ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ Επί μαλακής χόρτου καθήμενοι
26-2-1997 Έχει περάσει πολύς καιρός, θά πρέπει νά 'χω γεράσει, κάθο- μαι καί συλλογίζομαι τόν πιό νέο εαυτό μου, μετά τόν πιό νέο απ' αυτόν, καί ύστερα τόν ακόμα νεώτερο, πώς περπα- τούν χαρούμενα όλοι μαζύ πρός τά 'δώ που βρίσκομαι τώ- ρα, ο καθένας μέ τήν δικιά του μεγάλη παρέα συγγενών καί φίλων που μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους, χαιρετιώνται καθώς μέ πλησιάζουν, μερικοί απ' τούς γνωστούς λείπουν αλλά άν κοιτάξει κανείς λίγο πίσω τούς συναντάει ξανά, οι περισσότεροι ενώ δέν γνωρίζονταν πιό πρίν προλαβαίνουν νά γίνουν οι καλλίτεροι φίλοι ώσπου νά φτάσουν κοντά μου, σάν μιά μεγάλη συντροφιά έρχονται κατ' απάνω μου, καί δέν θά 'χω πού νά τούς βάλω παρά αυτό τό μικρό δώμάτιο όταν συναντηθούμε, όταν θά μπορώ νά τούς καλωσορίσω, όταν θά μπορώ νά σταθώ κι εγώ, γιατί ενώ νόμιζα ότι τούς περιμένω, προχωρώ σάν κι αυτούς, άχ, είναι η ζωή που μέ αναγκάζει, διαρκώς τούς ξεπερνάω, δίπλα μου δέν είναι πιά κανείς, παρ' ότι εδώ καί χρόνια έχω ένα πολύ σιγανό βήμα, σχεδόν έχω σταματήσει, αλλά δέν μπορώ νά μείνω ακίνητος εντελώς, είμαι πάντα λίγο μπροστά απ' τόν πιό κοντινό, που τώρα ξαφνικά μέ βλέπει, έχει ανοίξει κιόλας τό βήμα του νά μέ φτάσει, στά μάτια του μιά λάμψη μέ τρομάζει, συνέρχο- μαι όμως, γρήγορα προσπαθώ νά ξεφύγω, αλλά είναι πολύ αργά, πηδώντας σάν αθλητής αγκαλιάζει τό σώμα μου, τά σκληρά του δάχτυλά χαϊδεύουν τρυφερά τό χέρι μου, είναι αρπαγμένος σφιχτά από πάνω μου, τό νοιώθω καθώς σέρνο- μαι πιά απ' τό βάρος, πίσω του τόν κρατάει γερά ο νεώτε- ρος, ακόμα πίσω ο πιό νέος, ύστερα μιλώντας ζωηρά έρχο- νται κι οι άλλοι μέ τίς παρέες τους, όχι, όχι, δέν μπορώ νά σάς τραβήξω όλους, είσαστε ολόκληρος στρατός, αφίστε με νά ξεκουραστώ, αφίστε με νά ξαπλώσω ήσυχα, λίγο εδώ, στό μαλακό χορτάρι. Κάθισα στό μαλακό χορτάρι αγκαλιάζοντας τά γόνατά μου. Περίμενα εδώ τόν Ουρανό όπως καί κάθε μέρα. Ο Ουρανός σπάνια προειδοποιεί, καί γιά μιά μόνο φορά τυχεροί όσοι α- ναγνώρισαν τά σημάδια του, "όσοι γάρ επί τών ποικίλων σε- λίδων τής κατασπάρτου Φύσεως ανέγνωσαν τόν ελαφρύν τύπον τών υποδημάτων του, καί εν μέσω τού ορχουμένου πλήθους ωμίλησαν εις αυτόν ανεπαισθήτως, συνέφαγον δέ, επί μαλακής χόρτου καθήμενοι". Ήταν, εδώ καί αρκετόν καιρό, ορισμένα σημεία που μέ εί- χαν γεμίσει αγωνία. Γιατί άν ήταν πράγματι γιά μένα, τότε γιά ποιόν λόγο στράφηκε πρός τό μέρος μου αυτή η ευγνω- μοσύνη; Κανείς δέν ξέρει τί ευχαριστεί τόν Ουρανό. Μιά συνηθισμένη απλή πράξη (όπως τό νά πετάξεις μιά πέτρα α- πό τήν κορυφή ενός βράχου γιά νά δείς πώς σκίζει τό γαλανό φόντο), μπορεί νά είναι μιά ερώτηση στήν οποία αισθάνεται τήν υποχρέωση νά απαντήσει. Ένας μικρός πόνος μέσα σου, που δέν είναι φανερό τί τόν προξένησε, μπορεί νά είναι από ένα παλιό δικό του τραύμα (μιά λέξη που τόν πρόσβαλλε καί είχε ειπωθεί σέ κάποιο άλλο μέρος τού κόσμου, αλλά που εί- χε χτυπήσει ακριβώς εκεί που ήταν τό κορμί σου τήν στιγμή εκείνη), ένα γαλάζιο πανάκι λίγο σχισμένο στήν άκρη, που α- πό τότε τό κρατάς μαζύ σου, σέ κάποια τσέπη σου, χωρίς νά τό ξέρεις, σάν νά σέ έχει διαλέξει γιά νά τό εμπιστευτεί κο- ντά σου ώσπου νά γίνει σιγά σιγά εντελώς καλά, καί θέλει τώρα νά τού τό επιστρέψεις επιτέλους, καί νά σού μιλήσει γι' αυτό καί γιά τό πόσο τόν βοήθησες. Ώς δύο μέτρα ψηλά είναι ο Ουρανός. Όταν ήμουν παιδί αυ- τό τό ύψος μού φαινόταν τεράστιο, αλλά τώρα που είμαι πιά ένας ώριμος άντρας... Ώς δύο μέτρα ψηλά είναι ο Ουρανός. Όταν ήμουν παιδί έ- βλεπα τούς άλλους νά σηκώνουν τήν γροθιά τους, ήθελα κι εγώ νά τόν χτυπήσω, αλλά αυτό τό ύψος μού φαινόταν τερά- στιο. Τώρα σηκώνω τό χέρι μου, είναι πολύ εύκολο νά τόν φτάσω, βλέπω όμως από κοντά τά γαλάζια του μάτια κι αντί νά σφίξω τά δάχτυλά μου χαϊδεύω τό άσπρο του κεφάλι. Επί μαλακής χόρτου καθήμεναι αι συμβίαι συνέτρωγον. Ευ- τραφείς δούλαι τάς υπηρέτουν. Δούλαι τύπτωσιν αλλήλας Ώς δούλοι δειχθέντες υπό λυσσώντος κυνός τύπτωμεν τό πρόσωπον τών τέκνων. Παραταχθέντες δέ οι δούλοι, απόντων τών κυρίων, εξεπόνη- σαν ώς νομομαθείς, εν πληρει δικαίω, τήν τάξην τού ξυλο- δαρμού. 2 1 3-3-1997 Δεί γάρ Ουρανόν κελεύεσθαι καί ού ποιείν κελεύειν. Διακριτικά ζούμε. Περιορισμένοι σ' αυτή τήν γωνιά απ' τήν α- γριότητα τής Φύσης, υπολογίζουμε στήν αγαθή καρδιά τού Ουρανού, που κάπου κάπου χαμηλώνει νά δεί τί κάνουν τά παιδιά του. Παιδιά τού Ουρανού, βέβαια, δέν είμαστε εμείς, ούτε ξέρουμε άν χαμηλώνει γιά νά προστατέψει από εμάς τά αληθινά του παιδιά που τού έχουν παραπονεθεί, ούτε κάν έχου- με συναντήσει κανένα απ' αυτά έτσι κλεισμένοι μέσα στά τέσ- σερα σημεία τού Ορίζοντα, αλλά όταν φτάνει ώς δυό μέτρα πάνω απ' τό κεφάλι μας, σηκώνουμε τά χέρια, χαϊδεύουμε μέ τρυφερότητα τά άσπρα του γένια, καί τού ζητάμε σάν χάρη νά μάς αφίσει νά ζούμε έτσι διακριτικά όπως πάντα. Μέ μιά κουβέρτα τρέμει ο Ουρανός σ' αυτά τά ύψη. Πατάμε στό μαλακό χορτάρι καί τεντώνουμε τά χέρια μας νά τόν φτά- σουμε, μαζύ μας έχουμε γάλα ζεστό καί κουλουράκια, αλλά εί- ναι πολύ ψηλότερα ακόμα, μάς κοιτάζει μέ θλίψη, καθόλου δέν τόν έχουμε πλησιάσει. Λαχανιάζουμε αλλά δέν παρατάμε τήν προσπάθεια, εδώ έχουμε καλοκαίρι καί κολυμπάμε γυμνοί στήν θάλασσά μας, θά μπορούσαμε νά σκαρφαλώσουμε στά πιό ψηλά βουνά μέ τά χιόνια κι όχι νά παιδευόμαστε από τόσο χαμηλά, αλλά έχει λεχθεί : "Επί μαλακής χόρτου καθήμενοι, ε- δεξιώθησαν αυτόν, ζεστό γάλα καί εφρυγμένα αρτίδια προσφέ- ροντες, παρά τή θαλάσση. Εν δέ τή θαλάσση, γυναίκες καί παιδία καί άλλοι άνδρες εκολύμβον λόγω τού καύματος. Ευ- τραφείς δέ δούλαι περιποιούντο αυτούς, οσάκις εξέρχοντο τού ύδατος. Καί ήν η χαρά καί ο κρότος μέγας. Καί ο Ουρανός έως δύο μέτρα ύψος". 4-3-1997 Μή ούν θαυμάσιον; Έτεροι, εκ τής πενιχράς των γλώσσης, θησαυρόν παρήγον. Έτεροι δέ, εκ τής πλουσίας, σκύβαλα. Τό σιδηρούν γάρ δράπανον, ευρόν αγρόν πλήρη σίτου, κάν σίδηρος είη, πυκνόν αποδίδει εν μιά καί μόνη περιφορά. Τό δέ χρυσούν, κάν χρυσός, ουδέ έν στάχυν εν αγρώ γυμνότι. Κλάψτε, κλάψτε μικρά πουλιά. Ο Ουρανός δέν είναι πιά α- νάμεσά σας. Θυμόμαστε κάπου κάπου χαρούμενες μέρες. Όχι επειδή ή- ταν καλλίτερες απ' αυτές που ζούμε τώρα (τώρα η Γή σκύ- βει πάνω απ' τόν ύπνο μας σάν μάνα κι η Φύση σάν μιά με- γάλη γάτα ζεσταίνει τά πόδια μας), αλλά επειδή ο Ουρανός ήταν ακόμα κοντά μας, κανένα σύννεφο δέν μπορούσε νά μάς τόν κρύψει, όπως γέρνει ο επιβάτης στήν κουπαστή τής βάρκας που σκίζει τό νερό καί βυθίζει μέσα στό διάφανο υ- γρό τό χέρι του γιά νά δροσιστεί, σηκωνόμαστε κι εμείς στίς μύτες τών ποδιών μας, τεντώναμε τό χέρι μας καί νοιώθαμε στά δάχτυλά μας τό τρυφερό του σώμα, τά γαλάζια μάτια του παρηγορούσαν τίς καρδιές μας γιά τήν χαμένη μας πα- τρίδα, ήταν ένας πιστός σύντροφος, ένας καλός φίλος στό τραπέζι, ανάβουμε τότε φωτιές νά τόν τιμήσουμε, καθόμα- στε στό χορτάρι ακουμπώντας πλάτη μέ πλάτη, η Γή μάς φωνάζει ανήσυχα νά κοιμηθούμε, η Φύση γουργουρίζει κι όλας καί τρίβεται μισοκλείνοντας τά μάτια, αλλά τί είναι γιά μάς η Φύση παρά μιά χαδιάρικη γάτα, κι η Γή τί είναι παρά μιά ανυπόμονη μάνα, ο Ουρανός ήταν τό ταξίδι. 7-3-1997 Πολλάκις εν αφασία διατελούμεν θαυμάζοντες. Πτηνόν άραγε ο άνθρωπος; Εί πτηνόν, πού ο Ουρανός ο δέ- ξας; Ο νύν γάρ, στρουθία καί πέρδικας καί γέρακας καί αε- τούς επιτρέπει. Εί μή πτηνόν, πού η Γή η βαστάζουσα; Η νύν γάρ τήν σάρκα καί τά οστά καί τό αίμα κατέλαβεν, ο δέ νούς ίπταται, εν τή Φύσει καί ούκ εν τή Φύσει βαδίζων. Ε- στί γάρ έτερος Ουρανός, ο τούς νόας συγκρατών. Τό δέ ύ- ψος αυτού έως δύο μέτρα. Εν τή ερήμω πλανώνται οι νόες, συλλέγοντες τούς κεκαυμέ- νους λίθους καί τόν πεφρυγμένον χούν. Τό ύδωρ γάρ εν τώ Ουρανώ καί ού θέλει καταβείν. Θρηνώντες: "Ύδωρ, ύ- δωρ", επιθέτουσιν τά συλλεγέντα σκύβαλα εν είδη κλί- μακος. Είναι δέ αύτη κλίμαξ αιώνων, υψηλοτάτη, τήν Γήν υποστρέφουσαν εκ τού βάρους, αλλά μή δυναμένη πλήξαι τάς