ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ
16-6-1997 Πώς βρέθηκε μέσα μου αυτό τό δεύτερο σώμα; Κάτι φριχτό θά μού συμβεί. Τά νύχια του μεγαλώνουν τόσα χρόνια τώρα κάτω απ' τά δικά μου. Πιό γρήγορα. Πιό βιαστικά. Μέ μιά τρομάρα. Μέ μιά τρομάρα κοιτάζω νά ξεπερνούν συνεχώς τήν λεπτή α- δύναμη επιφάνεια τών δικών μου. Τά κόβω, αλλά τά χέρια μου γίνονται όλο καί περισσότερο ανίκανα, σάν κάτι νά τά κρατάει απ' τούς καρπούς πιέζοντας τίς φλέβες. Σχεδόν δέν προλαβαίνω νά αρχίσω τό κόψιμο καί πέφτουν αποκαμωμένα. Τό ψαλίδι χτυπάει στό πάτωμα. Τό συνεχίζω λοιπόν μέ τά δόντια. Αλλά τά δόντια μου δέν μπορούν νά μασήσουν πιά τό λιγοστό φαί που τούς δίνω, πώς είναι δυνατόν νά κόψουν τά σκληρά νύχια που στραβώνουν τό ατσάλι τού ψαλιδιού; Ίσα ίσα τά μυτερώ- νουν καλλίτερα, εξυπηρετώντας τόν φοβερό σκοπό τού ξένου μυαλού που περιμένει πότε θά κουραστώ εντελώς, τά μάτια μου θά κλείσουν νυσταγμένα, άλλες σκέψεις εκτός από τήν ε- παγρύπνηση γιά τά σχέδιά του θά αρχίσουν ύπουλα νά μέ απα- σχολούν, ίσως δέν θά μπορώ ν' αντισταθώ στά όνειρα που έρ- χονται καλπάζοντας τέτοιες στιγμές, τό κεφάλι μου θά γείρει πρός τά μπρός εκθέτοντας τίς σφαγίτιδες φλέβες, γιά νά διατά- ξει μ' έναν τελευταίο σπασμό τά χέρια μου, που θά τού ανή- κουν τότε ολοκληρωτικά, νά τά καρφώσουν στόν τρυφερό μου λαιμό καί πηδώντας απάνω μου νά μέ κατασπαράξει. 1-7-1997 Λείπει τό άλλο φύλο. Υπάρχει μόνον ένα: οι γυναίκες. Τό αντί- στοιχο δέν έχει ακόμα εμφανιστεί. Ποιός γνωρίζει τά χαρακτη- ριστικά τού πατρός; Οι άντρες είναι τά τέκνα. Έτσι εξηγείται η μελαγχολία τών γυναικών. Η τραγική τους μοίρα. Γεννούν, αλ- λά πού είναι ο αγαπημένος; Τίς νύχτες ουρλιάζουν σιγανά πα- ραμερίζοντας τά μαύρα κουρέλια τού σκοταδιού μέ τά μαραμέ- να άσπρα τους μάτια καθώς μετακινούν τό βαρύ σώμα τους πρός τό μέρος του. Ο άντρας τρομάζει από τόν θρήνο. Χώνεται στήν αγκαλιά τους νά κρυφτεί. Εκείνες τόν διώχνουν. Τόν σπρώχνουν μέ μίσος. Χτυπούν μέ μανία τά χέρια. Αποσπούν σάρκα από τόν χώρο δημιουργώντας τόν άλλον. Βογκούν κα- θώς τίς αρπάζει επιτέλους ο ερωμένος. Ο τράχηλός των κά- μπτεται. Η οσφύς των παλεύει νά ανασηκωθεί ώστε νά τήν ε- ναγκαλισθεί πρίν είναι αργά τό φευγαλέον σώμα. Οι βολβοί α- ναστρέφονται πρός τό ρωμαλέον στήθος. Αι τρυφεραί λαγώνες των περισφίγγονται από τά τανισμένα τόξα τών μηρών του. Τά ήδη ανεωγμένα πέταλλα τού αιδοίου των κρούει αφρίζων πάσ- σαλος. "Κρούσαντος τού μορίου εν πλήρει στήσει εβυθίσθη ούτος εις τούς κόλπους αυτής ζών". Εν εκστάσει αι κοιλίαι ε- κάστης αφουγκράζονται τάς ριπάς τού ζέοντος σπέρματος, μα- ζεμέναι ως λάκκος εις τό κέντρον τών συναιθημάτων όπου λέ- οντες καί σκολόπενδρα αναχαράζουν τήν χόρτον τού Παραδεί- σου. Αι μήτραι των περιβρέχονται υπό ημιδιαφανούς πολυτί- μου χαλαζίου. Συσπώνται κάθυγροι. Ενίοτε αιμορραγούν εκ τής ηδονής. Ως σβόλος λάσπης περιπλανάται εις τάς δύο αγκά- λας, απορριμένον τέκνον, ο άνδρας. Ποιός γνωρίζει τά χαρα- κτηριστικά τού πατρός; Ποιός μεσολαβεί πρός χάριν τού Κό- σμου; 19-7-1997 Κοιτούσα τά γυμνά της στήθη, όχι, όχι αυτά πού φύτρωναν σάν απαλοί μαστοί στό στέρνο της κρατημένοι τρυφερά απ' τό λεπτό ύφασμα τού φορέματος που τούς πίεζε γιά νά μήν ξεφεύ- γουν δεξιά κι αριστερά στό χαρούμενο βήμα της, αλλά τά άλ- λα, τά αόρατα, που μέ σημάδευαν μέ τίς τρομερές τους θηλές, καί ετοιμαζόταν νά τά μπήξει στό σώμα μου, καρφώνοντάς με γιά πάντα επάνω της, καθώς είχε ανοίξει κιόλας τά χέρια καί τό χαριτωμένο πρόσωπό της πλησίαζε χαμογελώντας τό δικό μου γιά ένα φιλί, ψιθυρίζοντας λαχανιασμένη απ' τήν προσπά- θεια νά ξεπεράσει τά τελευταία μέτρα: "σφίξε με, σφίξε με στήν αγκαλιά σου αγαπημένε". 24-7-1997 Γιατί είχαμε τσακωθεί; Τό είχα ξεχάσει κιόλας. Κι όμως σ' α- γαπούσα τόσο πολύ, ήταν δυνατόν νά ξεχνώ γιατί τσακωθήκα- με; Θυμάμαι μόνο πως σού είχα γυρίσει τήν πλάτη καί είχα κά- νει ένα βήμα μακρυά σου. Περίμενα πως θά τρέξεις νά βγείς μπροστά μου ζητώντας συγγνώμη χαμογελώντας, κι ύστερα μπορούσαμε στ' αλήθεια νά κρατήσουμε κακία ο ένας στόν άλ- λον; Κι όμως, ενώ εσύ πράγματι στριφογυρνάς τόσον καιρό τώρα, προσπαθώντας νά μέ κοιτάξεις στό πρόσωπο μέ τά γλυ- κά σου μάτια, ενώ μαντεύω τό χαμόγελο που γλυστρά στά χεί- λια σου χωρίς καθόλου κακία πιά, εγώ είμαι υποχρεωμένος νά σού γυρίζω τήν πλάτη λές καί δέν σ' έχω ακόμα συγχωρέσει, και νά συντηρώ με μικρές ταραγμένες απ' τόν φόβο μήπως τό καταλάβεις κινήσεις, που τώρα επαναλαμβάνονται από μόνες τους σχεδόν, χωρίς νά μέ ρωτήσουν κάν άν τό θέλω, αυτό τό τρομερό βήμα που μάς χωρίζει. Φαίνεται ότι σέ είχα θυμώσει ξαφνικά, αλλοιώς γιατί απομα- κρύνεσαι τόσο συχνά από κοντά μου; Μήπως νομίζεις ότι θά κουραστώ καί θά σού γυρίσω τήν πλάτη; Μήπως νομίζεις ότι θά κάνω κι' εγώ ένα βήμα μακρυά σου; Όχι! Τί σημασία έχει η δικιά σου συμπεριφορά; Άλλωστε είναι στ' αλήθεια εντελώς δι- κιά σου; Εντελώς δικό μας δέν είναι