ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΠΟΝΔΕΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΘΗΝΑ 2003

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ

 

Τα σώματα

έχουν τη δική τους γλώσσα

 

Χαρίζουν μαγεία αφής μυρωδιάς

και μνήμες σπάνιας έντασης

Τραγουδούν όποτε θέλουν

Δεν τα φθείρει η επανάληψη

 

Τα σώματα

έχουν μοναδική ομορφιά

εναλλασσόμενη και διαρκή

που φωνάζει ότι

έχουν δικές τους αξίες

και θέλει δύναμη για να τις δεις

 

Το δικό μου σώμα

είναι διαφορετικό σαν τα άλλα

όσο το δικό σου

Είναι φορτωμένο κύτταρα

πολλών άλλων σωμάτων

Φέρει μνήμες στιγμών αιώνων

ανάλαφρες προγονικές και άλλες

 

Τα σώματα

υπηρέτησαν πάθη πολλά κι εντάσεις

ηρεμίες απόλυτες και εξεγέρσεις

αισθήματα και συλλογισμούς

 

Αχ τα σώματα

και η δική τους σοφία

τις ατέλειωτες νύχτες…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΠΟΝΔΕΣ

 

Σπονδές στα ιερά σας

ο έρωτάς μου

 

Γυναίκες

 

με μανδύα την άβυσσο

με ακαριαία την ταύτιση

με μάτια κλειστά ηδονής υπέρτατης

με σώματα τόξα σε έγερση

με ανάσες βυθισμένες στο άπειρο

με άγνοια τόπου και χρόνου

 

δεν έφθειρε η επανάληψη τα ιερά σας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΑ ΙΕΡΑ

 

Σε σύλησαν καθώς τα ιερά

Που θέλουν Αγάπη και Τέχνη

Για να αναστηθούν

 

Με την υπομονή αυτοδίδακτων τεχνιτών

Αποκαταστάθηκαν

 

Και λάμπουν πάλι

Αναδεικνύοντας το σπάνιο παρελθόν τους

Πλούσιο σε ευαισθησίες

κι αγάπη

κι ερωτισμό

κι αξίες

κι αναφορές

κι εντάσεις

κι απέραντη γαλήνη

Στιγμές αιώνες

που σημαδεύουν ολόκληρη ζωή

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΩΡΑ ΠΙΑ

 

Τα βλέμματα πάνω του κι αδιαφορεί

Προσφορά και ζήτηση παντού

 

Η επιβεβαίωση αδιάφορη από καιρό

Η δυνατότητα επιλογής συνήθεια

Το παιχνίδι χωρίς νόημα πια

 

Γιατί η ζωή είναι αλλού

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΤΑ ΒΡΑΧΙΑ

 

Εκεί σε αυτή τη θάλασσα

σε αυτά τα βράχια

στα πρανή της εναλλαγής

όπου τα χρώματα σε διαρκή κίνηση

νιώθει παρουσίες

αλλά δεν βλέπει πρόσωπα

Κι αυτός μικρός κι ασήμαντος

ως μέγας

βαδίζει το δρόμο

της φλύαρης νυχτερινής σιωπής

όπου γράφονται τα καλύτερα τραγούδια

αφημένα ευλαβικά

στα πόδια εκείνα

που στηρίζουν μια ευλογημένη

για χρόνια κρυμμένη ομορφιά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΙΜΑΙ ΠΑΝΤΟΥ

 

Με την αμφιβολία δηλητήριο

και τις υποχρεώσεις άλλοθι

σε τραβούν μισάνοιχτες πόρτες

 

Οι ώρες φωνάζουν

ότι χρειάστηκε μισός αιώνας

για να φτάσεις σε κείνο

που άλλοι ονομάζουν υπέρβαση

κι εσύ πορεία φυσική

 

Πολύμοχθες αναβάσεις

Εκεί που φτάνουν οι γενναίοι

Εκεί που η οδύνη άγνωστη

οι φοβίες μακριά

κι η πίστη μιας κάθαρσης τόπος

 

Σύννεφο

φωτεινό σταθερό

Είσαι τώρα

Της αγάπης τελείωση

σκεπάζει με λευκά φτερά

την αγαπημένη

για να είναι οι νύχτες της

ήσυχες σίγουρες

 

