του Γιάννου Επαχτίτη
|
(Μνημόσυνο στον Άλκι Παλαμά) |
|
Κάποτε, σ΄ ώρα μυστική κι αλάλητη, τον είδα, τον είδα ν΄ αλαφροπατεί, διαβάτης αργοπλάνος κι αθώρητος ο Βασιλιάς, ζητώντας την Καλή του. ― Κι η Νύχτα, που για χάρη της, θαρρεί, παλεύει ο νους του, με τα χλωμά δαχτύλια
της μαύρη στολή τού πλέκει κι από τ΄ αγιόρταστα
προικιά φλοκάτα, για
να κρύψει τη λαμπερή κορόνα του και το χρυσό σπαθί του, κανείς μη τον αφοκρασθεί, κανείς μη τον γνωρίσει. ― Κι ενώ περνά, κι ενώ μισεί τ΄ απόξερο, το στείρο λαγγάδι, που στο δρόμο του ξανθούς ανθούς δε στρώνει, το μονοπάτι, πάρωρα, πικρόν τον φέρνει κάπου σ΄ αυλή, που λες τον ίσκιο του γροικά μέσ΄ τ΄ όνειρό της, σε θύρα, που τον χαίρεται κρυφά και του διανεύει. Ω, πώς ν΄ αράξει θάτρεχε στην αγκαλιά σου πάντα, λιμάνι, κι η αγάπη του μαζί, που τον τρομάζει! Στέλνουν φιλιά τα μάτια του κι ευχές οι λογισμοί του· κι ενώ με ζήλεια, φεύγοντας, τ΄ αγνό του βήμα σβύνει η Νύχτα η κακοπρόσωπη, χίλιοι του ψέλνουν ήχοι να τρέξει πίσω ολόχαρος όπου ποθεί και ξέρει... |
|
Και να χρυσόφτερες ψυχές, παρθένες φτερουγιάζουν σ΄ ένα λουλούδι που αγαπούν κι Ηλιόχαρο το λένε, πούχε απαλά σαν της Αυγής το ξύπνημα προβάλει. |
|
Τ΄ αστέρι τ΄ αποβραδινό κι ολάρφανο αγαπούσες, που τρέμει, πριν τα κάλλη του στον κόσμο διαλαλήσει, μην το προσμένουν μάγισσες κακές να το μαράνουν, μαύρες καρδιές μην το καλούν να φέξει στη μονιά τους· περήφανος ο δρόμος του, τρανός εμπρός του φεύγει, κι ως σε υπνωμένα κύματα κι ως σε γαλήνια δάση να πλανηθεί, κι αντίπλωρο γοργά να πελαγίσει ― σαν το πουλί που λαχταρά κι η ώρα τ΄ ανακράζει να γείρει στην αγάπη του ― πάλι να στρέψει θέλει κι εκεί, που, νιο, ροβόλησε θλιμμένο να φωλιάσει. |
|
Πες μου άπλερε κορυδαλέ, ποια μαγεμένη τάχα φλογέρα, που τον ήχο της κανείς δεν τον θυμάται, ήρθε στο παραθύρι σου τρελά να κελαδήσει κι είπε για κείνα τ΄ άπλαστα, που τάπλαθε η λαλιά της, τα κρίνα, που στα πόδια σου ζωγραφιστά και πλήθια αλοί! σε κρυφανάβλεπαν, διψώντας τα φιλιά σου; Κι εκεί που τα φτερούγια σου ποθούσες με λαχτάρα τριγύρω στο τραγούδι της ερωτικά ν΄ απλώσεις, μαζί του πέρα να διαβείς σ΄ άγνωρο περιβόλι κι όπου σας φέρει ο πόθος σας τα δυο και τ΄ όνειρό σας, γιατί τα χάδια τ΄ άφωνα και τ΄ απαλά σα χνούδι φιλιά και τις αγάπες σου και τις χαρές ν΄ αφήσεις; Κι όσα βαθιά μουρμουρητά, κι ολόδροσα για σένα χρυσοπλεμένα στέφανα με σύρμα απ΄ τα μαλλιά σου, κι όσα σε γλυκοκοίμιζαν και σε μυροφορούσαν πνεύματα, που σε κλαίγονται στην ερημιά τους τώρα, γιατί τ΄ αρνήθης, άγουρε ξενιτεμένε κρίνε, κι έφυγες με το σύνεφο και με το κύμα; |
|
Πες μου |
|
τ΄ αραχνιασμένα τ΄ άρματα, για ψέμα πούχε τάξει της λεβεντιάς σου φυλαχτά, και τ΄ άφταστα παλάτια, που θάστελνε στους ύπνους των σημάδι, για ν΄ ανοίξουν, το βροντερό σου πάτημα και τον μακρύν αχό του, πες μου τα κρυφομίλητα στολίδια και παιγνίδια, τα μύρια κιτροβύσσινα χαρίστματα της δύσης, που εκείνο το νεραϊδικό σε μέθυσε τραγούδι κι έκλεψε από τα χείλη σου τις ομορφιές που ανθούσαν, κι επήρε, για να καυχηθεί στον κόσμο όθε περάσει, και τα χρυσά σου κλάματα και τ΄ αργυρά σου γέλια και κάθε λάλημα κι αχάραγον σκοπό, που λαχταρούσε ψηλά, βαθιά να φτερωθεί κι αιθέρια ν΄ αντηχήσει! |
|
Ο νιος αργοστολίζεται κι η νύφη, λάμια χήρα, με φίδι΄ ανάπλεγα μαλλιά και πυρωμένα νύχια, που ακοίμητη στους πύργους της, τους καταχωνιασμένους, φρυμάζει να τον καρτερεί κι η λαύρα να την τρώγει, στέλνει άμετρο συμπεθεριό να παν να της τον φέρουν. Σαν οργισμένα σύνεφα, που λες κοπάδι εμπρός του άγριος βοριάς τα σαλαγεί, περνούν κι αχολογούνε κι από ψηλά το βήμα τους ανατρομάζουν τ΄ άστρα... Γόοι κι αλοί! την πόρτα σου και την καρδιά σου κλείσε και μη λαλείς και μη φιλείς τον ακριβό σου, μάνα! Ήλιε, πατέρα βασιλιά, κι αν νιώθουν το θυμό σου αυτοί, μου μαύρος σίφουνας ουρλιάζουν μανισμένοι, μύριοι μ΄ αλόγων αστραπές κι αρμάτων καβαλάροι, πρόφτασε το δοξάρι σου ν΄ απλώσεις! Τον Καλό σου βόηθα για την αγάπη του, και συ, Κυρά Σελήνη! |
Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο πέμπτο τεύχος του περιοδικού «Η τέχνη»
Επιστροφή
στην ανθολογία από το περιοδικό «Η τέχνη»