τίποτα. Κι άν στριφογυρί- ζω προσπαθώντας νά σέ κάνω νά μέ κοιτάξεις μέ τά τρομαγμέ- να σου μάτια, κι άν έχω παραιτηθεί από όλα όσα κάποτε μέ γέ- μιζαν όχι ακόμα χαρά αλλά ενδιαφέρον καί σέ προσκαλούσα νά ασχοληθούμε μαζύ τους γιατί μόνο τότε μπορούσαν νά απο- καλύψουν τήν χαρά που όπως σ' όλα τά πράγματα έτσι καί σ' εκείνα είχε κρυφτεί κάπου μέσα τους περιμένοντας δυό καθι- σμένους πλάϊ πλάϊ νά τά κοιτούν γιά νά εμφανιστεί επιτέλους μπροστά τους χαμογελώντας, είμαι τελείως ειλικρινής. Ίσως πρέπει νά ζητήσω συγγνώμη, αλλά δέν θά τό κάνω. Μή- πως αυτό θά έδιωχνε τόν τρόμο από τά μάτια σου; Μήπως ό- ταν ζήτησες εσύ, έδιωξε τόν τρόμο απ' τά δικά μου μάτια; Όχι! Δέν θά ζητήσω λοιπόν. Αυτή είναι μιά σταθερή απόφαση καί δέν τήν κλονίζει παρά μόνο τό ότι δέν μπορούμε νά ζήσουμε ούτε λεπτό χωρίς συγγνώμη. Μπορούμε νά ζήσουμε μιά ολό- κληρη ζωή χωρίς νά συγχωρέσουμε ποτέ ο ένας τόν άλλον, αλ- λά ένα λεπτό χωρίς συγνώμη, όχι!, αυτό δέν υπάρχει κανείς που είναι ικανός νά τό αντέξει. Είναι πιθανόν λοιπόν νά ζητή- σω. Ωστόσο αυτό δέν κλονίζει καθόλου τούς λόγους που μέ o- δήγησαν στήν αρχική μου απόφαση. Γιατί τί αξίζει αλήθεια μιά ζωή μέσα στόν τρόμο έστω κι άν έχουμε συγχωρέσει από τό πρώτο λεπτό ο ένας τόν άλλον; Ίσως μάλιστα αυτό, τό ότι δηλαδή συγχωρέσαμε βιαστικά, πρίν κιόλας περάσει τό πρώτο λεπτό, ο ένας τόν άλλον, νά μάς αφίνει εκτεθειμένους στόν τρόμο. Ίσως άν μπορούσαμε νά αντέξουμε αυτό τό πρώτο λε- πτό, έχοντας κάνει κιόλας ένα βήμα μακρύτερα μέ γυρισμένη τήν πλάτη ώστε νά ξεφύγουμε από τά γλυκά μάτια που θά μάς τριγύριζαν προσπαθώντας νά συναντήσουν τό πρόσωπό μας καί νά μάς πούν ότι μάς συγχωρούν... 3-8-1997 Μέ επέλεξαν νά ντύσω ένα σώμα. Δέν μάς συνδέει βέβαια τί- ποτε. Θέλω νά πώ ότι δέν υπάρχει κάποιος ομφάλιος λώρος ή κάτι παρόμοιο. Τό περιβάλλω σύμφωνα μέ τόν κανόνα, φρο- ντίζοντας χωρίς νά είμαι χαλαρός νά μήν είμαι υπερβολικά αυ- στηρός. Αναπτύσσεται γοργά πιέζοντάς με πρός τά έξω. Αντα- ποκρίνομαι. Τού δίνω τόν χώρο που χρειάζεται αποσύροντας τά αδρανή στοιχεία τού Κόσμου καί καταλαμβάνοντας τό κενό που δημιουργείται στό όνομά του. Τό καλύπει. Η σαρκοποιητι- κή του ικανότης είναι αξιοθαύμαστη. Βέβαια υπάρχουν χάσμα- τα. Άδειες περιοχές τίς οποίες ίσως σκοπεύει νά γεμίσει αργό- τερα. Δέν επεμβαίνω στά σχέδιά του. Μέ έχει αντιληφθεί; Πολλές φορές μέ σπρώχνει νά απομα- κρυνθώ καί χτυπά μέ τό δάχτυλό του. Φαίνεται νά ακούει μέ προσοχή. Αλλά πίσω μου υπάρχει ο συμπαγής Κόσμος. Άλλω- στε είναι αδύνατον νά ανοίξω. Μπορώ νά οπισθοχωρήσω μό- νο. Έως δύο μέτρα. 5-8-1997 Στόν βάλτο μακρυά, όταν τελειώσει τό χώμα τής όχθης, πρίν αρχίσει τό νερό, έχει καμμιά δεκαριά μέτρα άμμο. Εκεί μέ σπρώχνεις; Κανείς δέν θά μπορέσει νά μέ βρεί όταν θά πέσω μέσα. Δυνατά ζώα έχουν παλέψει μαζύ της καί νικήθηκαν, όχι εγώ που κι άν μού πετούσαν ένα σχοινί δέν θά 'χα τό κουράγιο νά κρατηθώ γιά νά μέ τραβήξουν. Μιά φορά είδα μιάν αγελά- δα μέ τό μικρό της που τούς ρούφηξε τόσο ήρεμα, λές κι είχαν ανέβει στήν κορφή κάποιου λόφου καί χάνονταν σιγά σιγά κα- τηφορίζοντας πίσω του, σταματώντας λίγο εκεί, σκύβοντας λί- γο πιό πέρα που τό χορτάρι θά ήταν ίσως πιό τρυφερό. Τό μο- σχάρι είχε πάει νά πιεί νερό καί προχώρησε απρόσεκτα από τήν δίψα του πέντ' έξη βήματα. Μετά κόλλησε. Έκανε μιά κίνηση νά στρίψη καί βυθίστηκε ώς τήν κοιλιά. Άρχισε νά μουγκανί- ζει, φώναζε μ' όλο του τό κορμί καί σού 'σκιζε τήν καρδιά. Τό- τε φάνηκε μέσα απ' τά ψηλά χόρτα η αγελάδα. Χωρίς νά δι- στάσει ούτε στιγμή, μπήκε μέσα στήν άμμο, τραβώντας μέ δυ- σκολία τό βαρύ της σώμα, ώσπου ακούμπησε τό κεφάλι τού παιδιού της κι άρχισε νά τού γλείφει τά ρουθούνια μέ τήν τερά- στια γλώσσα της. Εκείνο έβγαλε μιάν ανάσα βαθειά σάν στε- ναγμό καί σώπασε. Τρίφτηκε απάνω στόν λαιμό της καί ξά- πλωσε τό κεφάλι του στόν πελώριο τράχηλο. Έτσι σιωπηλούς, μάνα καί παιδί, τούς πήρε μέσα της η άμμος. Έκανε μισή ώρα. Είχαν ενώσει τά σώματά τους, κι εκείνης από τόν φόβο της λύ- θηκαν τ' άντερά της καί κατούραγε τά μαστάρια της που 'χαν απλωθεί μέσ' απ' τά πισινά της πόδια σάν μεγάλες κολοκύθες γεμάτες γάλα. Στό τέλος φάνηκαν μόνο τά ρουθούνια της γιά μιά στιγμή, ύστερα τινάχτηκε λίγη άμμος από τήν τελευταία της αναπνοή κι έπειτα όλα έγιναν τόσο ήσυχα όπως πρίν. Σκέ- φτηκα τό μεγάλο κορμί πλάϊ στό μικρότερο μέ τά λεπτά πόδια, νά κατεβαίνουν αργά, αγκαλιασμένα... Μάνα Φύση, γιά ποιόν λόγο νά πέσω κι εγώ στήν άμμο; Τρέξε κοντά μου. Δέν βλέπεις που έχω πέσει μέσα σου! 6-8-1997 Τών γενεθλίων σου, ταύτα σοί λέγω γλυκύτατε: Αναγκαιοτικώς εντός τής Φύσεως, ως εντός αγρίου τριβείου, περιστρεφόμεθα ενδιατρίβοντες, τών σωμάτων ημών κατασπα- ρασσομένων επί τών οδόντων τής επιφανείας. Εκ δέ τής λεπτε- πιλέπτου αλοιφής, τής υπολοιπομένης εις τό κύτος, διατρέφε- ται τό αγαθότατον πνεύμα τού Κόσμου, αγνοόν -τών εν τώ με- ταξύ πόνων καί θλίψεων ημών εξατμιζομένων- τήν