Η χάρη του Μωάμεθ

του Ιωάννη Πολέμη (1862-1924)

 

Στους ιερούς πολέμους όποιος τυχόν πεθαίνει

από Γκιαούρ τουφέκι, από Γκιαούρ σπαθί,

ευθύς στον ανθισμένο παράδεισο πηγαίνει

χωρίς απ΄ τον Μωάμεθ καθόλου να κριθεί.

 

Και μέσ΄ στην ίδια ώρα που φθάνει στ΄ άγιο σπίτι

τον ερωτά ο Μωάμεθ, τι χάρη επιθυμείּ

κι όσο μεγάλη χάρη ζητήσει απ΄ τον προφήτη

θα του δοθεί αμέσως για θεία πληρωμή.

 

Έτσ΄ είπεν ο Μωάμεθ, αυτός που δόξα νάχει!

Έτσ΄ είπεν ο Μωάμεθ και τρέχουν οι πιστοί

και με κλειστά τα μάτια πέφτουν τυφλοί στη μάχη

κ΄ οι σκοτωμένοι παίρνουν μια χάρη χωριστή.

 

Σκοτώθηκε στη μάχη αγένειο παλληκάρι

στο χέρι του κρατώντας το φονικό σπαθίּ

τον είδεν ο Μωάμεθ και τον ρωτά : τι χάρη,

τι χάρη τώρα θέλεις σε σένα να δοθεί.

 

– Καμμιά! απαντάει εκείνος – Καμμιά; ο προφήτης λέει,

δεν θέλεις τίποτ΄ άλλο, είσ΄ ευτυχής πολύ;

Κι ο σκοτωμένο τρέμει, αναστενάζει, κλαίει

και σκύβει το κεφάλι και τέτοια του μιλεί :

 

«Η φλογερή ψυχή μου χάρη καμμιά δεν θέλει

εδώ στου παραδείσου τον έρημο χαμόּ

χανούμισες δροσάτες, ουρί, λουλούδια, αγγέλοι,

δεν με ξιππάζουν διόλου και δεν τα πιθυμώ.

 

«Κάτω στη γη όταν ήμουν μιαν όμορφη αγαπούσα

γλυκιά σαν ερωμένη, καλή σαν αδελφήּ

αυτή ήτανε το φως μουּ μόνο γι΄ αυτήν εζούσα,

μόνο σ΄ αυτήν πετούσαν οι πόθοι μου οι κρυφοί.

 

«Κι εκείνη μ΄ αγαπούσε και μ΄ αγαπάει ακόμα

πιστή στο χωρισμό μου, που χήρα την θαρρείςּ

στον τάφον μου πηγαίνει και κάθεται στο χώμα

και δέρνεται και κλαίει και κλαίει ολημερίς.

 

«Τώρα αν μ΄ αξίζει χάρη, μια χάρη σου γυρεύω

μόνο μια χάρη κάνε σ΄ εμέ τον ταπεινό :

Αχ! μια στιγμή μονάχα στον κόσμο να κατέβω

να την ιδώ... και πάλι ναρθώ στον ουρανό.

 

«Ναι, μόνο αυτή τη χάρη γυρεύω από τα σένα,

προφήτη μου Μωάμεθ, του κόσμου νικητή!...»

Κ΄ εκείνος τον κυττάζει με φρύδια σουφρωμένα

και τ΄ απαντά : «Ο νους σου παράλογα ζητεί.

 

«Αν θέλεις να κατέβεις στον κόσμο συλλογίσου

προτού γυρίσεις πάλι κοντά μου, απαιτώ

στην κόλαση να μείνεις να πλύνεις την ψυχή σου,

μέσ΄ στη φωτιά του Άδη για χρόνους εκατό.»

 

Τον πιάνει απ΄ το χέρι, στα μάτια τον κυττάζειּ

– Το δέχεσαι; του λέει – Το δέχομαι, απαντάּ

κι αμέσως ο προφήτης στη γη τον κατεβάζει

και τον πηγαίνει πάλι στη φίλη του κοντά.

 

* * *

 

Ποιος άναψε τα φώτα και λάμπει το καφάσι;

Ποιος τραγουδεί στο σπίτι εκείνης π΄ αγαπά;

Τρέχει, πηδά τη σκάλα και λαχταρά να φθάσει

και σπαρταρά η καρδιά του και σαν σφυρί κτυπά.

 

Σπρώχνει με βία κι ανοίγει την κλειδωμένη θύρα

και μακρυά πετιέται σπασμένο το κλειδί...

Αλλοίμονο του μαύρου τι τούγραφεν η μοίρα,

τι τούγραφε να πάθει, τι τούγραφε να δει!

 

Εκείνη π΄ αγαπούσε με πόθο τόσα χρόνια

η άπιστη είχε γύρει σ΄ άλλου θερμή αγκαλιάּ

ορκίζονταν αγάπη παντοτεινή κ΄ αιώνια

κ΄ ελησμονούσ΄ εκείνον στου άλλου τα φιλιά.

 

Βουβός, μαρμαρωμένος για μια στιγμή απομένει!

Ξανακυττάζει πάλι με θολερή ματιά,

κλείνει με βία τη θύρα και φεύγει, και πηγαίνει

να πλύνει την ψυχή του στου Άδη τη φωτιά.

 

– Σύρε, τούπ΄ ο προφήτης, στη γη του παραδείσου,

άλλη ποινή από σένα δεν θέλω, δεν ζητώּ

αυτό πούδες στον κόσμο ξεπλένει την ψυχή σου,

στην κόλαση δεν έχω χειρότερο απ΄ αυτό.-

 

Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 9 (1894), σ. 77-80.