Η ΑΠΛΩΣΤΡΑ
Φυσάει αέρας στεγνωτής αράθυμος
κινάει τα τέλια της απλώστρας σαν τα ξάρτια,
φουσκώνει ασπρόρουχα και σκούρα μανιασμένα.
Ωσάν καράβι η αυλή μου, όπου το σπρώχνει ο άνεμος
σ’ αγνώριστα ταξίδια,
έβαλε μπρός να ξεσηκώσει τα ντουβάρια.
Σπρώχνει κι εμέ π’ απλώνω μ’ ανοιχτά τα χέρια
-έτσι λιγνή κι ανάλαφρη
σα φύλλο θα με πάρει-
και νάτανε να μ’ έφερνε στα πέλαγα
μακρυά από τη ζωή του μόχτου και της έγνοιας.
(Από τη συλλογή Κατώφλι και παράθυρο, 1962)
Επιστροφή