Διονύσου πλους

 

 

Η έκτασις του αχανούς
Αιγαίου εκοιμάτο
κι έβλεπες δυο ουρανούς
ο είς ην ανω κυανούς
γλαυκός ο άλλος κάτω

2
Αι διαλείπουσαι πνοαί
του έαρος εφύσων
αμφίβολοι και αραιαί
μακράν δ΄εφαίνοντο ως σκιαί
αι κορυφαί των νήσων

3
Η δύσις πύλη φλογερά
λαμπράς αντανακλάσεις
ηκόντιζεν εις τα νερά
ως αν ενέμοντο πυρά
την πλάκαν της θαλάσσης

4
Αλλ΄όπου νότος εις γλαυκάς
ταινίας της ερρίκνου
τι ήτο; Όρνις ή ολκάς
η τις ετάνυεν λευκάς
τας πτέρυγας ως κύκνου;

5
Ητο ολκάς ουχί πτηνόν
ως δ΄έφτασεν πλησίον
μέλαν εφαίνετο βουνόν
και τον ιστόν του Τυρρινών
εκόσμει επισειων

6
Ην το κατάστρωμα ευρύ
πλήρης ανδρών η πρύμνη
βήμα την έκρουε βαρύ
αντήχουν άγριοι χοροί
και εναλίων υμνοι

7
Εις δε την πρώραν απαλώς
εις δέρματα πανθήρων
νεος κατέκοιτο καλός
εις τον βραχίων αμελώς
τα σώμα υπεγείρων



8
Σπανία ην η καλονή
αυτου του νεανίου
μαλλον εφαίνετο γυνή
εχουσα όψιν ευγενήν
και πλήρη μεγαλείου


9
Χρυσούν εκράτει αφ΄ενός
περίγλυφον κρατήραν
και με θωπέυματα κυνός
ωραία τίγρις ταπεινώς
τω έλειχε την χείραν

10
Επι της άλλης δε χειρός
προσέκλεινεν ηρέμα
νεάνις, κρίνος ανθηρός
και εις το βλέμα της πυρός
αυτος προσήλου βλέμα.

11
Ποία εντέλεια! Εικών
εφαίνετο μαρμάρου
θαύμα της τέχνης γλυπτικόν
αλλ΄ως αυτή δεν ειν΄λευκόν
το μαρμαρον της Παρού

12
Τοτε δ΄, ως έκειτο εκεί
διέστειλε τα χείλη
κι εηήλθον τόνοι μουσίκοι
και μειδιάσασα γλυκύ
η κορασίς ωμίλει

13
-«Όταν σε βλέπω, δειλιών
το σώμα μου πως τρέμει;
Εισαι ανώτερο τι ον;
Αν ανθρωπον ή αν θεόν
Ακολουθώ ειπέ μοι.»

14
Κι εκείνος ειπεν μειδιών:
-«Θεώρει με ω κόρη,
Θεον πλησίον σου, Θεον,
και πρωτη των ευτυχιών
την μετά σου θεώρει.»

15
-«Θεον μη λέγεις, οι θεοί
τον Ολυμπον οικούσι.
Και αν μοι φύγη η ζωή
εις στεναγμόν διακαή,
τις θελει τον ακούσει;

16
>>Θεος αν εισαι, θα ζητής
καπνον ευώδους κνίσσης
και εκατόμβας τελετής,
αλλ΄όχι έρωτα θνητής
κι εμε να λησμονήσις.»

17
Εν ώ δε ούτοι τρυφερώς
τοιάυτα συνομίλουν
των ναυτών εστιν ο χορός
κι επι το ζεύγος βλοσυρώς
τα βλέμματα προσύλουν

18
Και δια λόγων αναιδών
ο είς τον άλλον πείθων,
λείας ορέγετο ιδών
τον πλούτον των πολυειδών
και πολυτίμων λίθων

19
Ήρπασαν οπλα παρευθύς
υπο των προσπιπτόντων
λίθους τινές χειροπληθείς
και ότι ευρρισκε καθείς
τις κώπην και τις κόντον

20
Ειδε την πραξιν των ναυτών
ο ξενος νεανίας
τον νούν εννόησεν αυτών
αλλ΄εμεινεν ακινητών
μέθ΄υπερηφανείας

21
-«Τι θελετε;» τους ερωτά
και εις αυθάδης ναύτης
τω λέγει –«Θέλομεν αυτά
τα ψέλια τα τορνευτά
μετά της κόρης ταύτης


22
>>Σε δε τον νέον τον καλόν
ταλάντου θα πωλήσω
εις τας φυλάς των Σικελών.»
-Ο δ΄απεκρίθη απειλών
«Παράφρονες οπισω.

23
>>Ληστών αγέλη είσθ΄εσείς»
κι εκαγχασαν εκείνοι,
κι εχώρει εκαστος θρασύς
κι επι την κόρην τους δασείς
βραχίονας εκίνει.