Οτι κι αν συμβεί

η ζωή θα συνεχίζεται

χωρίς τέλμα

χωρίς αιδώ

αισιόδοξη για την επόμενη μέρα

που ξημερώνει πάλι και ξανά

με άλλα χρώματα

γι αυτό δεν είναι ίδια

 

Αίσθηση υπεροχής στα πράγματα

Αυταπάτη δύναμης συνεχούς αδιατάρακτης

Γιατί έτσι προστάζουν οι ανάγκες

Κι η πορεία μακρινή

 

Είμαι παντού

για να σου δείξω τη χαρά μου

όταν θα βρεις τη δύναμη να μην με έχεις ανάγκη

αλλά απλά να μ αγαπάς

 

καθώς εγώ

που έφτασα εκεί που δεν χωράν ανταποδώσεις

περιχαρής στ αλήθεια όμορφος

μέσα από την υπέρτατη αίσθηση

του να υπάρχεις επειδή είσαι εσύ

μακριά από εξαρτήσεις

 

Είναι η χώρα των γενναίων εδώ

κι όσοι πιστοί προσέλθετε

είπε

και με αγκαλιά τον κόσμο όλο

πήγε πρωί να κοιμηθεί

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΗΡΕΜΟΣ

 

Ηρεμος

με το βλέμμα βαθιά στο μέλλον

στη βεράντα της ομορφιάς

στην αγκαλιά του Αιγαίου

 

Αποδέκτης αρχαίων μηνυμάτων

μεταφράζει λόγια ακατανόητα

αγγίζει ψυχές

ακροβολίζει επιθυμίες

 

πετάει ψηλά

σαν πάντα παρών απών

 

και ζωγραφίζει για λογαριασμό τους

εικόνες παιδικές ως υψίτεχνες

για να ζεσταίνει τους χειμώνες

 

Ντύνεται τρυφερά

σε χάδι πρωτόγνωρο

αποτινάζει κελύφη αναστολές

μπαίνει σε χώρους άγνωστους

και περιδιαβαίνει την οικουμένη

σεμνά κι αθόρυβα

 

Η γύμνια του

το πιο ζεστό πανωφόρι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΟΣΕΣ ΖΩΕΣ

 

Πόση πίεση έζησες

και δεν έγραψες λέξη

 

Πόσοι στίχοι χάθηκαν

σε στιγμές που η σιωπή σου μιλούσε

όλα τα ποιήματα που δεν έχουν γραφεί

 

Πόσα κύτταρα άλλων σωμάτων

σε έντυσαν ζεστασιά

ανάσα πυρωμένη

 

Πόσα τραγούδια χάθηκαν

από τις ανοιχτές σου παλάμες

 

Πόση μοναχικότητα

άλωσε τις επιλογές σου

για να μπορείς να υπάρχεις

και να τραγουδάς τις νύχτες

 

Πόσο θόλωσε τα μάτια τους

αυτή η προκλητική οικειότητα

και δε μπόρεσαν να δούν

τα μάτια το πνεύμα την ψυχή σου

 

Πόσα τραγούδια στίχοι ποιήματα

χάθηκαν σε νιφάδες χιονιού

λιωμένες στην αναπνοή σου

 

Πόσες ζωές σου έταξαν;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΛΕΕΙ

 

Τώρα ο δρόμος έχει σταθερές επιλογές

μιας κι αποκαλύφθηκαν

μύριες συναντήσεις

όπου τα κορμιά – φορές –

δείχνουν το δρόμο στις ψυχές

 

Αυτή η αγάπη θα υπάρχει

κι ας βρίσκομαι μίλια μακριά

σε άλλες στέγες κι αγκαλιές

 

λέει

 

Να παίρνεις

όσο κι αν είσαι μακριά

από τη χαρά του άλλου

 

Να γεύεσαι

όσο κι αν είσαι μακριά

χαρά πολύ κι ανέμελη

 

Γιατί τα σπίτια που κατοίκησες

σε τίμησαν πολύ

για να μη μπορείς

την υπέρβαση των γενναίων

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΧΙΛΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

 

Χρόνια αναμονής

γι αυτά τα χίλια πρόσωπα

ζωγραφισμένα στη μορφή σου

 