συνταγήν, τήν οποίαν μετερχομένη η επιδεξία τροφός παρεσκεύασε τό νο- στιμότατον γεύμα του. Βρωτοί όθεν, ούκ αναιτίως καλούμεθα. Ματαίως δέ αναζητού- μεν θύραν διαφυγής. Ούτος γάρ εστίν ο κάλλιστος τών Κό- σμων. Χρόνια πολλά αγάπη μου. 7-8-1997 Είχα τρελλαθεί απ' τήν χαρά μου που είχα τά γενέθλιά μου ε- χτές. Καμμιά άλλη μέρα δέν θά ήταν τόσο ταιριαστή, τόσο κα- τάλληλη γιά νά γεννηθώ. Ο ερχομός της κάθε χρόνο είναι γε- μάτος λουλούδια, γεμάτος ευχές, γεμάτος φιλιά απ' τούς αγα- πημένους. Τρέχω στό δωμάτιό μου νά συλλογιστώ πώς συνέ- βει, τί ξεκίνησε καί από πού, γιά νά καταλήξει αποκλειστικά σέ μένα, σάν δώρο, αυτή η όμορφη μέρα τού Αυγούστου. Γιά ώ- ρες πλέω στόν φωτεινό της νυχτερινό ουρανό, ανάμεσα στά μεγάλα αστέρια που ετοιμάζονται από τώρα κιόλας νά υποδε- χτούν τήν πεντάμορφη πανσέληνο, όταν κατά τά ξημερώματα μέ μιά θριαμβευτική τσιρίδα κατρακυλάω στόν Κόσμο. Τόση ευτυχία! Τόσος ιδρώτας καί πόνος καί αίμα γιά ένα μυξιάρικο βατραχάκι που άρχισαν αμέσως νά τό πλένουν, νά τό χαϊδεύ- ουν καί νά τού δίνουν γλυκό... Αλλά αυτό τό μοναδικό γεγονός μέ προσδιορίζει τόσο ολοκληρωτικά, τόσο τελεσίδικα, ώστε στό τέλος μελαγχολώ, δέν μπορώ νά τής ξεφύγω, θά ξανάρθει τού χρόνου, θά συναντηθούμε ξανά, ξανά θά ορμήσω τρελλός από χαρά νά τής ανοίξω τήν πόρτα... Όμως πάλι, έχουν συμβεί τόσα καί τόσα στό διάστημα που λείπει, τόσα καί τόσα έχουν προστεθεί καί έχουν αφαιρεθεί από μέσα μου, θά μέ γνωρίσει ή θά μέ πάρει σάν κάποιον από τούς υπηρέτες τού σπιτιού που βιάζεται νά τήν υποδεχτεί, τόν ευχαριστεί μ' ένα μικρό γνέψιμο καί γλιστρά στό εσωτερικό, έτσι όμορφη, μυρίζοντας θάλασσα καί νησιά, βλέπει αυτόν που γιορτάζει καί τρέχει νά τόν αγκα- λιάσει; Όσο περνάν τά χρόνια τό καταλαβαίνω βαθειά καί η σύμπτωση μού τρυπάει τό μυαλό: γιατί εγώ κι όχι ο Γιάννις Χρυσούλις άς πούμε; Υπογράφω: Γιάννις Χρυσούλις. Πρόκει- ται περί λάθους; Όχι. Ο Γιάννις Χρυσούλις ζεί μέσα μου. Έχει υπογράψει βέβαια μέ τ' όνομά του. Αλλά είναι εγώ; Θέλω νά πώ είναι εντελώς εγώ; Μπορεί ο καθένας που ζεί μέσα μου νά είναι εντελώς εγώ; Έχει τό δικαίωμα νά υπογράφει μέ τ' όνομά του. Καλώς. Άς πούμε: "Γιαννίς Εγώ". Δέν έχω αντίρρηση. Δέν έχω αντίρρηση ακόμα νά μέ μεταχειρίζεται. Μάλιστα σχε- δόν πάντα προσφέρομαι. Αλλά τότε γιά ποιόν, γιά ποιόν συνέ- βη αυτό τό πρωθύστερο σχήμα; Τό πρωθύστερο σχήμα που μέ γοητεύει συνεχώς καί απόλυτα: "26-11-1993 2. Ο πελαργός είχε επιτέλους γίνει φίλος μου. Στίς συχνές μας συναντήσεις, εκείνον τόν καιρό, προσπαθούσε νά μού εξηγήσει γιατί ήταν αδύνατον νά μέ είχε αφίσει σέ κάποιαν άλλη καμι- νάδα καί σέ μιά διαφορετική στιγμή, υποστηρίζοντας μέ τόσο ζήλο τά επιχειρήματά του ώστε είχα ήδη κλονισθεί. Έπρεπε λοιπόν νά πεισθώ ότι κανείς άλλος εκτός από εσάς καί μόνον εσάς, αγαπητοί μου γονείς, δέν θά μπορούσε νά ήταν εκεί γιά νά μέ υποδεχθεί, εκείνη τήν μοιραία γιά όλους μας νυχτερινή ώρα, εσάς απ' όλους τούς ανθρώπους που είχαν ίσως ζητήσει, είχαν ίσως αγωνισθεί, είχαν ίσως παρακαλέσει νά τούς γίνει μιά τέτοια χάρη. Γιατί; Τί σάς έκανε άραγε νά ξεχωρίζετε από τά υπόλοιπα πλάσματα; Στήν διάρκεια τής μακρυάς περιόδου που ζήσαμε μαζύ, κάθε φορά που η σχεδόν ανελλιπής παρουσί- α σας μού επέτρεπε, σέ κάποιο κενό της, νά συλλογισθώ ελεύ- θερα, προσπαθούσα νά ανακαλύψω αυτό που πίστευα απόλυτα ότι κατέχετε, εσείς μόνοι, καί που σάν ένα είδος δώρου γιά τήν κατοχή του σάς είχε επιτραπεί αυτό τό τόσο ιδιαίτερο ραντε- βού. Μήπως ήμουν εγώ; Θέλω νά πώ, μήπως η εκ τών υστέ- ρων παρουσία μου ανάμεσά σας, δημιουργούσε μιά εκ τών προτέρων ιδιαιτερότητα..." 10-8-1977 Σάς ευχαριστούμε ευγενικέ μου. Ιδιαίτερα γιά τά λουλούδια. Όσο γιά τά λάθη, φοβάμαι ότι σιγά σιγά ξαναγυρίζω πρός τά πίσω, όταν έγραφα τίς λέξεις ακούγοντας τόν θεσπέσιο ήχο τους κι όχι βλέποντας τήν εκδικητική τους εικόνα. Τώρα ξανα- γίνονται σάν υπέροχες παρτίτες τού Μπάχ γιά βιολοντσέλλο. Παρ' όλα αυτά ξέρουμε τί ζημιά κάνει στήν αισθητική τού γραπτού ένα άσχημο ορθογραφικό ατόπημα. Αλλά μή μανιάζε- τε. Σημασία έχει η μουσική. 10-8-1997 Αγαπητό μου αγόρι, δέν είναι αυτό ένα ελεύθερο βήμα; Ποιός έχει δικαίωμα νά διώξει τόν άλλον; Αλλά κι άν έχει δικαίωμα νά φωνάξει καί νά διαμαρτυρηθεί γιά τίς θέσεις κάποιου άλλου που ίσως τόν αγανακτούν, έχει στ' αλήθεια δικαίωμα νά εκ- φράσει αυτή τήν αγανάκτηση προσβάλλοντάς τον γιά μιά φυ- σική του αδυναμία ή ατέλεια ή, όπως έκανες εσύ, νά χρησιμο- ποιήσει τά αρχικά τού ονόματός του γιά νά υπονοήσει κάτι τό- σο ακραίο καί συνειδητά κακό; Δέν καταστρέφεται έτσι τό πνεύμα τής ελευθερίας τής έκφρασης καί τού σεβασμού στό πρόσωπο τού άλλου, γύρω απ' τό οποίο χτίστηκε τό Internet; Άλλωστε, δέν φαίνεται έτσι νά προστατεύεται τίποτα. 