ΚΑΙΤΗ ΝΙΚΟΛΕΤΟΥ
ΜΙΑ ΣΤΑΓΟΝΑ ΑΙΜΑ
|
|
|
Μ’ αυτή την πανεθνική κραυγή ξύπνησε η Αθήνα κι ο Πειραιάς το πρωινό της 3ης του Μάρτη 1943. Αυτό το ξύπνημα κι αυτήν την ημέρα ποιος μπορεί ποτέ να την ξεχάσει; Ο Χίτλερ είχε ζητήσει σκλάβους για τα γερμανικά κάτεργα. Ο Λογοθετόπουλος έβαλε μπροστά ν’ αλυσοδέσει τους Έλληνες. Μα εδώ στην Αθήνα συντρίφτηκαν αυτές οι άλυσες. Τα τρένα φορτωμένα σκλάβους δεν κύλησαν για τη Γερμανία. Οι Έλληνες δεν πήραν όπλα για να χτυπήσουν τους συμμάχους. |
|
Ξυλογραφία από το λεύκωμα του ΕΑΜ που κυκλοφόρησε τον καιρό της κατοχής. |
Για άκου πώς χτυπούν τα παπούτσια μου στο πλακόστρωτο! Τρακ, τρακ, βαριά και στέρεα. Τα πέταλα είναι ολοκαίνουργια και γυάλιζαν σαν ασημένια προχτές, όταν τα πήρα απ’ τον τσαγκάρη. Τρακ, τρακ… Το χιόνι παιχνίδιζε με τον παγωμένο αγέρα. Για μια στιγμούλα έλαμπε, φλογίτσα γιομάτη ανταύγειες πάνω στο παλτό κι ανάμεσα στα μαύρα μαλλιά του διαβάτη. Μετά έσβηνε και βρισκόμουνα ξανά μες στον κρύο δρόμο περπατώντας βιαστικά με τη βαριά σακούλα στο χέρι. «Πρέπει να είναι πέντε χιλιάδες» είχε πει η Δήμητρα προχτές. Τις υπόλοιπες θα τις φέρει η Ντίνα. Είναι λίγο κακογραμμένες, αλλά δε βαριέσαι, καταλαβαίνεις τι θέλουν να πουν.
Προχωρούσα. Κι άλλοι προχωρούσαν μαζί μου κι άλλοι κρατούσαν μεγάλα πακέτα και τσάντες παραφουσκωμένες. Κάπου κάπου μέσ’ από την κακοτυλιγμένη εφημερίδα ξέφευγε κανένα ξύλο από πλακάτ. Ένα πονηρό χαμόγελο ερχόταν στα χείλια μου. Κι αυτοί, μαζί όλοι πάμε κατά κάτω, κοντά στην αγορά.
Τρακ, τρακ τα παπούτσια μου χτυπούν πιο γρήγορα στο λασπωμένο δρόμο, τρακ, τρακ, τα παπούτσια τα στραβοπατημένα της γυναίκας με τα μαύρα που με προσπερνάει, τρακ, τρακ, η αρβύλα του παλικαριού που χώνει καμπουριάζοντας τα κόκκινα χέρια του ως το βάθος της τσέπης του σακακιού του.
Κι η μανούλα μου θα μετράει τις ώρες στο παράθυρο… εγώ θ’ αργώ… όχι, όχι δε θέλω να πάθω τίποτα. Θα ’μαι τόσο μόνη όταν θα με σηκώσουν με το άσπρο φορείο και θα φοβάμαι τόσο πολύ… Όχι δε θέλω, είναι όμορφες οι φλογίτσες του χιονιού που τρεμοσβήνουν, είναι όμορφος ο ήλιος του χειμώνα, μια φωτεινή λαδιά πάνω στο χάρτινο γκρίζο ουρανό…
Ο κόσμος έχει πυκνώσει σ’ ένα σημείο, λες και δέθηκε ένας κόμπος στη μέση της μαύρης κλωστής που ροβολάει από τους γύρω δρόμους βουίζοντας. Ένα σύννεφο από άσπρα χαρτιά πλανιέται από πάνω του, μεγάλες χιονονιφάδες φτιαγμένες με λαχτάρα μέσα στις νύχτες που χτύπαγε ρυθμικά ο πολύγραφος μαζί με τις καρδιές μας. Ένα κεφάλι υψώνεται μέσ’ από το πλήθος. Ένα πρόσωπο αξύριστο με μια σύσπαση που του σφίγγει τα χείλια. Φόβος; συγκίνηση; ή μήπως μονάχα η προσπάθεια να κρατηθεί πάνω στους ώμους που το σηκώνουν; Μια φωνή λαχανιαστή, κομμένη, ακούγεται να βγαίνει απ’ το σφιγμένο του λαρύγγι. Σιγά σιγά όμως γίνεται σίγουρη, δυνατή και σαν παγωμένη ανατριχίλα τυλίγει τα κορμιά μας. Η ανάσα του βγαίνει αχνιστή μέσ’ απ’ το στόμα του. Πώς τολμάει να φωνάζει τόσο δυνατά λόγια που γνωρίσαμε μονάχα σαν ένα τρομαγμένο μουρμούρισμα!
Ξεκινήσαμε ο ένας κολλητά στον άλλο. Πόση σιγουράδα παίρνεις όταν αισθάνεσαι όλον αυτό τον κόσμο γύρω σου!
ΚΑΤΩ Η ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ!