Τότε που σε περίμενα

- πριν σε γνωρίσω -

με τα μυριάδες γράμματα

σε άγνωστο αποδέκτη

ήταν για να μπορώ να δω

αυτά τα χίλια πρόσωπα

σε μια μορφή

 

Αυτά τα χίλια πρόσωπα

 

μου ιστορούν

ανέμελα χρόνια παιδικά

ανησυχίες εφήβων

απέλπιδες έρωτες

στίχους σε μαθητικά θρανία

πόνους κι απαντοχές

δίψες κι εντάσεις

αγώνες επιβίωσης

ανείπωτα τραγούδια

 

Αυτά τα χίλια πρόσωπα

 

μου φανερώνουν

πάθος διεκδίκησης

ερωτικές αβύσσους

λυτρωτικά σμιξίματα

εισβολές κυττάρων

κραδασμούς συθέμελους

γνήσια τρυφερότητα

ωδές αέρινες

άπειρη υπομονή

κι αγάπη

 

Αυτά τα χίλια πρόσωπα

 

τα αγάπησα

κατακερματισμένα μέσα στο χρόνο

κι οι σπατάλες μου

- τότε που σε περίμενα -

ευοδώθηκαν

χρόνια πολλά μετά

μέσα σε μια μόνο μορφή

που ήταν η δική σου

 

ΕΤΣΙ

 

Απόλυτη αυτάρκεια

δύναμη ηρεμίας

ο χρόνος στα χέρια σου

 

Ισως καλύτερα αυτοδύναμος

να ορίζεις βήματα βαριά

από χρόνο ώρες στιγμές

κι αναπάντεχες ταυτίσεις

 

Τη νύχτα

λιπόθυμος σε παγερά πλακάκια

ξύπναγες με κρύο ιδρώτα

κι ίσως μην ήταν τόσο παγωμένη η αφύπνιση

με δυο χέρια να κρατούν το κεφάλι σου

μια φωνή να χαϊδεύει τα αυτιά σου

 

Παρά ταύτα το ένιωθες

ότι η ηρεμία στη μοναξιά δύναμη

και κουράγιο για τα δωσίματα της επαύριον

 

Τίμημα της αναμονής το πρόσωπό της

 

Εκείνη

χαϊδεύει τρυφερά κι ανθρώπινα

δίνει ζωογόνα ζεστασιά

κι η αφή του χαδιού της

ψιθυρίζει πως αξίζει να υπάρχεις

και μόνο γι αυτή την αίσθηση

Τόσο…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΑ ΙΧΝΗ

 

Τα ίχνη που άφησες

είναι άϋλες εικόνες

 

Κάποια κύτταρα στα χέρια

Ο απόηχος ενός γέλιου

Ενα τρυφερό άγγιγμα

Μια κίνηση του κεφαλιού

με τα μαλλιά στον άνεμο

Ένα ιδιόρρυθμο βάδισμα περισυλλογής

Το σκούρο του κρυμμένου πάθους

 

Τα ίχνη που άφησες

είναι ο κοινός θησαυρός

 

Τον καλύπτει σιωπή

Είναι μυστικός

και γι αυτό πολύτιμος

Τον συνθέτουν λέξεις κι εικόνες

Τον φυλάνε άγρυπνα τις νύχτες

η δίψα και η προσμονή

Σπίτι του οι αγκαλιές σε αναμονή

 

Τα ίχνη που άφησες

είναι εκμεταλλεύσιμα

 

Τροφή στο απρόσμενο

Δροσιά στα όνειρα

Πρώτη ύλη στους ποιητές της νύχτας

Τραγούδι άδολης έλλειψης

 

Γιατί και τα πιο μεγάλα όνειρα

είναι σαν τις αλήθειες

 

Κρύβονται στα απλά πράγματα

Τους αρκεί ένα ζεστό χάδι

για να αποφλοιωθούν

και να δώσουν τροφή

για ολόκληρη ζωή

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΙΝΑΙ ΦΟΡΕΣ

 

Είναι φορές

που αφηνόμαστε στο άγνωστο

και φορτώνουμε τα όνειρα θολές εικόνες

 