12-8-1997 Θέλω νά διαμαρτυρηθώ γι' αυτή τήν αφαίρεση τής ελευθερίας τού λόγου. Γιατί γλυκοί μας φίλοι μάς σβύσατε απ' τόν χάρτη; Η ΕΕΧΙ δέν είχε εγγυηθεί γιά τήν ελευθερία τού λόγου σ' αυτόν τόν χώ- ρο; Τώρα πώς θά ξέρουμε άν αυτό που θέλουμε νά εκφράσου- με είναι σύμφωνο μέ τίς καινούργιες προδιαγραφές, ή άν δέν πεταχτεί έξω σέ κάποια ανατάραξη τών νέων ορίων σας; Εδώ άνθρωποι ξενύχτησαν γιά νά γράψουν ένα κείμενο, ή νά απα- ντήσουν σέ κάποια παρατήρηση, καί ίσως άλλοι, νεώτεροι, νά εύρισκαν σ' αυτές τίς γραμμές κάτι ενδιαφέρον. Νομίζετε πως υπάρχουν πολλοί χώροι που δίνουν τήν ευκαιρία σέ κάποιον νά εκφράσει χωρίς φόβο τόν εαυτό του και νά πάρει μιά εξ' ίσου ανοιχτή απάντηση; Τί σημασία είχε άν γράφονταν ίσως καί α- νοησίες, ή εξυπνάδες, ή ακόμα καί προσβολές γιά τόν άλλον, που θά 'πρεπε νά υπερασπίζει ο ίδιος τόν εαυτό του κι όχι νά ζητάει εκβιαστικά νά κόψετε εσείς τά κεφάλια; Γιατί τώρα, κά- τω απ' αυτή τήν πίεση, έχετε κόψει σέ όλους μας τήν γλώσσα. Παρακαλώ νά αναθεωρήσετε τήν απόφασή σας καί νά ξανα- δώσετε ζωντανή, έτσι όπως ήταν, τήν εικόνα τής Ζώνης. Κόψ- τε τίς διαφημήσεις. Κόψτε τήν οποιαδήποτε προπαγάνδα. Τίς προτάσεις γιά τήν εκμετάλλευση τού άλλου. Αλλά άν δέν αντέ- χει η ΕΕΧΙ έναν ελεύθερο χώρο στήν γνώμη καί στήν έκφρα- ση, νά τήν καταργήσετε εντελώς. Τουλάχιστον θά μονολογεί ακίνδυνα ο καθένας στήν σελίδα του. Όπως όταν θά μάς κλεί- σει όλους στά δωμάτιά μας η Μηχανή. 13-8-1997 Αγαπητέ Webmaster δώστε μας πίσω τά πνευματικά μας τέ- κνα. Γράμμα γράμμα μέ παράλυτα χέρια έγραψα τά δικά μου. Η ΕΕΧΙ ορκίστηκε σέ ό,τι έχει ιερό πως αυτός ο χώρος είναι ε- λεύθερος γιά πάντα καί προστατευμένος από τούς Webmaster. 17-8-1997 Μαζευτήκαμε όλοι οι πρωταθλητές στήν μεγάλη αίθουσα. Ή- μασταν κατάκοποι αλλά όχι εντελώς αποθαρρημένοι. Εντελώς αποθαρρημένοι μαζευτήκαμε στήν μεγάλη αίθουσα. Παραμερίσαμε τό πλούσιο φαγητό καί τά ασημένια σκεύη... Σπρωχνόμασταν στήν πόρτα τής μεγάλης αίθουσας ποιός θά μπεί πρώτος, κανείς δέν ήτανε σίγουρος πως τό φαί έφτανε γιά όλους, οπωσδήποτε ορισμένοι θά έμεναν όρθιοι βλέποντας τούς άλλους νά τρώνε. Μπορεί νά γύριζε βέβαια κάποιος απ' αυτούς που θά αδιαφορούσαν πιά γιά τό τί βρίσκονταν πίσω τους καί νά πεταγε ένα κόκκαλο μέ λίγο κρέας απάνω του στό πάτωμα γιά νά διασκεδάσει. Παρ' όλο που σπρωχτήκαμε στήν βιασύνη μας νά μπούμε στήν μεγάλη αίθουσα, τό δείπνο είχε κιόλας αρχίσει. Κανείς δέν ή- ξερε ποιοί ήταν αυτοί που καθισμένοι στίς κομψές καρέκλες έ- τρωγαν μέ όρεξη τό πλούσιο φαγητό μέσα από τά ασημένια σερβίτσια. Οι υπηρέτες έφερναν συνεχώς σκεπασμένες πιατέλ- λες καί τίς ακουμπούσαν στήν μέση τού τραπεζιού, ξεσκεπάζο- ντάς τες αμέσως καί αναγγέλοντας τό όνομα τού φαγητού στά Γαλλικά, όπως: "Πριζονιέρ αλλά Ρουά", Μαντάμς έ Μονσιέρς, ή: "Μουτόν ω λαί αλλά Βαστίλλ", ή: "Ριέν νά βά πλύ ώ σώς Ανγκλαίζ". Γλείφαμε μέ ευγνωμοσύνη τό χέρι πού μάς πέταγε τό κόκκαλο μέ τό κρέας απάνω του στό αστραφτερό πάτωμα, σάν τά σκυ- λιά τρέχαμε μέ τά τέσσερα από δώ κι από κεί, μάς κλώτσαγε καί κανένας υπηρέτης κάπου κάπου, αλλά αυτό δέν μάς ένοια- ζε, σκύβαμε τό κεφάλι νά τού φιλήσουμε κι αυτού τό πόδι, μάς έδιωχναν όμως γελώντας από φόβο μήν τούς λερώσουμε, οι πιό καλές ήταν οι μικρές υπηρέτριες μέ τίς άσπρες ποδιές, έ- σκυβαν καί μάς χάϊδευαν, "πώς σέ λένε;" ρώταγαν. 22-8-1997 Τό ότι ήμουν δυστυχισμένος δέν οφείλονταν στήν αρρώστια μου. Ίσως μέ είχε βλάψει η συχνή πραγματοποίηση αυτού που ενώ επιθυμούσα νά συμβαίνει, ενώ τό έβλεπα μόλις έγερνε τό κεφάλι μου γιά μιά στιγμή, όταν συχνά λιποθυμούσα εξ αιτίας τών αδιάκοπων μικρών κρίσεων, γιά νά συνέλθω αμέσως μετά, έχοντας όμως φτάσει κιόλας στόν βυθό τής αδύναμης νά μέ συγκρατήσει πιά συνείδησής μου, απ' όπου, μέχρι νά κλείσουν οριστικά τά μάτια μου, ένοιωθα νά μέ τραβάει μιά ξαφνική δύ- ναμη σάν νά είχα κάνει κάτι απαγορευμένο, σάν νά μήν είχε έρθει επιτέλους η ώρα μου νά περάσω τό σκληρό πέτρινο στρώμα που μάς κρατάει στόν απάνω κόσμο, ενώ τό έβλεπα λοιπόν νά απομακρύνεται όπως μιά υπόσχεση δοσμένη βιαστι- κά σ' ένα επίμονο παιδί μέ μιά απαιτητική παραπάνω απ' ό,τι μπορούσε ν' αντέξει κανείς επιθυμία καί ετοιμαζόμουν θλιμέ- νος νά αναδυθώ στήν επιφάνεια όπου οι υποσχέσεις αφίνουν τήν τελευταία τους πνοή, τότε τό συναντούσα ολοζώντανο νά μέ κοιτάζει μέσα από τό παράθυρό μου, σάν ένα πρόσωπο δυ- στυχισμένο κι αυτό, καί μάλιστα πιό πολύ από 'μένα, επειδή ε- κείνο δέν μπορούσε έστω γιά λίγο νά απομακρυνθεί καί νά με κάνει νά τό επιθυμήσω ξανά. Ακόμα καί κάθε βράδυ μόλις μέ έπαιρνε ο ύπνος έρχονταν σάν όνειρο, αυτό, που ο καθένας θά θεωρούσε σάν τό μεγαλύτερο πλεονέκτημα τού σπιτιού μας, καί μέ μιά τεράστια δύναμη μάς έστριβε έτσι ώστε νά μήν βλέ- πουμε πιά τά άλλα σπίτια, αλλά τά παράθυρά μας νά κοιτά- ζουν πρός τά χωράφια καί τά δέντρα, που υποθετικά ήταν από πίσω μας, κι όταν εγώ ο ίδιος δέν μπορούσα νά πιστέψω ότι συνέβαινε πραγματικά τέτοιο θαύμα καί έπειθα τόν εαυτό μου ότι ονειρεύονταν, ξυπνούσα γιά νά δώ τό θαύμα πραγματοποι- ημένο. Ίσως λοιπόν, αυτό, νά