Προς την Σελήνην

του Ιωάννη Πολέμη (1862-1924)

 

Χλωμή Σελήνη, δεν νυστάζεις;

δεν λησμονείς τις τόσες έννοιες;

Γιατί, Σελήνη, με κυττάζεις

με τις ματιές τις ασημένιες;

 

Βλέπω την όψη σου θλιμμένη

σαν κάτι νάχες και σου λείπει,

βλέπω στα χείλη σου να μένει

πικρό χαμόγελο από λύπη.

 

Βλέπω σημάδια στη μορφή σου

που σ΄ ασχημίζει το καθένα,

μην είναι δάκρυα, αποκρίσου,

από καιρό κρυσταλλωμένα;

 

Είσαι κοπέλα π΄ αγαπούσες

το νιό τον Ενδυμίωνά σου

κ΄ εζήλευες κ΄ εσιωπούσες

κ΄ εσκέπαζες τα βάσανά σου;

 

Ή στη σπηλιά του τον κοιμίζεις

κι άγρυπνη μένεις στο πλευρό του

και τον χαϊδεύεις και νομίζεις

πως θα σε βλέπει στ΄ όνειρό του;

 

Αν είσαι η δύστυχη ερωμένη,

αν αγαπάς αυτόν ακόμα,

πούν΄ η καρδιά σου; και πού μένει

το βεργολύγιστό σου σώμα;

 

Μόνον η όψη σου προβάλλει

μέσ΄ στην ατίμητη τιμή σου,

σαν να σου κόψαν το κεφάλι

κ΄ έχουν θαμμένο το κορμί σου.

 

Ό,τι κι αν είσαι, ομορφονιά μου,

τους λογισμούς μου συνεπαίρνεις

και μέσ΄ στη μαύρη αγρυπνιά μου

γλυκιές ενθύμησες μου φέρνεις.

 

Πόσες φορές ξεχνιέμαι μόνος

κ΄ έχω τα μάτια βουρκωμένα...

Με δέρνει αλύπητα ο πόνος

με δέρνει ζήλεια όπως εσένα!

 

Και τριγυρνώ κι αναστενάζω,

γυρνώ σαν κάτι να προσμένω

και σε κυττάζω, σε κυττάζω

και σε κυττάζω και σωπαίνω.

 

Κοιμάται η φύση ολόγυρά μου,

ολιγοστεύουν οι διαβάται,

μόνον η μαύρη συμφορά μου

μόνον εκείνη δεν κοιμάται.

 

Και σε κυττάζω πάντα μόνος

κ΄ έτσι θαρρώ πως ελαφρώνω,

γιατί γιατρεύεται ο πόνος

σαν εύρει σύντροφο τον πόνο.

 

Τι νάσαι τάχα ομορφονιά μου

που το μυαλό μου συνεπαίρνεις

και μέσ΄ στη μαύρη αγρυπνιά μου

γλυκιές ενθύμησες μου φέρνεις;

 

Θυμούμαι, ήταν τέτοιο βράδυ

—έχω τη μνήμη θησαυρό μου—

ήταν ολόγυρα σκοτάδι

κ΄ ήταν εκείνη στο πλευρό μου.

 

Ξάφνω επρόβαλες, Σελήνη

και σαν να πήρες τη λαλιά της·

κ΄ η όψη σου αχτίδες χύνει

στα μεταξόπλεκτα μαλλιά της.

 

Και σαν του πόνου ο προστάτης

σαν ο Θεός να σ΄ είχε στείλει

τη χαϊδεμένη τη σκιά της

την έρριξες στα δυο μου χείλη.

 

Κ΄ εφίλησα σκιά μονάχα

παρηγοριά του έρωτός μου...

Σκιά, σκιά δεν είναι τάχα

κάθε χαρά του ψεύτη κόσμου;

 

Και συ, Σελήνη, σαν εμένα

σκιά ζητάς, σκιά γυρεύεις,

γι΄ αυτό γυρίζεις στα χαμένα

και ξαγρυπνάς κι όλο ζηλεύεις...

 

Χλωμή Σελήνη, δεν νυστάζεις;

δεν λησμονείς τις τόσες έννοιες;

Γιατί, Σελήνη, με κυττάζεις

με τις ματιές τις ασημένιες;

 

Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 4 (1889), σ. 63-66.