Ένα μουρμούρισμα μαζί με μια αναταραχή φτάνει σιμά μου: «Έρχονται! Έρχονται!» Μια φωνή ξεχωρίζει: «Πυκνώστε τις γραμμές! μη διαλύεστε!» Ένα χέρι μ’ αρπάζει απ’ το μπράτσο. Το κεφάλι της Νίτσας πίσω μου χλωμό, ξεχτένιστο, με χείλια ξεροσκαλιασμένα, σαν να μην της έμενε σάλιο στο στόμα για να τα γλύψει. Θα προσπαθεί ίσως και κείνη να καταπιεί τον κόμπο που της έχει ανέβει στο λαιμό. Δεν περισσεύει σάλιο για να γλύψεις τα χείλια σου σε κάτι τέτοιες στιγμές!
«Φοβάμαι», μουρμούρισε δειλά.
«Τι την ξεστόμισες τούτη τη λέξη; Ούρλιαξα μέσα μου, δεν ακούς την καρδιά μου πώς χτυπάει; Δε χρειάζουμαι συντροφιά στη δειλία. Εκεί δεν υπάρχει παρά μονάχα ο εαυτός σου, ενώ εδώ;.. Όχι δε φοβάμαι, δε φοβάμαι! «ΚΑΤΩ Η ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ» Ξεχωρίζω το γνώριμο ήχο της φωνής μου μες τους χίλιους άλλους και παίρνω λίγο κουράγιο. «Κά-τω-η-επι-στράτευση, εξακολούθησα να φωνάζω δυνατά, γιατί κει πέρα είχε φρενάρει το πρώτο ιταλικό αυτοκίνητο κι οι άνθρωποι σπρωχνόντουσαν. «Δεν πρέπει να τρέξω, μουρμουρίζω με σφιγμένα δόντια. Όλοι γυρίζανε να δούνε πούθ’ έρχεται ο κίνδυνος. Όλο το πλήθος στηριζόταν στις μύτες των ποδιών του κι ήταν η ζωή του συγκεντρωμένη στα τεντωμένα μάτια του, στον τεντωμένο λαιμό του, στη λύσσα που ανέβαινε στα χείλια του. Το πολυβόλο ακούστηκε παγωμένη φωνή μέσα στην ψυχή μας. «Δεν πρέπει να τρέξω, γιατί αν κάνω το πρώτο βήμα, τότε…» Το κροτάλισμα ξανάρχισε, αφού στάθηκε μια στιγμή να πάρει ανάσα, κι είχαν τα στόματα βουβαθεί κι ήταν αυτό μονάχα που μιλούσε. Το κύμα του κόσμου με παράσερνε. Βρέθηκα για μια στιγμή κολλημένη σ’ ένα τοίχο. Σύρθηκα σιγά σιγά σ’ ένα κούφωμα πόρτας. Στάθηκε εκεί βαστώντας την ανάσα μου. Κάποιος ήρθε και κόλλησε στην πόρτα κοντά μου. Ο κόσμος έτρεχε ακόμα. Ένα ψηλό αγόρι έγειρε μαλακά και ξάπλωσε στο δρόμο, δίχως να βγάλει λέξη.
«Μια μανούλα που καρτεράει!» σκέφτηκα, έτοιμη να τρέξω… κι η δικιά μου όμως μανούλα μετράει τις ώρες» κι ακούμπησα ξανά στον τοίχο…
Τον κουβάλησαν στο πεζοδρόμιο. Χτύπησαν μια πόρτα, για να τον βάλουν μέσα. Μπήκα και γω. Έξω το πολυβόλο θέριζε, εδώ όμως είναι σιγουριά κι είναι καλά να βρίσκεσαι μέσα σε σπίτι σε κάτι τέτοιες στιγμές, όταν μάλιστα μπορείς να δικαιολογηθείς στον εαυτό σου. Τον ξάπλωσαν σ’ ένα ντιβάνι. Το κεφάλι του γλυκά, παραπονεμένα, έγειρε στο πλάι. Δυο τούφες βρεγμένα μαύρα μαλλιά του χάιδευαν το μέτωπο και αίματα, πολλά αίματα έτρεχαν από το λαιμό του πάνω στο γαλάζιο πουκαμισάκι του, που ήταν μανταρισμένο με προσοχή σε μιαν άκρη. Πόσο αίμα! πόσο αίμα!.. κι είναι από κερί τ’ αγόρι πάνω στο πράσινο ντιβάνι…
Ένα άσπρο φορείο ήρθε σε λίγο και τον πήρε. Βγήκα στο δρόμο. Το πολυβόλο ακουγόταν να θερίζει πιο μακριά. Στην άσφαλτο το αίμα έπηζε γρήγορα. Δε χιόνιζε πια, όμως όλα ήταν τόσο κρύα μέσα στον έρημο δρόμο, το στρωμένο με λασπωμένα χαρτιά. Μια μεγάλη σταγόνα αίμα είχε πέσει στο μανίκι μου. Μια μανούλα καρτεράει μαντάροντας ένα γαλάζιο πουκαμισάκι με προσοχή, εγώ όμως δεν ξεκόλλησα από την πόρτα… Μια νιφάδα που ξεχάστηκε πάνω στον ουρανό ήρθε κι έπεσε στο μανίκι μου, ανοιγοκλείνοντας μια στιγμούλα το ματάκι της. Χαμογέλασα με πίκρα και προχώρησα. Εγώ θα ζεστάνω τα χέρια μου σήμερα στη φωτιά, κι ίσως να ’μουνα ευχαριστημένη με τον εαυτό μου αν δεν ήταν αυτή η σταγόνα το αίμα…
Την άφησα εκεί. Λίγο πιο κάτω απ’ τον αγκώνα είναι τώρα ένας καφετής λεκές. Θα ’θελα μια μέρα να μην ντρέπουμαι να τον βλέπω.
Επιστροφή στην Ανθολογία
από τη Νέα Γενιά
Επιστροφή στις
Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA