ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ

ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ Επίσης, τί είναι απλό καί τί πολύπλοκο πράγμα, εγώ τώρα πιά δέν τό καταλαβαίνω. Νοιώθω μόνο πως όλα περνούν α- πό μέσα μας καί -τί περίεργο- ακούν όταν τούς μιλάμε. Καί ίσως κάπου κάπου, χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε αμέσως κι αυτό, έχουμε κιόλας μιλήσει γιά πολλήν ώρα μαζύ τους. "ΚάΓΙΑ"

ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ

ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ Αλίτα 10-2-1997 Δακρύζουν τά χέρια μας. Σάν τίς εικόνες τής Παναγίας που ξαφνικά τρέχουν τά ζωγραφιστά μάτια τους δάκρυα γιά τούς ανθρώπους που έρημοι καί μόνοι ζούν μέσα στό φοβε- ρό πλήθος τών πραγμάτων, έτσι καί τά χέρια μας δακρύζουν απ' τίς αναμνήσεις. Προσεύχονται λοιπόν μαζύ στήν αρχή, αναζητάει τό ένα τό άλλο, σφίγγονται σάν νά κρυώνουν, τυλίγονται απελπισμένα, τά δάχτυλά τους χαϊδεύονται τρυφερά, όμως σιγά σιγά απο- μακρύνονται σάν κάτι νά προσπαθεί νά τά χωρίσει, ένα πρό- σωπο φαίνεται, ένα σώμα ζωντανεύει ανάμεσά τους, μιά α- γκαλιά τά στρίβει γύρω της σάν φίδια, μένουν ανοιχτά τότε, δέν αφίνει τό ένα νά πλησιάσει τό άλλο σ' αυτό που κρατάει, έχουν ξεχάσει πως ανήκουν στό ίδιο κορμί, πως πρίν από λί- γο προσεύχονταν μαζύ στόν ίδιο ουρανό, μόνο που κάπου κάπου ένα καυτό δάκρυ στάζει απ' τό αριστερό στό δεξί που τό σκουπίζει τώρα βιαστικά στά ρούχα μας καθώς είναι πα- ραδομένο πιά κι αυτό στίς δικές του αναμνήσεις. Δυστυχισμένοι εμείς που τά χέρια μας θυμώνουν επειδή δέν έχουν τίς ίδιες αναμνήσεις καί τό καθένα θέλει νά στείλει πρώτο τίς δικές του στό μυαλό που νομίζει ότι είναι ο ουρα- νός. Παραπονιέται γιατί κάτι αγαπημένο χάθηκε από μιάν α- πρόσεκτη κίνηση τού άλλου καί ζητάει δικαιοσύνη που δέν μπορεί νά υπάρχει σ' αυτόν τόν κόσμο. Μόνο τό μυαλό δέν έχει αναμνήσεις, κάθεται καί κοιτάζει τά χέρια του καί μελαγχολεί γιατί όχι μόνο αυτά, αλλά καί κάθε κομματάκι τού κορμιού του έχει τίς δικές του αναμνήσεις, κλαίει γι' αυτές καί είναι θυμωμένο μέ τά άλλα που δέν τό βοήθησαν νά μήν χάσει τούς αγαπημένους του. Ζητάει δικαιοσύνη, αλλά πώς νά βρεθεί δικαιοσύνη σ' αυτόν τόν κόσμο; Επειδή καί κάθε κομμάτι αυτού τού κόσμου έχει τίς δικές του αναμνήσεις από τόν δικό του αγαπημένο που τά διπλανά του κομμάτια έγιναν αιτία νά χάσει. Ζητάει τώρα λοιπόν κι αυτό δικαιοσύνη, αλλά υπάρχει τίποτα σ' αυτόν τόν κόσμο που νά μήν έχει δίκιο; Γι' αυτό κλαίνε κι οι εικό- νες