πηγάς. Άπειρος γάρ η τού Ουρανού μεγέθυνσις. Έως δύ- ο μέτρα. Πολλάκις εν αφασία διατελούμεν θαυμάζοντες. Ο λόγος γάρ αναστέλλεται καί ώς τρομαγμένη περιστερά κτυπά τάς πτέ- ρυγας διαφεύγουσα είς τόν Ουρανόν έσωθεν. Ανακαλείται τό βλέμμα, στρεφόμενον πρός τήν φυγήν. Ο νούς καταβυθί- ζεται, κατρακυλούν δέ μετά βιαίου κρότου καί τά υπόλοιπα μέρη τής κατασκευής ημών. Συγγενείς ταχέως προδραμό- ντες αποτρέπουν τήν πλήρη αναστροφήν δι' ισχυρού ραπί- σματος. Εστί γάρ καί έτερος Ουρανός έσωθεν, ο τόν λόγον βαστάζων καί θέλγων τούς νόας. Εκτείνεται δέ ούτος εις τό άπειρον. Έως δύο μέτρα βάθος. Ώς ρύαξ, οτέ μέν τρυφερού, οτέ δέ γλυκέως, οτέ δέ αγρίου καί θολού ύδατος, ανέρχεται ο λόγος εκ τής πηγής. Είναι δέ η πηγή έως τρία καί ήμισυ στάδια κάτωθεν τής μεγάλης φλεβός τής αρδευούσης τό σώμα. ...Πολλοί εστράφησαν πρός τά μέσα. Πολλοί έχοντες τήν τόλμην κατήλθον. Πολλών ίσως ο νούς, τρεφόμενος κατά τό μακρύ ταξίδιον εκ τού ιδίου αυτών αίματος, επλησίασεν έως μίαν ανάσαν. Επιστρέψαντες ομίλουν. Αλλά τίς δύναται εν- νοήσει τά χάσματα; Ούτοι παρά τοίς αρχαίοις ποιηταί εκα- λούντο, εν αφασία διατελούντες κατά τό πλείστον επί τών η- μερών ημών. ...Αλλ' ουδείς επέστρεψεν νά μάς είπει. Ή, φθάνοντες κάτω καί λουζόμενοι εις τήν πηγήν, μετετρέποντο είς λόγον. Τόν ί- διον αυτόν λόγον ο οποίος ώς ρύαξ, οτέ μέν τρυφερού, οτέ δέ γλυκέως, οτέ δέ αγρίου καί θολού ύδατος, αναβλύζει εκ τού στόματος τών ποιητών. 10-3-1997 Ώς κύκνοι, βυθίζοντες τόν μακρύτατον λαιμόν ημών εις τόν Ουρανόν έσωθεν, αποκόπτομεν διά τού ράμφους μεγάλα τε- μάχια Ασφαλείς, ώς κύκνοι πλέοντες επί τών γλυκέων υδάτων, βυ- θίζομεν τόν μακρύτατον λαιμόν ημών εις τόν Ουρανόν έσω- θεν, αποκόπτοντες διά τών οδόντων μεγάλα τεμάχια. Είναι η συλλαβή "Ές", τό σύμφωνον "Ταύ", η σύνθλιψη " ", καί η μεγίστη τών λέξεων "Φεύ" Ώς μέγας βούς τρωθείς εις τόν τράχηλον υπό λέοντος, κάθι- δρος, αιμάσων, συρόμενος εις τήν σκόνην εκ τής ιδίας αυ- τού ορμής, τού στιλπνού γαλάζιου του δέρματος εις λωρίδας εξηλαγμένου, τής παχείας γλώσσης του κρεμάμενης εν μέσω αφρού καί αίματος τών χειλέων, καταπίπτει εις τό εσωτερι- κόν ημών ο εκφωνηθείς λόγος. Ο οπίσω του ερχόμενος, τε- θλιμμένος εκ τού θεάματος, κρατεί ολίγον τόν πόδα, κύπτει επί τού σπαράγματος, είτα μικράν αφασίαν αποποιούμενος, βαδίζει πρός τό έρκος τών οδόντων. 11-3-1997 Φυτά εκ φυτών. Προσευχή: Ποιός λογαριάζει τό χορτάρι; Κι όμως αυτό τρέφει τόν κόσμο. Ποιός λογαριάζει τόν κόσμο; Κι όμως ποιός υπήρξε πιό τρυφερός ερωμένος; Πόσο βαρύ τό παρελθόν μας! Αλλά καί τό μέλλον μας τό ίδιο βαρύ είναι. Μόνο η στιγμή που ζούμε τώρα τόσο θλιμμένη, τόσο μικροσκοπική έχει κλειστεί στήν μέση από αυτά τά δυό μεγάλα ζώα σπρώχνοντας μέ τά αδύναμα χέρια της γιά λίγο από τήν μιά μεριά αυτό που δέν είναι δικό μας πιά κι από τήν άλλη αυτό που δέν είναι δικό μας ακόμα. Μιά ολόκληρη ζωή μάς χρειάζεται γιά νά μάθουμε πως τό παρελθόν μας είναι ένας ακίνητος τοίχος καί πως τό μέλλον μας κι αυτό ένας ακίνητος τοίχος είναι καί πως τό ζώο που θέλει νά περάσει ανάμεσά τους σπρώχνοντας τήν μικροσκοπική στιγμή μας μπροστά του είναι ο Ουρανός. Κηπουρός ποιεί κηπουρόν. Επίγραμμα: Άν τύχει κι ανοίξουν τά λουλούδια, φωνάξτε με! Δέν ξέρω τό όνομά σας ευγενικοί διαβάτες, αλλά εμένα μέ λέγαν Κη- πουρό. Πρός Ανατολάς, αλλά καί πρός Δυσμάς, στόν γεμάτο καλω- σύνη Βορρά, αλλά καί εδώ, στόν χαρούμενο Νότο, τί τής συ- νέβει τής γλυκειάς Γής καί δέν θέλει πιά ν' ανθίσει; Είμαι ε- γώ, που ετοιμάζομαι νά πεθάνω, καί μιά θλίψη τήν έχει συ- νεπάρει, γέρνει τό κεφάλι της στόν ώμο μου, καί χαϊδεύει τρυφερά τό πρόσωπό μου, γιά μένα άνθιζε όλα αυτά τά χρό- νια επειδή είχα αγαπήσει τό πρόθυμο κορμί της, σιγά σιγά, όπως γίνεται μέ τούς αγαπημένους, είχαμε ξεχάσει τόν εαυτό μας, κανείς απ' τούς δυό δέν ήξερε ποιός πραγματικά ήταν, σέ ποιόν ανήκε τό σώμα που κρατούσε αυτή τήν στιγμή στά χέρια του, ποιά ήταν τά χέρια που τόν έσφιγγαν αυτή τήν στιγμή στήν