο απορία
ανοίγεις τα μπλε μάτια σου τ’ αθώα εκπληκτικά
στ’ αμάξια, στους διαλαλητές, και στην ωραία κυρία,
που πέρασε μ’ ένα παιδί στο μπράτσο της σφιχτά…
Φαιδρός γυρίζεις και σχεδόν καινούργιος σε δυνάμεις,
τα πύρινά σου σύνεργα προσμένουν στο καμίνι,
μα είσαι έτσι αγνό, που το σκληρό τοπίο ετούτο κάμεις
να το πραΰνει η όψη σου σαν τρυφερή σελήνη.
ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ – ΠΑΠΠΑ
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα, στο φύλλο της 2.4.1938. Εκσυγχρόνισα την ορθογραφία.
Επιστροφή