Είναι φορές

που τα χρώματα αποκτούν ζωντάνια

και η Ανοιξη ντύνεται

δυο μαύρα εκφραστικά μάτια

ίσια εβένινα μαλλιά

κι ένα στιγμιαίο χάδι

 

Είναι φορές

που αυτή η επίμονη εφηβεία

κολλάει στο μυαλό

έτσι που η παιδική καρδιά

διογκώνεται σε ώριμο στέρνο

 

Είναι φορές

που η γραφή αντιστέκεται

γιατί τα όνειρα θολά

τα χρώματα ζωντανά

κι η Ανοιξη χαρούμενη και σκούρα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΑΤΑΦΕΡΕΣ

 

Κατάφερες

να νιώσω

ανάσα αφή και μυρωδιά σου

αφύπνιση χρόνια μετά

 

Κατάφερες

να θυμηθώ τη φωνή της μάνας μου

όταν με είχε αγκαλιά

κι ακούγονταν μέσα από το στέρνο της

μαζί με τους χτύπους της καρδιάς

 

Κατάφερες

να ξυπνήσεις την έλλειψη

την θαμμένη στην αυτοδυναμία της άμυνας

Χρόνια τώρα η δύναμη της συνήθειας

έχτισε οχυρά σε ανύπαρκτους εισβολείς

Κι αυτό το κάστρο χάρτινο λες πήρε χρώματα

και φως και τραγούδια κι αναμονές

Κι ίσως γι αυτό γεννάει φόβους

Κατάφερες

να εγείρεις απαντοχές

να ανατρέψεις προγράμματα χρόνους

να κάνεις τη σιωπή εφηβικό πανηγύρι

να γεννήσεις διλήμματα κι ανάγκες

 

Κατάφερες

την απόφαση να δρέψω

Τίμημα η φωνή μου

στους τέσσερις ανέμους

με τα κρυμμένα μυστικά

να ζητούν το μερτικό τους

δειλινά σαν το αποψινό

που ο ήλιος αρνιόταν να κρυφτεί

για να γεμίσει ο ορίζοντας χρώματα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΙΔΑ

 

Με ανακαλύπτουν - λες - πρώτη φορά

Εννοιες που σμίλευα χρόνια

πήραν υπόσταση

 

Το φανταστικό πραγματικότητα

Αιωρούμαι ανάμεσα

σε αλήθεια ουτοπία πάθος

και όνειρα πολλά

Τώρα μόνη πραγματικότητα αυτά

 

Και με έκανες να δω όσο κανείς

ότι η ζωή μοναδικά όμορφη

και πάντα όχι αρκετή

για να χωρέσει τις διαστάσεις σου

Αγάπη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΘΕΣΗ

 

Αν υποθέσουμε

ότι αυτή η ζωντάνια

η ομορφιά

η ερωτική δίψα

η ανάγκη διαλόγου

η επί της ουσίας επικοινωνία

 

δεν εισπράττονται παρά στα όνειρα

 

και πως οι έννοιες «δροσιά» και «έκκληση»

αποκτούν ιδιαίτερη σημασία

 

Τότε

με μύριες όσες ακόμα υποθέσεις

 

τι θα κάνουν αυτά τα δυο τεράστια χαράς μάτια

όταν η ομορφιά της οικουμένης

παίζεται σε δυο στιγμές;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΟ

 

Ο πατέρας έφυγε από καιρό

Η μάνα δέντρο ξερό

Ρίζες κομμένες

και μόνο εσύ αναφορά

στον ορίζοντα των αναγκών

 

Γιατί όπως έλεγα από καιρό

δεν μπορεί παρά να υπάρχει

μόνο μια αγαπημένη

που δεν είναι εδώ

ούτε εκεί

ίσως πουθενά

 

αλλά υπάρχει

γιατί πώς θα ζήσουμε χωρίς αγαπημένη

σημείο αναφοράς δοσίματος

δικαιολογία ύπαρξης

δύναμη ζωογόνα;

 

Απάντηση

Εσύ

Τώρα

 

Στο δικό μου πέλαγος

του Αιγαίου

«πού μου ταιριάζει»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΟΛΥΤΙΜΟ

 

Ψιθυρίζει λόγια

καθαρά αποφασισμένα

 

Νιώθει τον απροσδόκητο

πολύτιμο θησαυρό

 