αγκαλιά τους, τά χείλια που τόν φιλούσαν σέ ποιά χείλια είχαν δώσει τό φιλί, τό όνομα που ψιθύριζε ένα στόμα στ' αφτί του ποιόν καλούσε, είν' ο αγαπημένος μου λοιπόν που πεθαίνει, που γέρνω τό κεφάλι μου στόν ώμο του καί χαϊδεύω τρυφερά τό πρόσωπό του, γιά εκείνον άνθιζα ό- λα αυτά τά χρόνια, τό κορμί μου πρόθυμο αναζητούσε τό δι- κό του, γιά εκείνον μ' έχει συνεπάρει τώρα αυτή η θλίψη, γιατί δέν θά τόν δώ πιά νά περπατάει, νά σηκώνει τό κεφάλι καί μέσα απ' τά κλαδιά τών δέντρων μου νά μετράει τ' ά- στρα. 17-3-1997 Περί τής τού Θείου εξ έρωτος συλλήψεως. Σκληρός καί δύσπιστος κατέληξεν εις τούς αιώνας ο νούς τού ανθρώπου, κατ' εικόνα καί καθ' ομοίωσην τού θεϊκού ώς ώφελε. Αλλ' όμως τί εστί γλυκύτερον καί τρυφερώτερον ενός πλάσματος δεομένου προτιμότερον εις τόν Θεόν του; Διότι άν καί η Θεότης σκληροτέρα καί δυσπιστοτέρα, ώς κι Εκείνη επίσης οφείλει, τού ανθρώπου, εν τούτοις υποψιαζό- μεθα καλώς πως παντοδύναμος ούσα, έχει διατάξει, εκ τής μεγαλυτέρας αγαθωσύνης Αυτής ωθουμένη, τόν Νούν Της νά συγχωρεί ευκολώτερον καί νά εισακούει προθυμότερον τού ανθρωπίνου. Όσοι, αφεύκτως συνεταίροι εν τή αμαρτία, πιστεύομεν εις τήν αγαθωσύνην τής Θεότητος, τούτο έχω ειπείν. Δέν δύνα- ται αυτός ούτος ο Θεός ώς εκ τής Φύσεως Αυτού νά αντι- σταθεί εις τήν παράκλησην. Καί επειδή τά τών ανθρώπων ωφέλη εισίν αλληλοσυγκρουόμενα, φαίνεται πότε μέν νά ευ- νοεί τούς μέν εναντίον τών συμφερόντων τών δέ, πότε δέ τούς δέ εναντίον τών συμφερόντων τών υπολοίπων. Δι' αυ- τό, αδελφοί, έχομεν νά αιτούμεθα φορτικώς τής ακροάσεως Αυτού διά συνεχών προσευχών καί διά μεγάλων μετανοιών. Επειδή τό Βλέμμα Του εστίν εστραμμένον εις πάσας τάς κα- τευθύνσεις, ώς τού χαμαιλέοντος, πρέπει είτε μέν δι' επιμό- νου σιωπής εγειρούσης τήν περιέργειαν, είτε δέ διά μεγάλων γονυκλισιών καί κραυγών, ψαλμωδιών αλλά καί χορδών συ- ναδουσών μετά κυμβάλλων εν αλαλαγμοίς, καί πολυτελών ενδυμάτων, καί θυμιαμάτων καί προσφερομένου χρυσίου είς μεγίστους καί κρατούντες τό κάλλιστον Ναούς, ήτοι πρά- ξεων εγειρουσών τήν ανησυχίαν, νά ελκύσωμεν έστω στιγ- μιαίως τήν προσοχήν αμφοτέρων τών Οφθαλμών Αυτού. Ε- στιαζομένων τούτων εφ' ημών, ουδείς γνωρίζει τί βλέπει τό- τε ο Κύριος. Αλλ' η Αγαθότης Του τείνει τό ούς εις τό δια- μέρισμα τής Κτίσεως εντός τού οποίου η παρατεταμένη σι- γή ή ο μέγας κρότος ταράσσει τήν Δικαιοσύνην. Ώς ο ευμε- γέθης βούς ο επιπίπτων επί τού επαπειλούντος λέοντος, συ- ντρίβει αυτόν κάτωθεν τής οπλής του, ούτω καί τό Θείον κατερχόμενον από τών νεφών, αποκαθιστά μετά πατάγου τήν Γαλήνην. Ευελπιστώμεν ότι δέν θέλει επιπέσει επί τού προσώπου ημών αλλ' επί τής οσφύος τών αδίκως μισούντων ημάς. Άλλωστε τάς ιδίας μεθόδους μετέρχονται καί εκείνοι. Η κρίσις Αυτού εστίν. Αλλά καί εφ' ημών εάν επέστρεφε τήν Οργήν Του, ευλογημένος ο ερχόμενος. Διότι τί λέγει ο πτωχός καί αδύναμος άνθρωπος εις τήν έχουσαν εξουσίαν επ' αυτού Θεότητα; "Τό Κτύπημά Σου υπέφερον, μή απα- θής απομείνεις επ' εμέ. Τήν κεκρυμμένην Χάρην Σου επέλε- ξα, επέτρεψον τώ δούλω Σου συλλέξαι τά επιτόκια". Δέν α- ντέχομεν τήν απάθειαν ακόμα καί είς τάς ανθρωπίνους σχέ- σεις μας, αδελφοί. Πόσο μάλλον τήν απάθειαν τής Θεότη- τος. Ό,τι πράττομεν, είτε αγαπώμεν, είτε μισώμεν, είτε περί τής ζωής καί ευτυχίας τών συμβίων καί τών δούλων καί τών τέκνων ημών, ακόμη καί τών μισούντων ημάς, φροντί- ζομεν, είναι πάθη νήπια έμπροσθεν εις τό μέγα τοιούτον: τήν σύλληψιν τού Θείου. Καί όταν λέγω "σύλληψιν" δέν εννοώ κατανόησην. Πώς δύναμαι γάρ εννοήσαι τό ακατανόητον; Αλλ' εννοώ τόν αγώνα, τόν δρόμον όπισθεν Εκείνου, ίνα προλαβών επιπέσω επί τού Τραχήλου Αυτού, ώς ακρατήτως επιπίπτει, αιμάσων εν τή καρδία, νεαρός εραστής είς τόν τράχηλον τρυφεράς ερωμένης, καί Τό αναγκάσω εξ έρωτος νά στραφεί. Ώς καί αυτός ακόμη ο Βασιλεύς Σολομών, δυ- στυχής εν τοίς ανακτόροις αυτού παρέμενεν, μάταιος εν μα- ταιότητι δούλος τών δέκα χιλιάδων πραγμάτων, έως ότου συνέλαβε τήν Δορκάδα. Δραμόντες