24
Κτυπά τον πόδα του βοών
και μεθ΄αρμών και κάλων
τρίζει το πλοίο φρικιών
από των ακρων κεραιών
ως ακρων των υφάλων

25
Ιδού εξ έω και δυσμών
ώ θαυμα και ώ φρίκη!
Ως εις δεινόν κατακλυσμόν
τα κύματα μετά βρασμών
ορμούν ουρανομήκη.

26
Νύξ ήλθε μέλαινα. Περά
Η αστραπή το σκότος
Κι εις τα πυργούμενα νερά
Κατα λυσσώντος του βορά
Λυσών παλαίει νότος.

27
Ως λίκνον βρέφους σαλευτόν
η λαίλαψ το κυλίει.
Σφάλλουσ΄ οι πόδες των ναυτών
και πάσαν δύναμιν αυτών
σκοτιδινία λύει

28
Πίπτουσιν ύπτιοι, πρηνείς
και εξησθενημένοι
πνοής στερούνται και φωνής
και ο βραχίων αδρανής
ο σιδηρούς των μένει



29
Αλλ΄εμαράθη κι η καλή
παρθένος ως το ίον
κλίν΄ η χρυσή της κεφαλή
και εις βοήθειαν καλεί
ο οφθαλμός της δύων

30
Τας ανθηράς της παρειάς
ο νεος ελυπηθη
να τας ιδή χωρίς χροιάς.
-«Μη φίλη» ειπεν «ωχροιάς,
ανάβλεψον και ζήθι!»

31
Και ηνοιξε εκεινη ασθενώς
τους γαλανούς αστέρας
κι εγελασεν ο ουρανος
κι ελαμψεν παλι φωτεινος
ο δίσκος της ημέρας

32
Η λαίλαψ παύει να λυσσά
το πελαγος ν΄αφρίζει.
παλιν ο ζέφυρος φυσά
παλιν η θαλασσα χρυσά
τα κυματα κοιμιζει

33
Ο Φλοισβος μουσικους λαλεί
περί την τρόπιν ηχους.
γελά γαληνη και δειλή
η αύρα παίζουσα φιλεί
της κορης τους βοστρύχους

34
Αήρ και θαλασσα ζωήν
καινήν ηκτινοβόλει
υπο του θέρους την πνοήν.
Το παν ήν κίνησις και ήν
χαρά η φύσις όλη.

35
Αίφνης ωγκώθη ως μεστός
εαρινής ικμάδος
κι ερράγη τρίζων ο ιστός
κι εξέφυ ευρωστος βλαστος
κάμων αμπέλου κλάδος

36
Στεφάνας πλέκουσας πολλάς
ηρτήθη εις τας κεραίας
και εις πυκνόν θόλον η φυλλάς
εκάμπτετο, και σταφυλάς
εβλάστησεν γεναίας.

37
Βριθύς τους κλάδους περικλών
καρπός το βλέμμα τέρπει.
Εις κλώναν πλέκεται ο κλών
και τον ιστόν περικυκλών
χλωρός κισσός ανέρπει.

38
Εξαίφνης ρέει εκραγείς
εκ των ακροκεραίων
ευώδης ρύαξ διαυγής.
Δεν ήτο ύδωρ εκ πηγής
αλλ΄ανθοσμίας ρέων

--------------------------
* * *
--------------------------


-«Ή θέ ν΄απέλθεις μέτ΄εμού
πλησίον των μακάρων
ή εις του μαύρου ποταμού
το ρεύμα πλέοντας ομού
θα μας δεχθεί ο χάρων

Πλήν θάρρει. Μετά των θεών,
όπου το θάλλον θέρος,
όπου ο άδυτος αιών
και όπου φώς χωρίς σκιών
χωρίς δακρύων έρως.

Εκεί το κάλλος σου θ΄ανθεί
μετά των λαμπροτέρων
κι η κόμη αύτη η ξανθή
εις τους αιθέρας θ΄απλωθεί
ως πλόκαμος αστέρων

Η νέα κόρη ιλιγγιά
Της γής εκλείπ΄ η θέα
Την περιέβαλεν σκιά
Και εις τον Όλυμπον θεά
Ενεθρονίσθη νέα !!!

 

Το βρήκα σαν σχόλιο σε κάποιο ιστολόγιο, όπως είχε την υπομονή και το μεράκι να το παραθέσει ο φίλτατος «θείος Ισίδωρος». Δεν έχω τώρα πρόσβαση στο πρωτότυπο κι έτσι δεν ξέρω πόσες στροφές λείπουν ούτε βάζω το χέρι μου στη φωτιά για την ακρίβεια της μεταγραφής (αν και όσο το θυμάμαι, σωστό μοιάζει)