τής Παναγιάς καί σηκώνουν τά μάτια τους στόν ουρανό. Από απελπισία. Καμμιά βοήθεια δέν μπορεί νά περιμένουμε απ' τόν ουρανό. Ο ουρανός είναι αχρηστεμένος. Όταν οι εικόνες τής Πανα- γιάς δακρύζουν, δακρύζουν γιά τόν ουρανό κι όχι γιά τόν κόσμο. Κομμάτια φεύγουν από τόν ουρανό καί πέφτουν μέ πάταγο στήν γή. Επειδή είναι ουρανός δέν πληγώνουν κανέναν, αλ- λά τά πουλιά που δέν ξεγελιούνται εύκολα τρομαγμένα απο- δημούν. Πούπουλα απ' τό βιαστικό πέταγμα γεμίζουν τά χω- ράφια καί τίς αυλές καί τά πεζοδρόμια στίς πόλεις. "Οι αγ- γέλοι τινάζουν τά φτερά τους", λέμε τότε, καί μέ γέλια καί φωνές τρέχουμε νά τά μαζέψουμε γιά τά μαξιλάρια μας. Μισώ τό σώμα μου αφάνταστα. Ιδιαίτερα τώρα που είναι νέο. Παρ' ολο που τό γέρικο τό έχει δεμένο στούς χαλκαδες τού τοίχου καί τό βασανίζει. Τό γέρικο λαχανιάζει κιόλας, σχεδόν χαϊδεύει λυπημένα το νέο, αλλά τί τρομερός βασανι- στής που θά είναι τό νέο όταν ο Κύριος τής δικαιοσύνης τά διατάξει ν' αλλάξουν θέσεις! Λουλούδια που έχω ποτίσει τά απογεύματα στήν αυλή μου, σπουργίτια που έχω ταίσει μέ ψίχουλα απ' τό χέρι μου τίς παγωμένες μέρες τού χειμώνα, σαλιγκαρομάνες φουσκωμέ- νες αυγά που πήδηξε τό πόδι μου από πάνω σας τήν τελευ- ταία στιγμή μετά τήν βροχή μέσ' στά χορτάρια, κουκούτσια που φύτεψα στό χώμα γιά νά φυτρώσετε, υπέροχα κομματά- κια γυαλί που φύσηξα καί καθάρισα μέ σάλιο τήν λάσπη απ' τήν λεπτή σας επιφάνεια, αγαπημένα πεύκα που στίς κατα- σκηνώσες τόν Σεπτέμβρη όταν έφευγαν όλοι έκοψα μέ τά άρρωστα χέρια μου λιποθυμώντας ύστερα από κάθε προ- σπάθεια τά μισοχωμένα κιόλας μέσα σας στριφτά δυνατά σύρματα καί τά σχοινιά γιά τό άπλωμα τών ρούχων καί τό στερέωμα τών σχοινών που έσχιζαν τήν τρυφερή σας σάρκα, μικρές σαύρες που κοιταχτήκαμε ακίνητοι πανω σέ κάποιον βράχο όταν ο ήλιος έψηνε τό λιβάνι τό μεσημέρι, μή μ' αφί- σετε νά πεθάνω έτσι μέσα στά δάχτυλα τής μάνας σας, πέστε της ποιός είμαι, πέστε της ότι μέ γνωρίζετε κι ότι δέν θέλω νά σάς κάνω κακό, γιατί μέ σφιγγει πολύ από κεί που μέ έχει πιάσει νά δεί τί θέλω μέσ' στό σπίτι της... Μέσα στό σπίτι της δέν ήθελα τίποτα, είχα βρεθεί ξαφνικά στό χωράφι όταν μέ είχε πιάσει, "τί θές εσύ εδώ;", είπε, "τί είσαι;". "Δέν ξέρω Μεγαλειοτάτη", είπα θλιμένα, "μέ σφίγ- γετε πολύ όμως, θελετε νά μέ λειώσετε;". "Μπορεί καί νά τό κάνω", απάντησε κοιτάζοντάς με περίεργα. "Μά θά σάς λε- ρώσω τό δάχτυλάκι σας", ξεφώνησα μ' ένα αγκομαχητό για- τί είχε αρχίσει νά μέ σφίγγει περισσότερο, "κι έπειτα ολό- κληρος ίσως νά σάς είμαι χρήσιμος, ενώ λειωμένος θά πρέ- πει νά πλύνετε τά χέρια σας". Πές σέ μιά Φύση νά πλύνει τά χέρια της κι έχεις σωθεί από λειώσιμο, αλλά ύστερα πρέπει γρήγορα νά σκεφτείς πώς θά τήν ξεθυμώσεις. "Η Υψηλότης τής Ευγενείας σας", είπα από τό χώμα που μέ είχε πετάξει, "δέν χρειάζεσθε κανέναν κηπουρό; Δέν τής λείπει κάποιος που νά χτενίζει τά δέντρα της π.