Φοράει μάσκες

με βάρος αισθητό

 

Μπορεί

την καίρια στιγμή

γιατί η συμπόρευση από καιρό

 

Σκέψη

πως ίσως η αφή αλλού

κύτταρα ξένα

στο κορμί

παντού

στα χέρια

στην ανάσα

στο κορμί

 

Αναμονή

Τώρα αφανίζονται σε μια στιγμή

μίλια θαλασσινά πελάγη

κι οι Σίσυφοι μακριά

 

Ηρεμία βαθιά στο στήθος

γιατί η αυριανή μέρα

θα φέρει τα ζωοποιά

γιατί το αναπάντεχο

πήρε μορφή και χρώμα

και το πολύτιμο

δικό μας εσαεί

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΓΝΟΙΑ

 

Μη θέλοντας να γνωρίζω

με μιαν άκρως επιλεγμένη άγνοια

βυθισμένος στην ηρεμία της βεβαιότητας

ότι δεν είσαι εκεί

 

αφού

σε βλέπω εδώ γαληνεμένη

με τους γλάρους

τον άνεμο

τη θάλασσα

τις κορυφογραμμές

τον ήλιο

που πορφυρός μας χαιρετά

 

τόλμησα να προδιαγράψω

το ασαφές μου μέλλον

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΩΡΑ

 

Εχει τόσα μυστικά τούτο το κορμί

τόσα τούτη η ψυχή

 

κι η υπομονή μεγάλη

με ελπίδα ταύτισης

στιγμιαίας ευτυχίας

κτήμα μας δικαιωματικά

 

Τώρα

 

Ο χρόνος στον έρωτα

σε άλλη διάσταση

περιμένει ως αναλώσιμο διαρκείας

ατελεύτητο πρόσκαιρο επικερδές

μα πάντα αναλώσιμο

 

Τώρα

δεν θέλω πάλι και ξανά

Γιατί η κούραση βαθιά

και τα μάτια διψασμένα

με ριζωμένες σκιές μελαγχολίας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΟΝΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

 

Δεν μπορεί

να μη με ακούς

τώρα κοντά μεσάνυχτα

που ένιωσα κείνο του ποιητή ζωγράφου

«προστάτεψέ με από αυτό που θέλω».

 

Δεν μπορεί

να μη με βλέπεις που πασχίζω ζωγραφιές μέσα από λέξεις

να μη με οσμίζεσαι πίσω από πρώην λευκά χαρτιά

να μη με γεύεσαι στην ανάγκη της μετάγγισης

να μη με νιώθεις στη μνήμη της αφής μου

 

Δεν μπορεί

να μην έχεις όλες τις αισθήσεις σε εγρήγορση

με τόση ομορφιά ανθισμένη

τώρα κοντά μεσάνυχτα

που « δεν θέλω να προστατευτώ από αυτό που θέλω»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΙΣΑΙ

 

Είσαι στα αλήθεια όμορφη

παραδομένη στον ύπνο

 

Κεφάλι σκούρο

αφημένο στα μεγάλα χέρια μου

αλλάζεις χίλια πρόσωπα

 

Κορμί ζεστό

για νύχτες χειμώνα

σούρουπα καλοκαιριού

 

Στέρνο θηλυκό

εύθραυστο δυνατό

Μάνας Παιδιού Γυναίκας Ομορφιάς

 

Ιερό σε αναμονή έρωτα

Ανοιξη εκεί

έτοιμη να δεχτεί τον ήλιο της

Γύρω της αφή κοιλιάς

άφθαρτη αμόλυντη

φωλιά εξαγνισμένη

 

Κουρνιάζω

Πόδια γερά

στηρίζουν ομορφιά κι ευάλωτη ψυχή

Φοβισμένη

 

Κίνηση άκρας σιγής

τα χέρια σε αγκαλιά

Δειλιάζουν κι απαιτούν μαζί

Είσαι στα αλήθεια όμορφη

Είσαι

Εσύ

 

Κι εγώ

δεν ντρέπομαι ποτέ

να σκίζω τα λευκά πουκάμισα

με το στέρνο μόνιμα γυμνό

σε πλήρη διάσταση διάταση

υπέρβαση παντός καιρού

στέρνο αντρίκιο παιδικό

φωλιά για ανάσες φοβισμένες

 

