Το κυπαρίσσι

του Ιωάννη Πολέμη (1862-1924)

 

Στρέφετ΄ ο γέρο-πλάτανος και λέει στο κυπαρίσσι :

— Τι θες θλιμμένο κι άχαρο στον κήπο μας εσύ;

Εδώ είναι δέντρα χαρωπά, εδώ είναι κρύα βρύση,

ευωδιαστά ανθολούλουδα, πυκνόφυλλοι κισσοί.

 

Εδώ πουλάκια ολημερίς ανάμεσα στα φύλλα

χαρές κ΄ ελπίδες κι όνειρα κι αγάπες κελαϊδούν·

εδώ τ΄ αγέρι εσκόρπισε ζωής ανατριχίλα

ως και στα χόρτα τ΄ άνανθα και στ΄ άνθη που μαδούν.

 

Δίπλα απ΄ τα κρύα μνήματα ποιος άκαρδος σ΄ επήρε

κ΄ έρημα τώρα τ΄ άφησε και σ΄ έφερεν εδώ;

Σύρε να κάνεις συντροφιά στους πεθαμένους, σύρε

στο κοιμητήρι τ΄ άπονο· να μη σε ξαναδώ!

 

Και λέει το κυπαρίσσι εκεί στον πλάτανο το γέρο :

— Μη με μαλώνεις, πλάτανε, κ΄ εμέ το θλιβερό·

δεν ξέρω ποιος μ΄ εφύτεψε στον κήπο σας, δεν ξέρω,

μα όσο μπορώ μαζεύομαι, δεν σας στεναχωρώ.

 

Μηδέ γυρεύω τ΄ άμοιρο χαρά από σας να πάρω

μηδέ σε σας, καλότυχα, τη λύπη μου σκορπώ·

στέκομ΄ ολόρθο και βουβό προσμένοντας το Χάρο

κι ανώφελα κουράζομαι και ζω δίχως σκοπό.

 

Μήπως κ΄ εκείνος πούρχεται (κ’ έδειξε τότ΄ εμένα)

μήπως κ΄ εκείνος πούρχεται κι αμίλητος περνά,

δεν έπρεπε να στέκονταν στον τάφο, που θαμμένα

τα ονείρατά του κείτονται τα πρώτα και στερνά;

 

Κι όμως τ΄ αφήκεν έρημα να τα λυπούνται οι ξένοι,

κ΄ εδώ, στον κήπο της ζωής θλιμμένος και σκυφτός,

ωσάν εμένα τώρα ζει και θάνατο προσμένει,

ωσάν εμένα ανώφελα κουράζεται κι αυτός.-

Από τη συλλογή Το παλιό βιολί.