χ.; Κοιτάξτε πως έχουν κα- ταντήσει. Φτερνίζεσθε συχνά;", ρώτησα όσο μπορούσα πιό ευγενικά. "Μάλλον", απάντησε λίγο πιό ξεθυμωμένη τώρα. "Καί τί μισθό ζητάτε;". "Λοιπόν", είπα, "έχουμε καί λέμε: Δέν θά μέ ξαναπιάσετε στά δάχτυλά σας νά μέ σφίξετε, δέν θά αφίσετε τίποτα νά πέσει επάνω μου, θά μέ προειδοποιήτε όταν σάς έρθει φτάρνισμα καί, τό σπουδαιότερο, θά μελετή- σετε τά συστατικά μου γιά νά μπορείτε νά μέ ξαναφτιάξετε, άν τυχόν από άλλου είδους απροσεξία μέ χαλάσετε μερικά ή ολικά". "Δέν κάνω απροσεξίες!", είπε καί κοκκίνησε, "Πολύ σπάνια ίσως. Καί μέ ζαλίσατε μ' όλες αυτές τίς απαιτήσεις σας. Ιδιαίτερα αυτό τό μερικά ή ολικά. Άν καί δέν θέλετε νά μού πείτε από πού έρχεσθε, ωστόσο μοιάζετε μέ τά ζώα μου. Σχεδόν εντελώς. Υπάρχουν μόνο ένα δυό συστατικά που δέν τά καταλαβαίνω. Από πού τά πήρατε;". "Ειλικρινά δέν ξέ- ρω", είπα μέ θλίψη, "είναι μέσα στό κεφάλι μου μήπως;". "Είναι όλο τό κεφάλι σας", απάντησε εκείνη μισοκλείνοντας τά μάτια γιά νά δεί καλλίτερα. "Πιό στριμμένο πράγμα δέν υπάρχει ούτε στίς μαύρες τρύπες μου! Θέλετε νά τό κρατή- σετε οπωσδήποτε;". "Τί μπορώ νά κάνω χωρίς κεφάλι, Εξο- χωτάτη", ρώτησα απορώντας, "θά χάσω όλες μου τίς ικανό- τητες. Δέν θά σάς βλέπω, ούτε θά σάς μιλώ, ούτε θά σκέφτο- μαι. Θέλετε νά μέ καταντήσετε φυτό;". "Οι φόβοι σας είναι παιδιάστικοι", είπε εκείνη χαμογελώντας. "Μήπως ένα φυτό δέν μπορεί νά μέ δεί, νά μού μιλήσει ή νά σκεφθεί; Γιατί δέν διαλέγετε ένα από μιά ωραία ποικιλία λάχανα, νά τό ξε- φορτωθούμε αυτό τό πράγμα;". "Μά θά σκέφτομαι σάν καί σάς τότε!", φώναξα τρομοκρατημένος, "Ενώ τώρα σκέφτο- μαι σάν κι εμένα! Θέλω νά πώ, δέν ξέρω τί θά χαθεί άν γίνει μιά τέτοια αλλαγή", είπα μαλακότερα γιά νά μήν τήν προ- σβάλλω, "μπορεί νά φέρνω ένα μήνυμα γιά σάς από κάπου αλλού, μπορεί εγώ ο ίδιος νά είμαι τό μήνυμα, μπορεί ακό- μα νά είμαι ολόκληρο αυτό τό κάπου αλλού. Πού ξέρουμε γιά νά διακινδυνέψουμε μιά τέτοια αλλαγή μέ τά λάχανά σας;". "Έ τότε πρέπει νά τό βρείτε εσείς", είπε καί άρχισε νά ψηλώνει, νά πλαταίνει καί νά φαρδαίνει ώσπου χάθηκε απ' τά μάτια μου. "Καί στό μεταξύ σάς προσλαμβάνω. Χω- ρίς όρους. Βγάλτε τα πέρα μόνος σας". Αναστέναξα κι άρχι- σα νά περπατάω στούς χοντρούς σβώλους τού χωραφιού. Φαινόταν σκαμμένο βαθειά σέ ίσιες γραμμές ώς εκεί που έ- φτανε τό μάτι. Δίπλα του τραβούσε ένα ποταμάκι γεμάτο νε- ρό που στίς όχθες του ήταν φυτεμένα στή σειρά, τό ένα μετά τό άλλο ώσπου νά χαθούν στήν άκρη τού ορίζοντα, κάτι υ- πέροχα πανύψηλα δέντρα. "Ποιός τά έχει τακτοποιήσει τόσο ωραία;", είπα μέσα μου καθώς άρχισα νά χτενίζω τό πρώτο μου δέντρο. 16-2-1997 Προχωρούσα στήν αμμουδιά ενός Αυγούστου, ο Αύγουστος ήταν ξαπλωμένος μέ μισόκλειστα μάτια στήν σκιά ενός τε- ράστιου αγκαθωτού θάμνου τής παραλίας, η σημαία του, που δέν τήν αποχωρίζονταν ποτέ, ήταν καρφωμένη πιό 'κεί (η σημαία τού Αύγουστου, κανείς δέν ξέρει γιατί, έχει τήν φωτογραφία τού Τσέ επάνω της) κι ανέμιζε στόν γαλάζιο ου- ρανό, κόντευα νά ζαλιστώ τελείως από τόν δυνατό ήλιο, η θάλασσα γυάλιζε τόσο πολύ που μού είχαν θαμπώσει τά μά- τια, ένας αλμυρός ιδρώτας έσταζε κόμπο κόμπο από τήν μύ- τη μου, η άμμος ήταν τόσο καφτή που σκεφτόμουνα μέ τρό- μο μή μού χαλάσει καμμιά σαγιονάρα κι αναγκαζόμουν νά περπατήσω ξυπόλυτος, ο Αύγουστος ασυγκίνητος μέ παρα- τηρούσε μέσ' απ' τά βλέφαρά του νά τραμπαλίζομαι κάνο- ντας ένα βήμα τήν ώρα. "Ιλλούστριμε Αύγουστε", είπα, "άν τραβηχτείτε λίγο πιό πέρα θά μέ χωρέσει κι εμένα η σκιά". "Εντάξει", απάντησε, "μόνο κάνε λίγο σιγά όταν θά σωριά- ζεσαι γιατί κοιμάται η Αλήτα". Έκανα σιγά όταν σωριαζό- μουνα φτύνοντας ιδρώτα καί άμμο, η σκιά μού φάνηκε πιό ζεστή από τόν ήλιο, ο ήλιος που είχε μαζέψει τό κορμί μου άρχισε νά βγαίνει κύματα κύματα, ο Αύγουστος τραβήχτηκε ακόμα πιό κεί "αυτή η μάνα μου τό παρακάνει μερικές φο- ρές", είπε, "είσαι ο κηπουρός που προσλάβαμε;". "Μάλι- στα, ο ίδιος", παραδέχτηκα λαχανιασμένα, "πώς τό λένε τό μέρος εδώ;". "Είμαστε στή Μεσόγειο, κάπου στά Ελληνικά νησιά. Έχει τόση ησυχία, τόση γαλήνη όταν πέφτει ο ήλιος! Αποτραβιέμαι συχνά σ' αυτές τίς παραλίες. Οι βράχοι μυρί- ζουν λιβάνι τό μεσημέρι. Κι αυτά τά πεύκα! Είμαι ερωτευ- μένος μαζύ τους. Τί συμβαίνει μέ τό κεφάλι σου;". "Σάς τά πρόλαβε η μαμάκα σας έ;", είπα λίγο θυμωμένος μέ τό κου- τσομπολιό. "Δέν είναι λάχανο. Ορίστε. Καί τώρα πέστε μου ποιά είναι η Αλήτα;". "Κοίταξε μόνος σου", είπε. "Από 'δώ". Κοίταξα μέσα στή σκοτεινή τρύπα τού θάμνου που μού έδειχνε καί είδα στό βάθος μιάν όμορφη άσπρη γάτα φαρδιά πλατειά ξαπλωμένη που απάνω στήν κοιλιά της στριμώχνονταν βυζαίνοντας πέντ' έξη κουτσούβελα. "Ά!", είπα. "Καί