ούν κατανικήσωμεν τήν εαυτών δειλίαν. Επειδή καί η Θεότης ούκ έστιν απαθής εν τώ βάθει. Αλλά φεύγει από τού προσώπου ημών μή θέλουσα ιδείν τάς κατεστραμμένας όψεις τού ανθρώπου. Τίς όμως δύναται ανορθώσαι τάς πεπτωκυίας σάρκας του καί διορ- θώσαι τήν εν αυτώ αταξίαν, άνευ τού γλυκέος ερωτικού Της βλέμματος; Στρέψον πρός ημάς, λέγομεν, στρέψον πρός η- μάς τών προλαβόντων Σε. Ίνα πληρωθεί τό ρηθέν: "Όστις πρόλαβεν, τόν Κύριον είδεν εν πλήρη τή ευμορφία Αυτού". Μπορώ κι εγώ νά προσευχηθώ άν θέλω. Αλλά δέν θά τό κά- νω. Άλλωστε δέν μέ έχουν προσκαλέσει. Καί στό παρελθόν δέν μέ δέχτηκαν όταν πήγα απρόσκλητος. Καί δέν μιλάω αρχαία. Αντίθετα, θά βγώ έξω, στόν ήλιο. Έχω συνηθίσει τίς ωραίες ημέρες νά περνάω απ' τόν ζωολογικό κήπο. Τά φυλακισμένα ζώα μέ συγκινούν βαθειά. Οι λύκοι π.χ. Γυρί- ζουν γύρω γύρω ασταμάτητα αδιαφορώντας γιά τόν κόσμο, χωρίς ποτέ νά πλησιάζουν τόν φράχτη, σηκώνοντας κάπου κάπου τό κεφάλι τους ψηλά σάν νά ετοιμάζονται νά ουρλιά- ξουν, τά μάτια τους γυαλίζουν από μιάν εικόνα που περνάει μέσα τους σάν αστραπή, οι φλέβες στό λαιμό τους γεμίζουν αίμα, τό στήθος τους φουσκώνει, αλλά ξαφνικά, σάν νά θυ- μούνται κάτι, η κραυγή που στήριζε όλο αυτό τό βάρος κό- βεται, οι δυνατοί τένοντες τού σβέρκου χαλαρώνουν, τό κε- φάλι μένει γιά μιά στιγμή στόν αέρα, μετά παίρνει μιάν από- τομη στροφή καί κρεμιέται πάλι πρός τά κάτω. Ούτε ένα γρύλισμα πιά, ούτε μιά γρήγορη ανάσα, ούτε ένα λαχάνια- σμα. Απο τό ελεύθερο δάσος σάς άρπαξαν αδέρφια μου. Τό ουρλιαχτό σας που χαιρέτιζε τό φεγγάρι, δέν θά κάνει νά α- ναρριγήσουν άλλο τά σκυλιά, δίπλα στά κοπάδια καί στίς καλύβες τών ανθρώπων. Δέν θά κυνηγήσετε πιά... Πιό κεί έ- να ζευγάρι μεγάλα βουβάλια τού νερού μέ στριφτά κέρατα καί τεράστιες οπλές, αναχαράζουν ήσυχα, ξαπλωμένα στήν λάσπη μιάς τεχνητής λίμνης. Πού είναι ο ποταμός σας α- δέρφια μου; Πού είναι οι βροχές που τόν γέμιζαν, τά στριφο- γυρίσματα τών νερών κι οι αμμουδιές του που όλα βούλια- ζαν μέσα τους εκτός από σάς; Πού είναι τό τρυφερό χορτάρι στίς όχθες του καί τά παιχνίδια μέ τά μικρά σας; Θά φάτε ε- δώ ένα σωρό μπάλλες μέ άνοστο χόρτο. Γεμάτο λίπασμα. Βλέπω τήν θλίψη στά ήρεμα μάτια σας. Μοιάζει μέ τήν δι- κιά μας. Κι εμάς, εδώ έξω, μέ άνοστο χόρτο, γεμάτο λίπα- σμα μάς ταίζουν. Μέσα στά σπίτια μας αναχαράζουμε... Με- τά έρχονται τά λιοντάρια. Δυνατά κάγκελλα τά χωρίζουν α- πό μάς. Γιατί πόσοι δέν θέλουν νά τά χαϊδέψουν; Μπορεί η ομορφιά καί η χάρις νά σκοτώσει; Μπορεί η μεγαλοπρέπεια νά σκίσει σέ λουρίδες τήν σάρκα καί νά σπαράξει τά σπλά- χνα; Πόσοι είναι εκείνοι, ανάμεσά τους κι εγώ, που δέν τό πίστεψαν ποτε! Αλλά τά κάγκελλα μάς βοηθούν. Σταματούν τήν επικίνδυνη τρυφερότητα. Άν χάνονταν ξαφνικά, θά ή- μασταν εμείς που θά προχωρούσαμε. Σιγά, μήν τά τρομά- ξουμε. Τά λιοντάρια θά καταλάβαιναν. Θά έμεναν ακίνητα... Ύστερα πηγαίνω στίς δορκάδες. Σάν γλυκύτατες ερωμένες μάς πλησιάζουν. Είναι σάν νάχει γυρίσει επιτέλους τό πρό- σωπό Του ο Θεός καί σέ κοιτάζει. 23-3-1997 Ελεύθεροι σέ τρυφερό τοπίο. Ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ε- λεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύ- θεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθε- ροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι. Ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ε- λεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύ- θεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθε- ροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι. Ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ε- λεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύ- θεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθε- ροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι, ελεύθεροι. 