μέ έχει βλάψει σοβαρά, ενώ τό αντί- στροφό του, αντίθετα, θά μέ άφινε μέ μιά ανεκπλήρωτη επιθυ- μία όλο κι όλο -πράγμα όχι θανάσιμο-, Διαρκώς ονειρεύομαι ότι τό σπίτι μας έχει γυρίσει, καί αντί γιά τά χωράφια καί τά δέντρα, βλέπει τώρα τά άλλα σπίτια που εί- ναι πίσω μας, κι αυτό ακριβώς, δηλαδή όχι τό γύρισμα που δέν θά μέ πείραζε καθόλου, ίσα ίσα έχω επιθυμήσει πολύ νά βλέπω τούς άλλους ανθρώπους που έχω στερηθεί τόσα χρόνια, αλλά τό ότι όταν ξυπνάω βλέπω πάλι τήν ξεραμένη αχλαδιά που μού δημιουργεί ένα μόνιμο συναίσθημα κατάθλιψης, τά χωράφια καί τίς ελιές, καί στό βάθος τό βουνό, αυτό λοιπόν κι όχι η αρ- ρώστια μου είναι που μέ κάνει δυστυχισμένο. Όχι! Δέν μέ πειράζει καθόλου που γυρίζει τό σπίτι. Άλλωστε δέν είμαι εγώ αυτός που θά κανονίσει τήν συμπεριφορά τών σπιτιών. Ούτε θά πάρω τήν στάση τους σάν προφανή, όπως κάνει όλος ο κόσμος που γνωρίζω, ακόμα κι αυτοί που παλιό- τερα εκτιμούσα τήν ευρύτητα τού πνεύματός τους καί τήν βα- θειά τους κατανόηση γιά τό ότι, μέ τό καιρό, ένας άλλος άν- θρωπος θά μπορούσε νά είχε σχηματίσει μιάν εικόνα διαφορε- τική αναφορικά μέ τήν δική μας συμπεριφορά. Άς πούμε, ένα σπίτι μένει χρόνια καί χρόνια στήν ίδια θέση. Απορεί κανείς γι' αυτό; Τούρχεται κανενός νά διαμαρτυρηθεί γι' αυτόν τόν εξα- ναγκασμό, όπως πολλοί διαμαρτύρονται π.χ. γιά τό δέσιμο ε- νός σκυλιού από μιά κοντή αλυσσίδα; Προσπαθεί κανείς νά τό καταγγείλλει σέ κάποιο έντυπο; Σέ κάποια Αρχή; Γιατί νά μή μάς φαίνεται περίεργο που ένα σπίτι κάθεται εκεί που τό έβα- λαν; Γιατί νά μήν αρχίσει π.χ. νά στρίβει πρός τόν ήλιο; Ή νά τό βάζει στά πόδια όταν έρθουν νά τό γκρεμίσουν; Αντίθετα, θεωρούμε φυσικό νά καρφωθεί εκεί που τό έχτισαν, λές καί δέν έχει ζωή μέσα του. Ά! Ξέχασα νά τό τονίσω! Μιλώ γιά ζωντα- νά σπίτια. Όχι γιά πεθαμένα, δηλητηριασμένα απ' τίς ζωές αυ- τών που έζησαν μέσα τους. Μιλώ γιά σπίτια που αντηχούν α- κόμη απ' τίς χαρούμενες φωνές τών παιδιών. Ή που στούς τοί- χους τους έμεινε τό αποτύπωμα από ένα χέρι που είχε χρωματι- στεί από κάποιο ερωτικό χάδι. Γιά σπίτια που μέσα στά δωμά- τιά τους συνέβει έστω καί μιά φορά, η επιθυμία, σάν όνειρο, νά πραγματοποιηθεί πρίν προλάβει νά σκοτώσει τήν καρδιά. Αλλά καί πάλι... Όχι. Παρασύρομαι. Μιλάω γιά όλα τά σπίτια. Γιατί τί φταίνε αυτά άν δέν υπάρχει ούτε ένα που μέσα του νά μήν έχει βασανιστεί κάποιος άνθρωπος; Έχουν όλα λοιπόν τό δικαίωμα νά μετακινηθούν. Καί είναι σίγουρο, είναι σίγουρο ό- τι μετακινούνται. Αργά αλλά σταθερά ορισμένα απ' αυτά βυθί- ζονται. Πού πήγαν τά λεπτά τεμένη τών λόφων καί οι κομψές κατοικίες τών αρχαίων δουλεμπόρων; Γιατί βρυχώνται οι φυ- λακές ζητώντας νά επιστρέψουν στό χώμα; Ποιός ανοίγει στήν υγρασία τίς πόρτες τών δικαστηρίων σκουριάζοντας τίς μα- κρυές αλυσσίδες τών αποφάσεων; Έπειτα άλλα υψώνονται. Σάν αερόστατα. Σάν αναλειφθέντες Κύριοι. Σηκώνονται λίγα εκατοστά από τό έδαφος καί εκρήγνυνται. Αλλού η πόρτα. Αλ- λού τό παράθυρο. Αλλού οι ντουλάπες καί τά συρτάρια. Τά στρώματα τών κρεββατιών. Τά πλανταγμένα χαλιά. Οι φορε- σιές που σέρνονται μέσα στή σκόνη. Μετά είναι αυτά που λυ- γίζουν. Τό εσωτερικό τους πέφτει παφλάζοντας στόν δρόμο. Τά σκαλοπάτια γέρνουν χύνοντας τό μαλακό τους κατακάθι σάν τά φλυτζάνια τού καφέ. Χιλιάδες βήματα. Χιλιάδες μικρά παπουτσάκια. Σημάδια από βαρειά τακούνια. Αέρινες γόβες που μόλις τά άγγιξαν σέ μιά στιγμή χαράς. Ξυπόλυτα πόδια ζητιάνων που τούς έδιωξαν βιαστικά. Βλέπει κανείς στά πατώ- ματα που κρέμονται, νά γλυστρούν σιγά πρός τά κάτω οι σκιές τών γυναικών που τά σφουγγάρισαν γονατιστές, που τά περ- ποιήθηκαν γυαλίζοντάς τα, που σωριάστηκαν απάνω τους λι- ποθυμώντας καί κάθησαν βαρειά σάν νά ζητούσαν δύναμη από τήν γή όταν τίς χτύπησε η απελπισία. Μά τά πιό πολλά γυρί- ζουν. Στρέφονται, παρασέρνοντας τό τοπίο τους, έτσι που δέν μπορείς νά καταλάβεις γιατί κρατάνε τόσο πολύ τά απογεύμα- τα καί η μέρα μέσα σου ουρλιάζει σιγανά, γιατί αρνούνται νά γιατρευτούν οι αρρώστιες καί τόσο συχνά κάποιο παιδί στριφο- γυρίζει λειώνοντας στόν πυρετό επειδή η ώρα γιά τό φάρμακο έχει κιόλας καθυστερήσει, καί τά χρυσά σκουλαρίκια στ' αυτιά τών κοριτσιών σκουριάζουν , τόσος αφάνταστος καιρός τά έχει βαρέσει μέ τήν υγρασία τής νύχτας μέχρι νά 'ρθεί η αυγή. Τί υπάρχει πίσω, απ' τήν άλλη μεριά τού σπιτιού μου; Υποψιάζομαι, κι αυτό χωρίς νά βιάσω καθόλου τόν εαυτό μου -ο οποίος άλλωστε στό παραμικρό ίχνος βίας θά τσάκιζε, τόσο εύθραυστος έχει γίνει ώστε άν η θερμοκρασία στό δωμάτιο δέν είναι εντελώς ομοιόμορφη καί κάποιο μικρό ρεύμα φεύγει κά- τω από τό άνοιγμα τής πόρτας ή τήν χαραμάδα τού παραθύρου που δέν έχει κλείσει εντελώς, σηκώνομαι δέκα φορές από τήν καρέκλα μπροστά στό γραφείο μέχρι νά τά τακτοποιήσω, δη- λαδή όχι νά τά σταματήσω, αυτό δέν μπορεί νά γίνει επειδή οι σεισμοί έχουν ραγίσει τούς τοίχους καί έχουν καταστρέψει τήν καθετότητα ανάμεσα στά κατακόρυφα καί στά οριζόντια στε- λέχη, π.