τί τρώει;". "Είναι κυνηγός", απάντησε ο Αύγου- στος. "Σκοτώνει κουνέλια τής άμμου καί τυφλοπόντικες". Πράγματι στό μακρυνό βάθος τής φωλιάς άσπριζε ένας σω- ρός από κάτι λεπτά κοκκαλάκια. Τότε η Αλήτα άνοιξε τά υ- πέροχα μάτια της καί μέ είδε, τεντώθηκε χωρίς ίχνος ανησυ- χίας, χασμουρήθηκε ανοίγοντας τό στόμα της μέ τά κατα- πληκτικά δόντια καί βάλθηκε νά γλύφει τά παιδιά της που άρχισαν νά τσιρίζουν. "Είναι η προσωπική σας γάτα;", ρώ- τησα μαγεμένος. "Είναι η αγαπημένη μου", απάντησε ο Αύ- γουστος μέ τρυφερότητα. "Καί ο πατέρας πού βρίσκεται;". "Αλητεύει καί τσακώνεται μέ τούς άλλους αλήτες σάν κι αυ- τόν", γέλασε ο Αύγουστος. "Αλλά ποιός νοιάζεται; Αυτός ο κόσμος είναι τό βασίλειο τής μάνας". "Ξέρω, ξέρω", είπα κουνώντας τό κεφάλι. "Είχα ήδη μιά συνάντηση". Ήταν δυό τεράστια δάχτυλα που σκάλιζαν τήν άμμο τής α- κτής, τό ένα είχε ένα νύχι σπασμένο στούς βράχους, τά γνώ- ρισα, ήταν τά δικά της, μέ είχαν βρεί, δέν μπορούσα νά κρυ- φτώ στήν άμμο πιά ούτε καί σ' αυτή τήν απέραντη παραλία τών Βατερών, έτρεξα γρήγορα στήν θάλασσα καί βούτηξα μέσα. Τό νερό μέ κουκούλωσε πνίγοντάς με σχεδόν, αλλά δέν μπορεί νά πνιγεί κανείς μόνος του όταν ξέρει νά κολυ- μπάει, έκανα ένα μακροβούτι καί ξαναβγήκα στήν επιφά- νεια, πήρα μιάν ανάσα βήχοντας κι άρχισα μέ μεγάλες απλω- τές ν' απομακρύνομαι. Πιό 'κεί έπαιζαν κάτι δελφίνια, άν προλάβαινα νά τά φτάσω ίσως μέ μπέρδευε μαζύ τους. Ή- ταν η τρίτη φορά που μ' έλειωσε καί μέ ξανάφτιαξε τήν προηγούμενη ημέρα, δέν άντεχα άλλο, δέν μ' άφινε νά πεθά- νω, μόλις έπαιρνα λιγάκι απάνω μου εμφανίζονταν ξανά νά βρεί από πού είχα έρθει καί γιατί είχα διαφορετικό κεφάλι. Ένοιωσα κάτι νά μού γαργαλάει τό πόδι καί είδα τήν επιφά- νεια τού νερού ν' απομακρύνεται, όπως τό ψάρι τό πιασμένο απ' τό καλάμι τού ψαρά βλέπει νά έρχεται κατ' απάνω του ο ουρανός. Δέν γράφω ιστορικό μυθιστόρημα, κύριοι. Ούτε κοινωνική μυθιστορία. Ούτε κάν ψευδοερωτικές εσωστρεφείς νουβέλ- λες. Δέν μ' ενδιαφέρουν οι σχέσεις μεταξύ τών ανθρώπων. Εκείνο που μέ απασχολεί είναι ο εαυτός μου. Καί μάλιστα ο εαυτός μου απέναντι στήν Φύση, η οποία υποτίθεται ότι εί- ναι ο δημιουργός. Ο δημιουργός μου! Χά! Δέν έχω τήν απλή καί όμορφη πίστη τών Ινδιάνων τής Βόρειας Αμερικής -άν καί θαυμάζω τήν ιδιοφυή αυτή κόκκινη ράτσα (εκτός από τήν συμπεριφορά τους στίς γυναίκες καί τούς αιχμαλώτους)- στήν Μάνα Γή. (Μάνα Γή, υπομονετική υποτακτικιά τής Φύσης, δέν θά ξεχάσω ποτέ τό τραγούδι του Χιαγουάθα όσο