24-3-1997 Άχ ζάχαρι, ζάχαρι. Δουλεύω στά ζαχαροκάλαμα. Νότος. Ζέστη. Τά κόβουμε μέ τήν τσαπέρα. Κρατάς μέ τό ένα χέρι καί κόβεις λοξά μέ τό άλλο. Κάπου είκοσι πόντους πάνω απ' τήν γή. Δεξιά, αριστε- ρά. Φτιάχνεις μικρό δρόμο. Πίσω έρχονται αυτοί που ντα- νιάζουν. Πιό πίσω τά κάρρα που μαζεύουν τίς ντάνες. Ψηλές γαλότσες γιά τό νερό καί τίς βδέλλες. Αλλοίμονό σου άν πέ- σεις. Έχω δεί φίλο μου θεριστή τρυπημένο πέρα πέρα σέ εί- κοσι μεριές απ' τά κομμένα όρθια στελέχη. Έφτυνε αίμα καί νεκρός. Αφίσαμε νά τόν ξεκαρφώσουν τά κάρρα. Καμμιά φορά φίδια. Δέν δαγκώνουν τίς γαλότσες. Σημαδεύ- ουνε τό γυμνό χέρι μέ τήν τσαπέρα. Καλλίτερα νά τ' αφίσεις νά φύγουν. Είναι κάποιοι που θέρισαν τό πόδι τους σάν χορ- τάρι προσπαθώντας νά τά χτυπήσουν. Πανικός. Πιάνει κι ε- μάς κάποτε. Ύστερα κουνούπια. Ζούνε μέσ' στά φύλλα. Γι' αυτό προτι- μότερα καπέλλα καί συρμάτινες μάσκες. Αλλά τό σύρμα εί- ναι πυκνό. Ανάσα καί ιδρώτας σάν λάσπη. Όταν δέν αντέ- χεις σηκώνεις τήν μάσκα. Πρόσωπα βλογιοκόβωνται απ' τά τσιμπήματα. Ξύνεις μέ πίσω μέρος τσαπέρας. Καμμιά φορά καί μέ μπροστινό. Καί τρέλλα. Σπάνια. Ο άνθρωπος αντέχει. Αλλά άμα τσακί- σει, άσχημα. Δές πρίν μιά βδομάδα. Τόν είχε πάρει τό μάτι μου. Ήταν από τήν κάτω μεριά τού χωραφιού. Έσφαξε τούς δύο από πίσω του στή σειρά μέχρι τό κάρρο. Καί τά βόδια. Δέν θέλω νά πώ τί τούς έκανε. Πέταξε μακρυά τήν τσαπέρα. Ύστερα έβγαλε τήν μάσκα καί τίς γαλότσες κι άρχισε νά τρέχει ξυπόλυτος. Τά πόδια του τρυπήσανε κι έπεσε μπρού- μητα. Ξεκαρφώσαμε πρώτα τούς άλλους. Ένα βόδι ζούσε α- κόμα. Τό σκοτώσαμε. Η δουλειά είχε τελειώσει γιά κείνη τήν ημέρα. Αυτόν τόν αφίσαμε καρφωμένο. Οι συγγενείς τών σφαγμένων δέν ήθελαν νά τόν σηκώσουμε. Ένα καλάμι φαίνονταν απ' τό πίσω μέρος τού κεφαλιού του. Θάχε βρεί τό μάτι. Έρχονταν κάτι τσακάλια καί αλεπούδες τό βράδι. Τό πρωί θά ασπρίζουν κάτι γλυμμένα κόκκαλα. Καλή όρεξη μέ τήν σάρκα μας. Πίσω, στίς εγκαταστάσεις, οι γυναίκες καθαρίζουν τά καλά- μια από τά φύλλα. Τά κόβουν σέ κομμάτια. Τά ρίχνουν στή μηχανή. Μεγάλη σάν σπίτι. Ξεχωρίζει τήν μαλακή ψύχα. Τήν κάνει χυλό. Κ.τ.λ. Όλα κολλάνε. Τά μωρά στήν πλάτη. Η μύξα τους γίνεται σιγά σιγά παχύρευστη. Σάν τσίχλα. Μήν ξεχαστείς. Τό ένα αφτί στήν ανάσα τού παιδιού. Αλ- λοιώς μπορεί να φράξει ο λαιμός. Άν τό προλάβεις τό βου- τάς στήν στέρνα. Άν δέν έχει πνιγεί αρχίζει νά βήχει. Αλλά μερικές φορές τό σάλιο έχει γίνει σάν καραμέλλα. Πολύ αρ- γά. Φτιάξε μικρό κοφινάκι από λιγαριές. Τίς νύχτες στίς καλύβες χορεύουμε. Τραγουδάμε. Φτύνουμε τήν ζάχαρή σας. Τής ρίχνουμε κοπριά από τά βόδια. Γιά νά μήν πώ κι άλλα χειρότερα. Ιδιαίτερα τήν "φυσική". Αυτή που τήν πουλάν πανάκριβα σέ κάτι προοδευτικούς. Αλλά τί φταίτε εσείς; Η εταιρεία δείχνει χαρούμενους ηλιοψημένους εργάτες που κόβουν χαμογελαστοί ζαχαροκάλαμα. Καταπίνε- τε. Μεγάλες μπουκιές. Εύκολα ψέμματα. Ξέρετε πολύ καλά τί συμβαίνει. Αλλά είστε κι εσείς θύματα. Μέσα στίς πόλεις. Μέσα στά σπίτια. Μέσα στίς δουλειές σας. Μέσα στίς εκ- κλησίες. Φόβος. Όταν σάς πιάνουν σάς βγάζουν τά μάτια. Ήταν ένας μπράβος τής εταιρείας πολύ επιδέξιος. Αυτός συ- νήθιζε νά μαστιγώνει τίς γυναίκες στό στήθος. Μιά φορά πιάσαν ένα μικρό που κατουρούσε στή μηχανή. Μάς μάζε- ψαν όλους. Ένα απ' τ' αφεντικά είπε ότι ο μικρός είναι ε- γκληματίας. Ότι τό προϊόν αποστειρώνονταν καί δέν υπήρχε κίνδυνος γιά τόν κόσμο, αλλά ότι αυτός, ο μικρός, ήθελε νά κάνει κακό. Σέ κανέναν δέν ήθελε νά κάνει κακό, όπως κανέ- νας από μάς, αλλά ήθελε νά εκδικηθεί αυτός τόν κόσμο γιατί ο πατέρας του ήταν αδύνατος άνθρωπος. Τόν έπαιρνε αγκα- λιά όταν γυρνούσε απ' τήν δουλειά, τόν φίλαγε κι έκλαιγε. Τόν έδεσαν σ' έναν στύλο μέ τό προσωπο πρός τά μπρός. Αυτός ο επιδέξιος μπράβος γύριζε πάντα μ' ένα μακρύ μα- στίγιο. Όλοι τόχαμε δοκιμάσει. Στήν άκρη του είχε έναν κό- μπο. Δέν χάραζε τό δέρμα. Ξεσκιζε τό ρούχο κι έπαιρνε τό δέρμα μαζύ του. Η πληγή έκανε βδομάδες νά κλείσει κι άφι- νε ένα κόκκινο σημάδι. Εντάξει. Τό ξέραμε. Είμαστε εργά- τες κι όχι δούλοι. Αλλά η εταιρεία τρέφει τήν κυβέρνηση καί πολλούς άλλους. Δέν έχει παρά νά ζητήσει στρατιωτική