χ. η πόρτα σέρνεται μ' έναν απαίσιο ήχο λίγο πρίν κλεί- σει, ενώ όταν είναι ανοιχτή αφίνει ένα κενό από τό πάτωμα τουλάχιστον δύο πόντων, αλλά νά τακτοποιήσω τήν διαδρομή τους, σπρώχνοντας σέ μιά συγκεκριμένη θέση ένα ρολό από κουρέλια δεμένα μεταξύ τους μέ λάστιχα στό άνοιγμα που αφί- νει η πόρτα, γιατί δέν ακουμπάει σ' όλο τό πλάτος της στό πά- τωμα, μόνο στήν άκρη κάτω απ' τήν μπετούγια, νά ελέγξω άν τό χαρτί μέ τό οποίο έχω φράξει τήν κλειδαρότρυπα, απ' τήν ο- ποία ξεχύνεται μιά αφάνταστη ποσότητα αέρα, είναι στήν θέση του, νά κανονίσω τό άνοιγμα τού παραθύρου, επειδή μού χρειάζεται καί λίγος φρέσκος αέρας απ' έξω, ώστε όλα αυτά μαζύ, καθώς ο αέρας μπαίνοντας στριφογυρίζει χτυπώντας στίς γωνίες, νά αναιρούν τό ένα τό άλλο ακριβώς στό σημείο όπου θά μείνω καθιστός όλες αυτές τίς ώρες, πράγμα που δέν ισχύει όμως στό κρεββάτι όταν ξαπλώνω όπου εκεί πρέπει νά κάνω άλλη ρύθμηση-, υποψιάζομαι λοιπόν ότι τό σπίτι στρίβει μαζύ μέ τό τοπίο. Δέν έχω δεί ποτέ τόν κόσμο πίσω απ' τό σπίτι μου. 26-8-1997 Πόσο μοιάζουμε καλή μου. Άπλωσε τά κλαδιά σου νά μ' αγκα- λιάσεις. Επιτρέψτε μου νά βγώ γιατρέ. Νά πάω μέχρι τά χωράφια. Θά επιστρέψω. Σάς τό υπόσχομαι. Θέλω νά περπατήσω στό χώμα. Ν' αγγίξω τίς τρυφερές μικρές ελιές. Νά μιλήσω στήν ξεραμέ- νη αχλαδιά... Θά σάς πώ ένα μυστικό. Δέν έχει ούτε μυρμή- γκια τώρα. Τήν άφισαν. Έγινε πολύ ξερή. Κάτι τήν χτύπησε ξαφνικά, σάν κι εμένα. Είναι μερικά χρόνια τώρα. Θυμάμαι πώς άνθιζε τόν τελευταίο καιρό. Μέ μιά μελαγχολία που σού 'σκιζε τήν καρδιά. Τά λευκά της άνθη τά 'παιρνε ο αέρας. Όσα μέναν δένανε βασανιστικά έναν πένθημο καρπό. Τούς έριχνε σάν δηλητήριο στίς ρίζες της πρίν ωριμάσουν. Δέν ήθελε νά ζήσει άλλο. Ούτε κι εγώ θέλω νά ζήσω πιά. Μού επιτρέπετε νά βγάλω τά πέδιλά μου; Ά τό χώμα, τό χώμα. Κάποτε φοβόμουν νά περπατήσω ξυπόλυτος. Ήθελα τόσο πολύ νά σπρώξω τά πόδια μου μέσα του. Νά φυτρώσω. Τά χέρια μου άνοιγαν σάν μεγάλα κλαδιά που ετοιμάζονταν νά υποδε- χτούν τά πουλιά. Μετά κουραζόμουν. Τώρα δέν φοβάμαι. Ού- τε πουλιά ούτε τίποτε. Είπα ότι δέν θέλω νά ζήσω πιά. Αλλά είναι ένα σχήμα λόγου. Βλέπετε δέν μπορούμε νά σκεφτούμε τίποτ' άλλο εκτός απ' τήν ζωή. Ακόμα καί τόν θάνατο τόν σκε- φτόμαστε ζωντανό. Καί τό νεκρό σώμα στά χέρια τών βαλσα- μωτών του είναι σάρκα που θά τήν εμποδίσουν νά αλλοιωθεί, αλλά πού είναι τό συστατικό τής θνητότητος που θά απομα- κρύνουν; Βέβαια η προσωπικότητα που χρησιμοποιούσε αυτό τό συγκεκριμμένο σώμα "κατέληξε", όπως λέτε εσείς οι για- τροί. Αλλά ποιός νοιάζεται τί θά πεί αυτό; Η ζωή είναι παρού- σα κάθε στιγμή. Εννοώ η φρίκη. Δέν έχουν καί τόσο ειρμό οι σκέψεις μου. Τό ξέρω. Είναι η αρ- ρώστια μου. Δέν μπορώ νά γράψω γρήγορα νά τίς προλάβω. Γιά τήν ακρίβεια δέν μπορώ νά γράψω σχεδόν καθόλου. Επι- στρέφω στό σκύψιμο κολλητά πάνω στό χαρτί, ξαναβλέπω τά δάχτυλά μου ν' ασπρίζουν απ' τό συντριπτικό σφίξιμο τού μο- λυβιού, τήν γλώσσα μου δαγκωμένη στραβά, τήν σπουδαία γραμμή νά σέρνεται δύσκολα ανοίγοντας δρόμο μεσ' απ' τίς κακές έλικες ενός εγκεφάλου που κάποτε ζήσαμε μαζύ... Μα- θαίνω απ' τήν αρχή τό μυστήριο τής γραφής, αλλά πόσο επώ- δυνα, πόσο έχοντας σαφή επίγνωση τώρα ότι πρόκειται γιά μιά φθίνουσα πορεία, γιά έναν αγώνα νά κατευθύνω τό χέρι μου ε- νάντια στό μυαλό μου που όλο καί λιγότερο τού επιτρέπει νά μέ υπακούει. Μετά από κάθε γράμμα μόλις καί κρατιέμαι νά μήν λιποθυμήσω. Σέ ποιόν ανήκει τό μυαλό μου τώρα γιατρέ; Είναι δυνατόν νά τό συναντήσω αυτό τό άτομο; Είναι φανερό ότι θά πεθάνω γρήγορα. Αλλοιώς γιατί θέλω νά σάς μιλήσω γιά τό μικρό σκυλί που σκότωσα; Τί μπορεί νά σάς ενδιαφέρει εσάς; Τί είστε εσείς γιά μένα; Αφίστε με νά πάω μέχρι τά χωράφια, γιατρέ. Θά βραδιάσει σέ λίγο. Δέν θέλω νά ξανακοιμηθώ. Πώς τόν μισώ τόν ύπνο! Με- τά απ' τήν ζωή είναι η μεγαλύτερη υποχρέωση που έχουμε α- ναλάβει. Ποιός ξέρει τί συμβαίνει πίσω απ' τά όνειρα. Τί τρο- μακτικά μάς αναγκάζουν νά διαπράξουμε. Ξυπνάω λουσμένος στόν ιδρώτα. Ποιούς ανθρώπους βασάνιζα πάλι; Δέν υπάρχει έλεος λοιπόν; Γιατί καί όταν είμαι ξύπνιος βασανίζω. Έχω βα- σανίσει τούς πιό αγαπημένους. Έχω σκοτώσει. Είδα τά κομμά- τια τους νά πέφτουν στό πάτωμα, νά σέρνονται προσπαθώντας νά ενωθούν ξανά στό πρόσωπό μου. Απέστρεψα τό πρόσωπό μου, γλυκειά ημέρα που ξημέρωσες ανάμεσά μας. Δέν υπήρχε τίποτα εκεί γιά νά τά συγκρατήσει. Ήλιε που έφερες γεναιόδω- ρα τό φώς, τά άφισα εκεί νά ρεύουν τό μυαλό που μέ είχε αγα- πήσει κι ούτε γύρισα στήν πόρτα. Θυμάμαι τήν μάνα μου στό παράθυρο. Τήν Γ. στή μέση τού δρόμου. Από ποιόν νά ζητήσω συγγνώμη; Ποιόν νά προλάβω νά μήν γείρει; Όχι! Δέν αντέχω! Είναι ανεπίστρεπτες οι σχέσεις! Ανεπίστρεπτες! Τουλάχιστον πρίν μού ξαναχτυπήσει τό μυαλό αυτή η συμφορά, νά προλά- βω νά χαϊδέψω τίς γέρικες ελιές. Νά προλάβω νά περπατήσω λίγο ξυπόλυτος στό οργωμένο χώμα. Τό γράμμα 10-9-1997 