ζώ). Δέν θέλω επίσης νά αντιπαραθέσω οποιαδήποτε γελοία θρησκευτικη προκατάληψη σ' αυτόν τόν μεταδαρβίνειο ι- σχυρισμό γιά τήν προέλευση τού είδους μας, ο οποίος προ- τάθηκε απ' τούς καλλίτερους. Καί σέ τελευταία ανάλυση δέν μ' ενδιαφέρει τό είδος μας. Τό είδος μας απεδείχθη γιά πέτα- μα. Ποίοι επιβιώνουν; Οι λασπεροί Ιουστινιανοί όταν τούς Βελισσάριους τούς τρώει τό σκοτάδι; Φτάσαμε νά κατηγο- ρούμε τά αθώα θύματα γιατί άφησαν τούς δολοφόνους νά τούς κόψουν τόν λαιμό. Δέν υπάρχει άμυνα. Δέν μπορεί κα- νείς νά είναι αθώος καί ζωντανός. Είναι τό πρώτο μάθημα τών θρησκευτικών στά σχολεία τής Δύσης Καϊν καί Άβελ. Θέλει να πεί: καταγόμαστε από έναν δολοφόνο. Στήν Μαχα- μπαράτα ο Θεός Σίβα προσπαθεί νά δικαιολογήσει τόν πόλε- μο καί τόν φόνο στόν αθώο Αρζούνα. Στήν αρχαία Ελλάδα ο Ηράκλειτος συμφώνησε: Πόλεμος πατήρ πάντων. Τί εννοού- σε; Τά λευκοκύτταρα που μέσα στό σώμα μας μαζεύονται γύρω από ένα μικρόβιο γιά νά τό εξοντώσουν; Η ατομικό- της, δηλαδή η ανεξαρτησία ενός υπερσυνόλου, έστω καί άν στηρίζεται σέ μιά συλλογική δραστηριότητα αρμονικώς συ- νεργαζομένων υποσυνόλων, πληρώνεται ακριβά. Είναι ένα μικρόβιο. Η Φύσις μεταβάλλει σέ χυλό τήν ατομικότητα. "Μουσική γιά τίς μάζες" γλυστράει στά ταμπακουλέλια της. Μάς θυμίζει Κ.Κ, ή τό αντιθέτως όμοιό του: γενικώς μιά σύνοψη τού πώς συμπεριφέρονταν ανέκαθεν οι άνθρωποι στούς οποίους οι υπόλοιποι ενεπιστεύθησαν τήν εξουσία, ή τήν άρπαξαν μόνοι τους. Αλλά έλεγα γιά μένα καί τήν Φύση. Η Μάνα Γή γεννά τήν ζωή. Η Φύσις καταστρέφει τά οργανωμένα σύνολα τά οποία τήν διατηρούν εις τόν Α ή Β βαθμόν πολυπλοκότητος. Η Φύσις είναι ο Κρόνος. Προβαίνει κραδαίνων υπερμεγέθη φαλλόν. Η Γή υποκύπτει. Κατά τήν διάρκεια φρενητώδους συνουσίας τό Φθινόπωρον, ενθυμίζουσαν τάς εκστατικάς πε- ριστροφάς τών Σούφι, τεράστιαι ποσότητες σπέρματος γονι- μοποιούν τήν μήτραν τής Μητέρας. Έν συνεχεία η Φύση- Κρόνος απομακρύνεται αναμένουσα μετά βουλημίας τήν σο- δειά. Ορισμένους καρπούς τούς καταβροχθίζει αμέσως μό- λις εμφανισθούν τήν Άνοιξην. Άλλους αναμένει έτη πολλά ώς νά ωριμάσουν. Τό ερώτημα είναι: γιατί κατά κανόνα πε- ριμένει τόσο πολύ τόν άνθρωπο, αρπάζοντάς τον εις τάς δια- φορετικάς φάσεις τής ζωής του; Η απάντηση είναι προφα- νής: διότι τρέφεται από τήν συνείδησήν του. ΝΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΙ ΕΙΣ ΟΛΑ ΤΑ ΕΝΤΥΠΑ Είμαι η Φύσις. Ναί, ναί, μήν απορείτε, κυττάξτε γύρω σας, δέντρα (όσα έχετε αφίσει), πουλιά, λουλούδια, ζώα, βράχοι, πέτρες, χώμα, μικρόβια, ωκεανοί, πλανήτες, γαλαξίες, μαύ- ρες τρύπες, κ.