προστασία. Πολύ πιό άσχημα τότε. Οι στρατιώτες χειρότερα καθάρματα από τούς μπράβους. "Πόνεσέ τον λίγο", είπε τό αφεντικό. "Νά μήν τό ξανακάνει". Όλοι νομίσαμε ότι ήταν γιά νά τρομάξουν τό παιδί. Ο μπράβος, από κεί που στέκο- νταν, έκανε μιά γρήγορη κίνηση. Ο μικρός ούρλιαξε κι άφι- σε τό κεφάλι του νά πέσει. Κανείς δέν κατάλαβε. Τό αφεντι- κό πλησίασε καί σήκωσε τό σαγόνι τού μικρού. Στή θέση τού ενός ματιού του ήταν μιά μαύρη γούβα. "Είσαι πολύ α- δέξιος", είπε στόν μπράβο που τύλιγε αργά τό μαστίγιό του. "Λύστε τον καί πηγαίνετέ τον στήν μάνα του. Ήταν ατύχη- μα". Ο αληθινός εχθρός είναι πάντα πονόψυχος. Σαν τόν Θε- ό. Τού μπράβου τού κόψαν ένα βράδυ καί τά δυό χέρια, κα- θώς κοιμόταν μ' ανοιχτό παράθυρο μέσα στήν κουνουπιέρα. Έβαλαν φυλακή τόν πατέρα τού μικρού, αλλά κανείς δέν τόλμησε νά τόν αγγίξει. Η εταιρεία έχει πάντα τίς φυτείες της. Εμείς έχουμε νόμιμη κυβέρνηση μέ στρατό. "Όταν δούλευα στή ζάχαρη" 26-3-1997 Ερρίφθη επ' εμέ βλέμμα απεριγράπτου όμματος, ό φέρω εν εμοί, εν τώ κρανίω. Αφίστε με νά σάς οδηγήσω. Στηριχτήτε επάνω μου. Τό βή- μα σας είναι τόσο αδύναμο. Τόσο σάν νά μήν αποφασίζει. Κι όμως είστε τόσο μακρυά πιά. Θέλω νά πώ, έχετε κάνει τόσον δρόμο. "Κι άν γέρνω στόν αέρα, δέν πέφτω. Δέν μ' έχουν κοιτάξει ακόμα τά μάτια τού θανάτου". Σωστά. Μπορεί νά κάνει πολύν δρόμο κανείς έτσι. Εμένα μέ κράτησαν όρθιο πολλές φορές αυτά τά λόγια. Κι άς ένοιωθα από τήν μυρου- διά τό χώμα νά μέ αγγίζει σχεδόν. Νά ψάχνει τρόπο νά μπεί μέσα μου. Ήξερα ότι είχα λυγίσει τότε, ότι ο δεσμός μου μέ τόν κόσμο γλιστρούσε, δέν τό καταλάβαινα βέβαια εντελώς, αλλά οι σύνδεσμοι μέσα μου είχαν αρχίσει νά υποχωρούν, τό μέτωπό μου ένοιωθε κιόλας τήν κρύα επαφή μέ τό έδαφος, αλλά... δέν είχε ακόμα έρθει η ώρα μου. Τό σπουδαίο είναι ότι μπορούσα νά τό δοκιμάσω κάθε φορά. Άρχιζα π.χ. νά ι- σιώνω τό σώμα μου, νά τεντώνομαι, στηρίζοντας πότε στό ένα καί πότε στό άλλο πόδι τό βάρος μου, βοηθώντας αυτή τήν κίνηση μέ τίς παλάμες στά γόνατα, μετά στούς γοφούς, ώσπου σέ λίγη ώρα ήμουν εντελώς όρθιος, ανέπνεα κιόλας πολύ καλλίτερα, άπλωνα τά χέρια μου στήν έκταση καί ση- κωνόμουνα στίς μύτες τών ποδιών γιά μιά βαθειάν εισπνο- ή... Γενικά αισθανόμουν πιό νέος από πρίν, άρχιζα ένα ελα- φρύ σημειωτόν που σιγά σιγά δυνάμωνε, μπορούσα νά τρέ- ξω τώρα, αλλά δέν τό διακινδύνευα ακόμα, τά πνευμόνια μου βέβαια ήταν γερά, ποτέ δέν είχα νοιώσει αυτό τό ύπουλο λαχάνιασμα που τό λένε "η ανάσα τής αρκούδας", προτι- μούσα όμως γιά τήν ώρα νά μήν υπερβώ ένα σοφό όριο, έτσι σιγά σιγά χαλάρωνα, τό σώμα μου εύρισκε τόν κανονικό του ρυθμό "περιπάτου", καί συνέχιζα τό βήμα μου σίγουρος πως αυτή η σπουδαία ώρα κι εγώ δέν είχαμε συναντηθεί α- κόμα. Αλλά εσείς μέ τρομάξατε γιά μιά στιγμή, τό πρόσωπό σας ή- ταν τόσο χλωμό, ο λαιμός σας τόσο αδύνατος, τό χέρι σας έ- ψαχνε νά στηριχτεί, η αναπνοή σας τόσο δύσκολη σάν κου- ρασμένου πουλιού είχα τήν εντύπωση πως δέν βρίσκατε πιά τήν φωλιά σας... Άν μού λέγατε ότι όλα αυτά ήταν δικές μου υποκειμενικές εκτιμήσεις, δέν θά μπορούσα παρά νά συμ- φωνήσω. Αλλά πώς δημιουργείται μιά συγκίνηση στό εσω- τερικό τού ανθρώπου άν όχι από τίς εντελώς προσωπικές του εκτιμήσεις; Πάντως δέν έπεσα καί πολύ έξω. Νά τό χέρι σας που καίει ακόμα, τά βλέφαρά σας τρεμοπαίζουν, η ζωή έρχεται καί φεύγει μέσα από τίς τσέπες σας, δέν είστε, επι- τρέψτε μου τήν παρατήρηση, καί πολύ καλά ντυμένος, αυτό τό κασκόλ αφίνει όλον τόν ύπουλο αέρα τής Άνοιξης νά περ- νάει, τό πανωφόρι σας δέν έχει κάν φόδρα, τά παπούτσια σας πάνινα... Γενικά ένα πολύ ελαφρύ ντύσιμο γιά τήν ηλι- κία σας, καί μάλιστα εδώ έξω, στίς λάσπες τών χωραφιών, όπου η ψύχρα μετά τό ηλιοβασίλεμα είναι σκληρή, δέν υ- πάρχει τίποτα νά εμποδίσει τόν αέρα, ούτε ένα δέντρο γιά νά κρυφτεί κανείς πίσω του... Δέν είσαστε εσείς που έχετε ανάγκη αλλά εγώ; Μά πώς τό φανταστήκατε; Θά έπρεπε νά αναρωτιέμαι γιά μένα κι όχι γιά σάς; Μά εγώ βγήκα απλώς γιά μιά βόλτα, ίσως λίγο μα- κρυνή, αυτό είναι αλήθεια, συνήθως δέν ξανοίγομαι τόσο πολύ στήν υγρασία τών χωραφιών, προσέχω αρκετά τόν ε- αυτό μου, μ' ένα τέτοιο κασκόλ π.