Εγώ θα είμαι εκεί

όταν δράκοι και θεριά

θα απειλούν τα όνειρα

που σου τάχθηκαν

με χέρια σε τεράστια αγκαλιά

 

ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ

 

Να είσαι ευλογημένη ομορφιά

που μου έφερες

το τραγούδι στο στόμα

απροσδιόριστα όνειρα στο νου

σύννεφα λευκά στον ορίζοντα

και κυρίως ελπίδα

 

κι όλα αυτά

μέσα από μιαν ακόμα ανατροπή

ρωγμή στα τείχη

 

χαραγματιά δική μας

ευλογημένη

από καιρό

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΟΙΚΟΣ ΑΞΙΩΝ

 

Εζησες στο υπέρτατο

εντάσεις έρωτες στιγμές

πάθος δονήσεις

«Μα δε μοιράστηκες ποτέ

αυτό τον οίκο αξιών

που έχτιζες χρόνια»

 

Αναρωτιέσαι αν χωράει άλλος πια

σ αυτό το σπίτι

κι εγώ σε βεβαιώνω πως θα τον καλοδεχτείς.

 

Με άκουσες εσύ της μοναχικότητας

κι όχι της μοναξιάς;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΓΙΑ

 

 

Αγία Αγαπημένη

θυμιατό η μυρωδιά του κορμιού σου

θαύμα η στιγμή της υπέρτατης ένωσης

εκκλησιά κάθε μέλος σου

ιερό τα πόδια σου

που στηρίζουν την ομορφιά της οικουμένης

έτσι παραδομένη στα χέρια μου

που κάθε αγιοσύνη μικρή

μπροστά στο μέγα θαύμα της Αγάπης

 

Αγία Αγαπημένη

 

Κράτησε τη ζωή σφιχτά στα χέρια

γιατί η ποίηση μπορεί

να χωρέσει σε ένα κορμί απόψε

Τραγουδάς με την κίνηση του κορμιού

που φεύγει στον ορίζοντα

όμορφο, αέρινο, μοναδικό

 

Θα σε κάνω να τραγουδάς συνέχεια

γιατί δε στέρεψε ο κόσμος από σκοπούς ακόμα.

 

Κι όταν είσαι μακριά

Η έλλειψη μελαγχολία

Η αφή σου πολύτιμη

Η ευωδιά σου βασανιστική στέρηση

Το κοντσέρτο για βιολί βαθύτερο

Το δωμάτιο τελείως άδειο

 

Τώρα, θέλω τη φωνή σου να λέει σ’ αγαπώ

Την αφή σου σε επίκληση

Τη μυρωδιά σου διεγερτική νάρκωση

Το χέρι σου για πορείες μακρινές

Τα μάτια σου για μοιρασιές

Το κορμί σου για να σταματήσουμε το χρόνο.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΘΑ ΦΥΓΩ

 

Τότε που θα φύγω

θα είναι Ανοιξη

η γη θα μυρίζει ζωή

η θάλασσα θα λαμπυρίζει

ο άνεμος θα γλυκοφυσά

θα το μάθουν οι φίλοι από τις εφημερίδες

στα μονόστηλα των γραφείων τελετών

 

Και συ θα είσαι εκεί

 

Δυστυχώς

δεν θα έχω φύγει πρώτος από τους αγαπημένους μου

και θα φέρω κενό μέγα εντός μου

όπως έφερα κενό από τις πολλαπλές απουσίες

που οδηγούν στην πραγματική Ποίηση

 

Τότε που θα φύγω

η ανθρωπότητα θα με ευγνωμονεί

αφού εξέλιπε μια ακόμα ενόχληση ή απειλή

θα ανακαλύψουν αίφνης πολλά

και κείνοι αντίπερα θα γράψουν

«δια το έξοχον ποιητικόν φιλοσοφικόν μου έργον

δια το απαράμιλλον ήθος μου

δια τα καθαρά αγνά μου μάτια

δια την ατελείωτην αγάπην μου εις τον άνθρωπο

δια την βαθυτάτην ευγένειάν μου

δια τας μυρίους όσας ενισχύσεις μου εις τους συνανθρώπους

δια την τεραστίαν πλην ζεστήν αγκάλην μου

δια τους κοινωνικούς μου αγώνας

δια τα ατελεύτητα πάθη μου

δια τους εκατοντάδας ερωτάς μου

δια την επιμελημένην μου μοναχικότηταν»