λ. Ανέθεσα εις τόν μαθηματικόν Torricelli νά μέ εκπροσωπήσει. Τόν πλήρωσα σέ ατόφιο χρυσάφι από κά- ποια φλέβα. Καλά έ! Τό όν έχει σαλτάρει τελείως. Τά πήρα στό κρανίο μ' αυτά που γράφει. Σιγά νά μήν έχω ανάγκη τίς συνειδήσεις σας! Κύριε αρχισυντάκτα. Ελπίζω νά δημοσιεύσετε τό γράμμα μου εις τό έγκριτον έ- ντυπόν σας. Λέγομαι Ιωάννης Torricelli, μαθηματικός, τής παλαιάς οι- κογενείας. Ουδεμία σχέσην έχω μέ τήν κυρίαν η οποία έκανε πρόσφατα χρήσην τού ονόματός μου. Είναι αλήθεια ότι η περιουσία τής οικογενείας μου προέρχεται από κάποιον πρό- γονό μας, τόν Ιωάννη Torricelli, μαθηματικόν, απόφοιτον τού πανεπιστημίου τής Padua, ο οποίος, μετά από έναν ατυ- χή έρωτα μέ μία ξανθήν κόρην τών Καπουλέτων, τά βρό- ντηξε καί έφυγε γιά χρυσοθήρας είς τόν Νέον Κόσμον. Τό πορτραίτο της κοσμεί ακόμη τήν μεγάλη σάλα τού πατρικού μου. Βαρβαρικής καταγωγής. Η πλεγμένη κόμη της, που θά έφτανε μέχρι τήν μέση της ελεύθερη, τυλιγμένη τώρα, στε- φανώνει ένα υπέροχο πρόσωπο, θυμίζουσα Βαλκυρίαν έτοι- μη νά ιππεύσει γιά νά μεταφέρει τόν νεκρόν ήρωα είς τήν Βαλχάλαν εν μέσω τών αθανάτων. Αλλά ψυχρά ώς η Σφίγξ τών πάγων. Τέλος πάντων. Όπως αφηγήθηκε ο Ιωάννης Torricelli όταν επέστρεψε, "χτύπησε φλέβα χρυσού". Αλλά ουδεμίαν νύξην έκανε περί υπηρεσιών τάς οποίας επώλησεν είς μεσόκοπον τινά κυρίαν. Αυτά γιά νά επανορθώσω τήν προσβολήν. Επιτρέψτε μου τώρα νά πώ δυό λόγια γιά τήν επιστήμη μου. Ο άνθρωπος, εν συγκρίσει πρός τά υπόλοιπα ζώα, διαθέτει μία καί μόνην ικανότητα επί πλέον: τήν εξαγωγήν ποιότητος από τήν ποσότητα. Εξαίρεσην ίσως αποτελούν τά θηλαστικά τής θαλάσσης. Από δέ τό υπόλοιπον ζωϊκόν βασίλειον μόνον η γάτα. Εξ ού καί η λαϊκή ρήσις: "είναι γάτα". Πράγματι η γάτα είναι τό μόνο ζώον τό οποίον βλέπει όλον τό οπτικόν φάσμα, καί ουδείς γνωρίζει τί περισσότερον. Αλλά ο άνθρωπος, εξ αυτής ακριβώς τής ικανότητος τήν ο- ποίαν προανέφερον, ανέπτυξε τήν Αισθητικήν καί τήν επι- στήμην τών μαθηματικών. Απόρροια δέ τής ε Κύριε αρχισυντάκτα Είμαι ο Παραμχάνσα Γιογκανάτα, μαθηματικός καί γιόγκι. Τί συνέβει μέ τόν αξιολογότατον επιστολογράφον σας μαθη- ματικόν κ. Ιωάννη Torricelli; Πώς είναι δυνατόν επιστολαί τέτοιας αξίας νά παραμελώνται από τήν σύνταξιν καί νά πα- ρουσιάζονται ημιτελείς; Τό σοβαρόν περιοδικόν σας ¨Φύ- σις", δέν μάς έχει συνηθίσει σέ τέτοιες αβλεψίες. Αλλά άς συνεχίσω. Ο κ. Torricelli έθιξε τήν καρδιά τού θέματος. Τήν μετατροπήν δηλαδή τής ποσότητας είς ποιότητα. Θά γίνω πιό σαφής εκθέτοντας μίαν σύνοψιν παραλλήλων δι- κών μου ερευνών. Τήν ικανότητα τής ποσοτικής εκτιμήσε- ως έχουν φυσικά καί τά ζώα. Γιά κρύψτε π.