χ. δέν θά τό τολμούσα άλ- λοτε, φαίνεται ότι ξεχάστηκα, αλλά δέν είναι πολύ σοβαρό, τώρα πού παρατηρώ τό παλτό μου ίσως νά τού λείπει η φόδρα, καί τά παπούτσια μου μπορεί νά είναι από πανί, αλ- λά αυτό είναι από μιά συνήθεια γυμναστικής που είχα πα- λιώτερα, ήθελα νά είμαι ελαφρύς, καί ξέρετε, νά σάς εξομο- λογηθώ αυτό τό μικρό πάθος, κάποτε νόμιζα ότι λύγιζα, τά χέρια μου καίγανε, ο λαιμός μου είχε αδυνατίσει, σχεδόν τό μέτωπό μου ακουμπούσε στήν γή, ένοιωθα τήν μυρουδιά τού υγρού χώματος, τά μάτια μου τρεμόπαιζαν καί η ζωή έ- μπαινε κι έβγαινε από κάτι ξηλώματα στίς τσέπες μου, τ' ομολογώ, που δέν είχα βρεί τόν καιρό νά τά ράψω, αλλά αυ- τό ήτανε μόνο γιά άσκηση, όσο γιά τήν εντελώς υποκειμενι- κή εκτίμηση ότι ίσως βαθύτερα είχε λυθεί κάποιος δεσμός, τήν πράγματι ανατριχιαστική αίσθηση ότι κάποιοι σύνδε- σμοι μ' εγκατέλειπαν, ήταν πολύ εύκολο νά τά αναιρέσω, ί- σιωνα σιγά σιγά τήν πλάτη μου, η μέση μου μέ τίς παλάμες μου στούς γοφούς βοηθούσε σημαντικά, τό σώμα μου ξανα- στήνονταν όπως πρώτα, ήμουν πάλι όρθιος, μιλούσα ξανά τήν γλώσσα μου, μπορούσα ν' αρχίσω ξανά τίς προετοιμασί- ες γιά τήν επιστροφή... Βλέπετε εμένα δέν είχε έρθει η ώρα μου ακόμα. Δέν μ' είχαν κοιτάξει τά μάτια τού θανάτου. Μόνο που εσάς δέν έχω προλάβει νά σάς κοιτάξω στά μάτια μ' όλη αυτή τήν συζήτηση. Έχετε τήν καλωσύνη νά μέ βοη- θήσετε νά σηκώσω λίγο τό κεφάλι μου; Φαίνεται ότι ήμουν πολύ κουρασμένος. Ναί! Τό βλέμμα σας έχει μιά λάμψη που μπορεί νά σημαδέψει τόν άνθρωπο. Κι αυτά τά μάτια! Αυτά τά απερίγραπτα μάτια! 27-3-1997 Ενίοτε ιδιοκατοικούμεν δυστυχείς... Ενίοτε ιδιοκατοικούμεν δυστυχείς, άλλοτε εις φιλοξενίαν συρό- μεθα εκ θλίψεως, εν τοίς δακρύοις τών αγαπόντων ημάς υπο- φώσκομεν ώς πρό πολλού εσβεσμένοι αστέρες ών τό φώς φρι- κιά εισέτι επί τών αντικειμένων, ώς νεαρός οίνος εν πεπαλαιω- μένοις αγγείοις εισέρχεται μετά αγωνιώδους παφλασμού εις τό εσωτερικόν ημών ο έρως, κινδυνεύομεν γάρ αποθραυσθείναι υ- πό τών ερωμένων... Η ζωή ημών ανάστατος, παραπαίουσα καί δειλή, ώς πλούς φερομένης επί τών κυμάτων νηός μή ευνοηθή- σης υπό τών θαλασσίων ανέμων. Ασαφής δέ καί ο ήλιος. Καί ημιπολύτιμους λίθους συνέλεξον... Καί ημιπολύτιμους λίθους συνέλεξον, καί από τούς άλλους, τούς καθαρώς πολύτιμους, κυρίως αδάμαντας καί βαρείαν κρύ- σταλλον, καί τάς πρασίνους πέτρας τού σμαραγδίου εχώρισον ίνα σοί τίς προσφέρω. Πρασίνη γάρ, ώς τό τής Φύσεως διακό- σμημα, εστίν η εγγεγραμμένη εις τό λευκό στέρνον τών οφθαλ- μών σου ίρις, τό δέ κέντρον αυτής μέλαν, ώς ύδωρ βαθέως πο- ταμού κάτωθεν τών φυλλωμάτων. Τό υπόλοιπον πλήθος εν κα- νίστρω ανατίθεσθαι εις Έρωτα. Αλλ' ο μέγιστος τών αδαμά- ντων εσώθη, ώς ανάθημα εν τή καρδία ημών, εν τή οποία, ελ- κομένη υπό τού φωτός περιστερά, κτυπά τάς πτέρυγας, διαφεύ- γουσα τάχιστα εκ τού σκοτεινού δώματος τού τετελεσμένου. 30-3-1997 Σίβυλλα Αλβανίς Άς είναι ευσπλαχνικά τά μαύρα νερά τής Αδριατικής που σάς σκεπάζουν, αδερφές μας Αλβανίδες, μικρά αδέρφια τών παι- διών μας Αλβανάκια, κι εσείς αδερφοί μας Αλβανοί. Μέσα στά αμπάρια τού ξεκοιλιασμένου απ' τήν Ιταλική κορβέττα πλοίου, ίδια θά φέγγιζαν μέ τά δικά σας καί τά δικά μας τά μάτια από τόν τρόμο, ίδια μέ τά δικά σας παιδιά θα σφίγγονταν καί τά δι- κά μας επάνω μας, ίδια θά τσακίζονταν καί τά δικά μας τά νύ- χια στούς σιδερένιους τοίχους, προσπαθώντας νά μάς ανεβά- σουν πιό ψηλά, πάνω απ' τό μαύρο νερό που ορμούσε απ' τ' α- νοίγματα. Σάς κλαίμε όπως κλαίμε όλους τούς αθώους τής Γής, σ' όλους τούς καιρούς. Όπως ίσως θά κλαίνε γιά τούς αυ- ριανούς αθώους, άλλοι άνθρωποι, αύριο. Μπορεί αυτό τό κλά- μα νά κρατάει τήν Καρδιά τού Κόσμου ζωντανή, επειδή, έτσι όπως είναι τώρα ο Κόσμος, η χαρά δέν φτάνει. ΤΕΛΟΣ ΔΕΚΑΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