Η κόλασις

του Ιωάννη Πολέμη (1862-1924)

 

Α΄.

Ήμουν άρρωστος, κορμί τυραννισμένο

κ΄ εκοιμήθηκα με χίλια γιατρικά,

κ΄ είδα όνειρο πικρό, φαρμακεμένο

πως επέθανα τη νύκτα ξαφνικά.

 

Ήλθ΄ ο διάβολος να πάρει την ψυχή μου

και μου φώναξε : Σε ξέρω από καιρό,

ακολούθα με που νάχεις την ευχή μου,

μέσ΄ στην κόλαση θα πας, να σε χαρώ!

 

Εσηκώθηκα χωρίς να του μιλήσω,

αυτός έτρεχεν εμπρός μου χωριστά,

κ΄ εγώ άλαλος επήγαιν΄ από πίσω,

ως που φθάσαμε στην κόλαση μπροστά.

 

Τότε άνοιξε μια πόρτα σκουριασμένη

κ΄ εγώ έρριξα με πόνο μια ματιά·

Δυστυχία μου τι πίσσα με προσμένει,

τι αχόρταγη κ΄ αιώνια φωτιά!

 

Ήλθαν διάβολοι με κέρατα σαν βόδια

και με βάλανε στη μέση μοναχό,

και μου δέσανε τα χέρια και τα πόδια

και με ρίξανε στην πίσσα το φτωχό.

 

— Τι σας έφταιξα; τους έλεγα, κ΄ εκείνοι

απ΄ το πείσμα τους μ΄ εδέναν πιο σφικτά.

Τότ΄ αρχίνησαν τα δάκρυα κ΄ οι θρήνοι,

τότ΄ αρχίνησαν και βάσανα φρικτά.

 

Είδ΄ ο Πλάστης μας τη λύπη μου την τόση

κ΄ έναν άγγελο μου στέλνει στο φτερό :

— Σύρε κύτταξε κι αν έχει μετανοιώσει

στον παράδεισο ναρθεί, τον συγχωρώ.

 

Ήλθ΄ ο άγγελος στα κάτασπρα ντυμένος,

τον εκύτταξα με φόβο κ΄ εντροπή,

μου εφάνηκε πως ήταν λυπημένος

κ΄ επερίμενα ν΄ ακούσω τι θα πει.

 

Βλέπεις, άνθρωπε, μου λέγει, όποιος κάνει

αμαρτήματ΄ ασυγχώρητα στη γη

τι κατάρα τον προσμένει σαν πεθάνει,

τι αιώνια κι αγιάτρευτη πληγή;

 

— Ναι, αλοίμονο, το βλέπω και το νοιώθω,

μα δεν έφταιξα, στο λέω καθαρά,

φταίγει εκείνη που μου πήρε κάθε πόθο,

κάθε πίστη, κάθε αγάπη και χαρά.

 

Φταίγ΄ εκείνη όπου μ΄ έκανε να πάθω

κι απ΄ αγάπη κι από ζήλεια να χαθώ,

όπου μ΄ έκανε τα κάλλη της να μάθω

και τον Πλάτη μου μπροστά της ν΄ αρνηθώ.

 

Ω! αλοίμονο! δεν φταίω εγώ τόσο

και αδίκως ο Θεός με τυραννεί,

φταίγ΄ εκείνη όπου μ΄ έκανε να νοιώσω

ως τα κόκκαλα βαθειά την ηδονή.

 

Τώρα όμως τ΄ αμαρτήματα θυμούμαι

και τρομάζω κι ούτε πια την αγαπώ,

την αρνούμαι, την αρνούμαι, την αρνούμαι

και στον Πλάστη μου με θάρρος θα το πω.

 

Μούπ΄ ο άγγελος : αγάπησες με πόνο!

συγχωρείσαι γιατί ξέρεις ν΄ αγαπάς,

τώρα έλπιζε στον Πλάστη σου και μόνο

κ΄ έλα σήκω, στον παράδεισο θα πας.

 

Μόλις άρχισε τα σίδερα να λύνει

για να φύγουμ΄ απ΄ την κόλαση μαζί,

αχ! εγύρισα κι αντίκρυσα εκείνη

που την έφερναν στην κόλαση να ζη.

 

Χαμογέλασε, μ΄ εκύτταξε και λίγο,

και μου άναψ΄ η ματιά της τον καϋμό...

— Σύρε, άγγελε, του είπα, δεν θα φύγω,

και την κόλαση μαζί της προτιμώ!...

 

Β΄.

Σαν εξύπνησα την ηύρα στο πλευρό μου,

και της είπα : μέσ΄ στην κόλαση θα πας

γιατί τόδα ζωντανά μέσ΄ στ΄ όνειρό μου...

χαμογέλασε και μούπε : μ΄ αγαπάς;

 

Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 2 (1887), σ. 65-67.