Η τύχη

του Ιωάννη Πολέμη (1862-1924)

 

Καλά την είπαν άμυαλη κι αστόχαστη την Τύχη,

χίλιες φορές αστόχαστη, τυφλή χίλιες φορές.

Δεν τις ψηφά τις χάρες της και τις σκορπά όπως τύχει,

και τις σκορπά θεότυφλα τις λύπες, τις χαρές.

 

Εζούσαν κάπου δυο αδερφές. Η μια ήταν ακαμάτρα,

κ΄ ήταν οκνή κι αδιάφορη, ζηλόφθονη, κακιά·

μήτε ποτέ της φρόντιζε για του σπιτιού τη λάτρα,

μήτ΄ έραβε μήτ΄ έπλεκε μήτ΄ έφαινε προικιά.

 

Η άλλη, δουλεύτρα ακούραστη. Απ΄ την αυγή ως το βράδυ,

μ΄ επιμονή κ΄ υπομονή στον αργαλειό σκυφτή,

έφαινε κ΄ αραχνόφαινε σε μεταξένιο υφάδι,

έφαινε κ΄ αραχνόφαινε μια προίκα ζηλευτή.

 

Κ΄ ήρθαν στο σπίτι δυο γαμπροί : ο Χάρος ο κουρσάρος

κι ένα καλό αρχοντόπουλο κι από γενιά τρανή·

και πήρε την καλόγνωμη και τη δουλεύτρα ο Χάρος

και πήρε τ΄ αρχοντόπουλο την άλλη, την οκνή.

 

Και πήρ΄ εκείνη τα προικιά που τάχε ράψει η άλλη

κ΄ εγίνηκεν ο γάμος της με γέλια και χαρές·

κι όλοι την Τύχη εκάκισαν κι όλοι την είπαν πάλι

χίλιες φορές αστόχαστη, τυφλή χίλιες φορές.-

Από τη συλλογή Το παλιό βιολί.