Ίσως... Ναί... Πιθανόν νά μήν μέ έχετε ξεχάσει εντελώς. Ωστό- σο, τί εύκολα αυτοί που μπορούν νά ζήσουν ξεχνούν εκείνους που δέν μπορούν ούτε νά πεθάνουν. Αλλά μέ τιμήσατε μέ μιά επίσκεψή σας παλιότερα. Δέν φαίνεται, ούτε κι άν τό ξέρει κα- νείς, επάνω μου, τό πόσο μέ σημάδεψε. Μετά, θά πρέπει νά εί- πα ανοησίες στό τηλέφωνο, καί είναι τόσο απλό τό νά θυμώσει κανείς μέ κάποιον που δέν τόν ενδιαφέρει άλλο. Σάς γράφω αυτό τό γράμμα. Στήν ευτυχία σας εγώ δέν έχω καμμιά δου- λειά, μόνο θέλω νά ρωτήσω γιά κάτι χειρόγραφα που σάς έδω- σα. Δέν θά σάς κατηγορήσω άν τά έχετε πετάξει. Ακόμα κι άν δέν ζητήσατε νά μάθετε πως σ' αυτούς, που από μιά παρόρμη- ση τά δώσατε, δέν χρειάστηκε ούτε κάν νά τά διαβάσουν. Ό,τι έγινε είναι καλά καμωμένο. Δέν έχω πιά τήν δύναμη νά διεκδι- κήσω τίποτα. Σάς πήρα τηλέφωνο γιά νά σάς πώ: "δέν διεκδι- κώ τίποτε". Δέν ήσασταν εκεί. Μά στό τυφλό αυτό όργανο είχε προλάβει νά μείνει μιά φωνή που δέν ήταν εσείς κι όμως ήταν δική σας. Ξαναπήρα. Κάτι διέταζε νά γίνει. Κυριαρχούσε στήν αγωνία τού κατάκλειστου χώρου, περιμένοντας νά τής ανοιχτεί ένα παράθυρο απ' όπου θά μπορούσε επιτέλους νά γλιστρήσει σέ κάποιο αυτί: "αφίστε ένα μήνυμα, ή στείλτε ένα φάξ". Πώς ξέρω ότι δέν ήταν παρά μόνο γιά μένα αυτό τό ξέσπασμα; Ε- σείς, μπορεί νά ζήσατε τόσον καιρό ακούγοντας μηνύματα άλ- λων, διαβάζοντας φάξ ανθρώπων που παρεξήγησαν ίσως αυτή τήν άδεια. Όμως είχε τόσο από τήν αίσθηση μιάς εντολής στά δικά μου τ' αυτιά που άλλοτε περίμεναν τά λόγια σας. Έπρεπε νά υπακούσω, συγχωρέστε με. Αλλά η φωνή μου τρέμει πιά ό- πως τά χέρια μου. Κι ύστερα ο ζωντανός λόγος είναι σάν τά τρυφερά κατασπαραγμένα υπολείμματα ενός απρόβλεπτου ε- σωτερικού. Πώς μπορούμε νά ξέρουμε τί αναδύεται; Καλλίτε- ρα η γραφή, μιά καί τό επιτρέπετε, κι άς μού στοιχίζει περισσό- τερο. Σάς γράφω λοιπόν αυτό τό γράμμα. Μέ τήν ευτυχία σας δέν έχω καμμιά δουλειά. Άν καί κάποτε είχα. Ούτε ξέρω ποια- νού η εικόνα σάς σκεπάζει τώρα σπρώχνοντας μακρυά τόν υ- πόλοιπο κόσμο. Ίσως, κάποιον καιρό, νά τό πόθησα νά είμαι ε- γώ αυτή η εικόνα. Πρέπει τότε όμως νά είναι σκληρός κανείς όταν αποφασίσει. Πρέπει νά μπορεί νά φτάσει πολλές φορές δί- πλα στόν θάνατο τής άλλης καρδιάς καί νά περπατήσει μαζύ του γιά μεγάλα διαστήματα. Αλλά εγώ είχα συναντήσει τόν α- ληθινό θάνατο τής αγάπης. Είχα συντρίψει αυτά τά μάτια... Α- κούστε. Πρίν από πολλά χρόνια είχα σκοτώσει ένα σκυλί. Ή- ταν ένα μικρό μαύρο σκυλί που κάποιος είχε πετάξει στήν θά- λασσα γιά νά πεθάνει. Τό κύμα τό έβγαλε χωρίς νά τό πνίξει σέ μιά μικρή αμμουδιά μαζύ μέ άλλα έρημα ευγενικά πράγμα- τα. Είχε τύχει νά περπατάω γιά πολλήν ώρα στά βράχια εκείνη τήν ημέρα, όταν στρίβοντας κάποιο πέρασμα έφτασα στήν άμ- μο καί τά βότσαλα τής παραλίας. Χαμηλοί σωροί υπέροχων σκουπιδιών ζούσαν απάνω της, άσπροι σπαρμένοι φελλοί, ά- γνωστες ράτσες ξένων αγριεμένων αντικειμένων, ένας κόσμος τόσο λεπτός, τόσο ίδιος μέ τό εσωτερικό μας ώστε νά περιμένει κανείς νά αναγνωρίσει ένα σιγανό του συγγνώμη ή μιά δυνατή απελπισμένη του κραυγή, απ' αυτά που πνίγονται τόσο συχνά μέσα μας, γιά νά σκύψει νά τό μαζέψει, επειδή ποιός ξέρει μέ τί είδους σπάνιο κοχύλι θά έμοιαζε πιά. Άκουσα ένα σιγανό κλάμα καί τό είδα. Ένα βουνό από μύγες τού έτρωγε τά μάτια. Τά δυό μπροστινά του πόδια είχαν τσακιστεί στά γόνατα. Ποιός μπορεί νά εκτιμήσει πόσον πόνο, μέσ' στό αλμυρό νερό, χρειάστηκε νά παραμερίσει αυτό τό σώμα γιά νά κρατήσει τό κεφάλι του ψηλά; Κάθισα δίπλα του χαϊδεύοντάς το. Σέ ξέρανε ο ήλιος γλυκέ μου. Μά καί τό χαρούμενο κύμα σκάζοντας στήν αμμουδιά προσπαθεί νά σέ φτάσει. Άς περιμένουμε τό βράδυ. Ο βορριάς δυναμώνει σ' αυτά τά μέρη. Η θάλασσα α- νασηκώνεται νά δεί τά καράβια. Αλλά όχι! Ίσως σέ πάρει πιό νωρίς. Κοίτα! Σάν άσπρη περιστέρα περνάει τό πλοίο από μπροστά μας. Ακούμε τήν τραχειά φωνή τών ναυτών στήν κουβέρτα. Τόν βόγγο τών μεγάλων του μηχανών. Η δυνατή του πλώρη ανοίγει μιά πληγή στόν αέρα. Τά φτερά του στά ύ- φαλα σπαράζουν τά νερά. Βλέπω τό μεγάλο του κύμα καθώς μάς πλησιάζει. Σέ πέντε, σέ δέκα λεπτά τά νερά θά τραβηχτούν ξαφνικά. Θά ξεσκεπαστούν οι χορταριασμένες πέτρες καί τά φύκια. Είναι αυτό που λένε ανάσα τής θάλασσας. Μετά, ήσυ- χα, ο μεγάλος όγκος τού νερού θά μαζευτεί μέσα στό ίδιο του τό σώμα, θά σηκωθεί σάν νά μήν τόν ενοχλούν οι νόμοι αυτής τής γής καί θά κατρακυλίσει κλονίζοντας μέ τήν ορμή του τούς βράχους καί γεμίζοντας τήν αγκαλιά τής μικρής αμμουδιάς. Δέν θά τής αφίσει τίποτα, κανένα απ' αυτά τά ωραία δώρα που παλιότερα κύματα τής έχουν χαρίσει. Δέν θά τής αφίσει ούτε ε- σένα γλυκέ μου, τό πιό ωραίο μέσα σ' όλα, όταν αποσυρθεί... Οι μύγες ήθελαν νά ξαναγυρίσουν. Τίς έσπρωξα πέρα. Ένοιω- θα νά μέ λειώνει αυτό τό βλέμμα. Πού θά εύρισκα άλλο πλά- σμα νά εξαρτάται τόσο αποκλειστικά από μένα, νά καταλαβαί- νει τόσο απόλυτα ότι η ύπαρξή του είχε περάσει στά χέρια μου