έτσι ως επαρχιακοί δημοδιδάσκαλοι

επαρχίας του πενήντα ομιλούντες

 

Και συ θα είσαι εκεί

 

Τότε που θα φύγω

θα κλάψουν όσοι νιώσουν το κενό της απουσίας

οι γυναίκες που έσμιξα σε υπέρτατες στιγμές

αυτές που δέχτηκαν τη σπονδή μου

στο υπέροχο ιερό τους προσκυνώντας

και πίστεψαν ότι τις ερωτεύτηκα

γιατί παρανόησαν την ευλάβειά μου

στο γυναικείο κορμί

στην υπέροχη κοιλιά

την πηγάζουσα ζωή

και ένταση

και αίμα

και οσμές

και ανάγκες

και ζέστη ανείπωτη

και δικαιολογία ύπαρξης

 

εκείνες τις μοναδικές στιγμές

κάθε φορά και άλλες

κι ας επαναλαμβάνονταν χιλιάδες φορές

 

Και συ θα είσαι εκεί

 

Τότε που θα φύγω

θα βρουν μια περιουσία χάρτινη

θα αναλογίζονται τι να την κάνουν

Μπορεί να ανάψουν το τζάκι

και θα τους είναι εμφανώς χρήσιμη

Μπορεί να στρωθούν στη μελέτη

και να ανακαλύψουν όχι όσα έκρυβα

μα όσα δεν ήθελαν να δουν

σε έναν εν κρυπτώ ποιητή

 

Οι κρίνοντες για να υπάρχουν

γράφοντες στα κάθε λογής έντυπα

θα γράψουν ύμνους

για κείνονπου όσο ζούσε

δεν του συγχωρούσαν

ούτε το περπάτημα

ούτε τη φωνή

ούτε τη ματιά

ούτε την ανάσα

και κυρίως τους μεγάλους έρωτες

 

Και συ θα είσαι εκεί

 

Τότε που θα φύγω

Οι βουκαμβίλιες μου θα είναι γεμάτες άνθη

και μόνες θα υποκλιθούν

στον θαυμασμό που έτρεφα γι αυτές

αφού άνθιζαν όποτε ήθελαν

κι ο σκύλος μου θα κλάψει τρεις μέρες

επισημαίνοντας την απουσία

από το σπίτι μου

που θα αλωθεί από πραγματοθήρες

άλλες φωνές θα ζεστάνουν τους τοίχους του

θα ψάξουν κάθε γωνιά

μη κι ο ποιητής είχε λεφτά σε κρύπτες

κι οι συλλογές μου από ευτελή για κείνους πράγματα

θα φτάσουν στη χωματερή

 

Και συ θα είσαι εκεί

 

Τότε που θα φύγω

Θα σκέφτονται μη κι εξακολουθώ να υπάρχω

και θα ανάβουν καντήλια

αγνοώντας το οριστικό τέλος

 

Πολύ σύντομα θα με ξεχάσουν

τα βιβλία μου έκθεμα παλαιοπωλείων

σε ευτελή τιμή

για ιδιόρρυθμους ερευνητές

 

Και συ αγαπημένη πάντα εκεί

 

Θα στοιβάζεις

τα χαρτιά που γέμιζα τις νύχτες

- τα περισσότερα λευκά -

σε κείνο το τεράστιο κενό

που αφήνουν οι αγαπημένοι στην ψυχή σου

 

Θα μοιραστείς ακόμα μια φορά μόνο εσύ

«αυτό τον οίκο αξιών που έχτιζα χρόνια»

με τα χιλιάδες χρώματα

μουσικές μυρωδιές κι ανάσες

 

Ηρεμη όμορφη

ως πάντα ευθυτενής

θα ανηφορήσεις το Λυκαβηττό

θα αγκαλιάσεις την πρωτεύουσα

και θα μαντέψεις μόνο εσύ

πόσες ψηφίδες μου

κρύβουν οι βιβλιοθήκες

κι οι ψυχές τους

 

Γιατί εσύ ήσουν πάντα εκεί