χ. ένα από τά τέσσερα κουτσούβελα τής Αλήτας. Θά παρατήσει τά υπόλοι- πα καί θ' αρχίσει νά τό ψάχνει. (Η Αλήτα είναι η γάτα μου καί γιόγκι. Μαζύ χουζουρεύουμε εις τό καθιστικό μου όταν διαλογίζομαι. Τώρα θηλάζει ξαπλωμένη φαρδειά πλατειά τά τέσσερα κουτσούβελά της. Τό καθιστικό είναι στρωμένο μέ ένα υπέροχο χαλί, δώρο τού Πρύτανη καί γιόγκι τού Πανε- πιστημίου τού Μπενάρες ο οποίος μέ ετίμησε. Ανοξείδωτο. Διόμισυ χιλιάδες βελόνες ανά τετραγωνική ίντσα). Αντιθέ- τως διά τόν άνθρωπον, καί μάλιστα διά τόν γιόγκι η αφαίρε- σις είναι ευλογία. Διότι έτσι μόνον φτάνει εις τήν ταύτηση μέ τό Έν. Επιτρέψτε μου εδώ νά κάνω μιά αναφορά εις τόν Έλληνα ιατρόν καί συγγραφέα, τόν Γεώργιον Χειμωνά. Εις έν εκ τών βιβλίων του περιγράφει τόν άνθρωπον ο οποίος προσπαθούσε νά εξαφανισθεί κόβοντας μικρά κομμάτια από τό σώμα του. Είχε συλλάβει καί εκτελούσε τήν περίφημον "Πράξην τής κοπής". Νά λοιπόν πώς επιβάλλεται η Αισθη- τική αντλώντας από τήν μεταβολήν τής ποσότητος ποιότη- τα. Αλλ' η ικανότητα πρός αφαίρεση εξαρτάται άμεσα από τό πλήθος τών εγκεφαλικών συνάψεων, τάς οποίας ο γιόγκι μπορεί νά ελέγξει ώστε νά "προστάξει" νά αδρανήσουν. Όσο περισσότερες, τόσο πιό βαθύτερος ο διαλογισμός, άρα καί μικρότερη η εξάρτηση από τό εξωτερικό περιβάλλον, αλλά καί αποτελεσματικότερο τό "σβήσιμο τού εσωτερικού δια- λόγου". Όταν η "εσωτερική συζήτηση" σταματήσει καί α- πλωθεί σιωπή στό εσωτερικό τού ανθρώπου, τότε αρχίζει η άνοδος τής Κουνταλίνι. Η φιλοσοφία τής Ηθικής, ως έκ τούτου, συνοψίζεται εις τήν ενορατικήν διαχείρισην τών ποσοτήτων, ώστε νά προβλέπε- ται τό ποιοτικόν αποτέλεσμα. Θέμα καθαρής μαθηματικής θεωρίας, η οποία δυστυχώς μέχρι σήμερον απετέλεσε όπλον εις "αδίκους" χείρας Ευγενεστάτη κυρία Είμαι ο Χό Τσί Μίν, σκλάβος τών δέκα χιλιάδων πραγμά- των καί μαθηματικός. Δέν θά δουλέψω γιά σάς. Νά μού δώ- σετε πίσω τήν γάτα μου μέ τά τέσσερα γατάκια της. Τό όνο- μά της είναι Αλήτα. Δέν μέ ενδιαφέρει άν τό δικό σας είναι Φύση, ούτε συνυπέγραψα εγώ τούς τίτλους σας. Δέν ανα- γνωρίζω τίτλους ιδιοκτησίας εις τά συναισθήματα τών άλ- λων. Εφ' όσον δέ τά όντα είναι φορείς συναισθημάτων, είναι μαθηματικώς ηθικόν νά διαχειρίζονται καί τό σώμα τους. Ο ταπεινότερος τών δούλων (όχι δούλος σας) Χό Τσί μίν Υ.Γ: Αντιθέτως, εσεις δέν έχετε συναισθήματα. 6