ώστε νά μέ κοιτά χωρίς φόβο πιά, αφού κάθε μου κίνηση, κάθε μου πράξη από δώ καί πέρα όσο τρομερή κι άν ήταν, στό γα- ληνεμένο του μυαλό ήταν ένα χάδι από κάποιον αγαπημένο; Ά! Μήπως έτσι δέν απαιτούμε κι εμείς νά στέκεται μπροστά μας αυτός που έχουμε αγαπήσει; Όχι σάν ιδιοκτησία, γιατί η λέξη αυτή δέν έχει κανένα νόημα, αλλά σάν ένα πλάσμα πληγωμέ- νο, σωσμένο τήν τελευταία στιγμή από τό τυχαίο μας πέρασμα μπροστά από τήν ζωή που ήταν δικιά του κι όμως όχι εντελώς δικιά του πιά, μέ τήν απόλυτη επίγνωση ότι τόν πόνο που θά τό βύθιζε στήν απελπισία τόν έχει προλάβει τό δικό μας καί μόνο τό δικό μας άγγιγμα, μέ τήν ιδιαίτερη ποιότητα τής επαφής του, που υπαγορεύει σάν τούς ιερούς κανόνες τής αισθητικής τών μυστηρίων τού έρωτα από δώ καί πέρα η καρδιά μας στήν δική του καρδιά... Ποιός είμαι εγώ γιά νά σέ σκοτώσω αγάπη μου; Ποιός είμαι εγώ που προσπαθώ νά τρυπήσω τήν καρδιά σου μ' αυτό τό ηλίθιο μαχαίρι. Από τί προσπαθώ νά σέ γλυτώ- σω; Πώς τά γλυκά σου μάτια, τό μόνο κομμάτι τής ύπαρξής σου που μπορεί ακόμα νά κινηθεί δίνοντάς σου κάτι από τόν κόσμο, οι τρυφεροί βολβοί που δέν έχουν χαλάσει, κοιτούν μέ τόση λατρεία τό χέρι μου που πιέζει στό δέρμα σου τήν κοφτε- ρή λεπίδα; Άχ, πόσο θέλεις νά ζήσεις. Πόσο θέλεις νά ξανατρέ- ξεις μέ τά τέσσερα γερά σου πόδια στούς δρόμους. Πόσο θέ- λεις νά μού γλείψεις τά χέρια παίζοντας. Μά δέν μπορώ νά σέ γατρέψω. Δέν μπορώ νά σέ προσπεράσω. Δέν μπορώ νά βγάλω απ' τό κορμί μου ένα περίσσευμα καί νά στό δώσω. Καί τό ηλί- θιο μαχαίρι. Τό βλέμμα σου που μέ παρατηρεί. Τό χέρι μου που δέν μπορεί καί πέφτει. Η εικόνα σου μέσ' στό μυαλό μου. Η ήρεμη παραλία που έχει σηκωθεί στόν άσπρο της αγκώνα. Η άκρη τής γλώσσας σου που βγαίνει απ' τ' άσπρα σου δόντια. Η πλατειά πέτρα, λευκή σάν γάλα, πού σού βάζω προσκεφάλι. Τό κεφάλι σου πού ανασηκώνω μέ προσοχή γιά νά τό τυλίξω. Ένα χάδι ακόμα. Ένας άνθρωπος που κρατάει ολολύζοντας γιά μιά απέραντη στιγμή τό βάρος. Ένας μικρός σπασμός καθώς η μεγάλη πέτρα συναντιέται. Η ανάσα τής θάλασσας. Τό κύμα που σαρώνει τά πόδια μου. Που ανεβαίνει στή μέση μου. Που φτάνει στούς ώμους μου. Που μέ σκεπάζει. Φοβάμαι μήπως δέν πέθανες. Μήπως κάτι από τό σώμα σου υποφέρει. Στείλ' το μου. Στείλ' το νά ζήσει στό μυαλό μου. Νά μή σέ ξεχάσω. Βλέπετε δέν μπορώ νά τό ξεχάσω. Κι αυτό σημαίνει πώς δέν πέθανε εντελώς. Πως δέν βούλιαξε μέ τό συντριμμένο του κε- φάλι. Κάτι ζεί, κάτι ζεί απ' αυτό μέσ' τό μυαλό μου. Ίσως τό βλέμμα του που δέν φοβόταν πιά, τό παραδομένο στά χέρια μου. Κι ίσως γι' αυτό εγώ νά καταλαβαίνω γιατί δέν μπορώ νά αγαπήσω. Επειδή δέν μπορώ νά παραδοθώ. Δέν μπορώ νά πά- ψω νά φοβάμαι. Κι εσάς γι' αυτό δέν μπορεσα νά σάς αγαπή- σω, συγχωρέστε με. Δέν μπόρεσα νά σάς παραδοθώ. Ακόμα, ακόμα σάς φοβάμαι. Ώ νά μέ συναντούσατε σέ κάποια μικρή παραλία! Εκεί που μέ έβγαλε τό κύμα μαζύ μέ άλλα έρημα πράγματα. Δίπλα στούς χαμηλούς σωρούς τών υπέροχων σκουπιδιών. Τίς άγνωστες ράτσες τών αγριεμένων αντικειμέ- νων. Μέσα σ' ένα κόσμο τόσο λεπτό ώστε νά σκύβει κανείς νά μαζέψει μιά λευκή αχιβάδα πού έπεσε στήν άμμο σάν ένα ψι- θυριστό του συγγνώμη πρίν από πολλά χρόνια, ένα κοχύλι από κάποιο σιγανό κλάμμα, ένα βότσαλο μέ τά χρώματα μιάς κραυγής από κάποιον ταραγμένον ύπνο. Ίσως νά καθόσασταν κοντά μου. Ο τρόμος τού κόσμου είναι ένα χάδι που μάς λεί- πει. Νοιώθω τό χέρι σας νά μ' αγγίζει. Τά δροσερά σας δάχτυ- λα ψάχνουν τό μέρος τής μοναδικής μου καρδιάς. Αυτό τό σκοτάδι που μ' έτρωγε πετά μακρυά. Μπορώ τώρα νά δώ τό πρόσωπό σας. Τί ωραία που είστε! Πόσο αγαπημένη! Δέν φο- βάμαι πιά. Σάς παραδίνομαι. Μόνον εσείς. Μόνον εσείς είστε ικανή νά μέ σκοτώσετε! 23-10-1997 Ενδελεχούς εκ νέου ερεύνης: Ούκ εισίν θύραι. Ωόν γάρ ο Κόσμος καί διά κρούσεως συντρί- βεται τό κέλυφος. Μή έχοντες όργανον προεξέχον τής μαλακής ημών σαρκός -ως οι ενθυλακωμένοι νεοσσοί τό ράμφος-, σκληρύνομεν τήν καρ- δίαν προγυμναζόμενοι επί τών τέκνων αναστρέφοντες δέ τούς οφθαλμούς καθ' ύπνον, εις τό εν τώ βάθει εργαστήριον, ως εις όγκον μαρμάρου κραδαίνων τήν σμύλην επιπίπτει μαθητής τις τού Ιξίου φιλοτιμούμενος, ούτω καί ημείς αποξέομεν διά ταύ- της, ικανής νά φθείρει εντελώς τόν άνθρωπον πάλης μετερχό- μενοι, μικρόν τι θραύσμα εκ τού ουρανού. Εστίν δέ ούτος γλαυκός, ως η υπόλευκος ασβεστίνη ουσία νεαρού ωού η προ- στατεύουσα τό τρυφερόν έμβρυον, επικρεμάμενος μόλις άνω- θεν τών κεφαλών ημών, έως δύο μέτρα ύψος, αλλά τοσούτον εκτεινόμενος ώστε ουδείς γνωρίζει, ιδιαίτερον κατά τάς εαρι- νάς νύκτας, τής Φύσεως εν ακρατεία θηλαζούσης τά εν αυτή όντα καί μεγενθύνουσα αυτόν κατά τήν όψην ακαταπαύστως, πού βαρύνεται διά τών πολυπληθών αστέρων η καμπύλη αυ- τού, η εν τή γή τό ήθος συγκρατούσα εκ τών αναγκών π.χ. τού χώματος καί τών δένδρων. Αναζητήσαντες, εν εγρηγόρσει, τό πολύτιμον τούτο τεμάχιον, τών υφ' ημάς μετά θλίψεως βασανισθέντων επί τή υποψία, ου- δέν εύρομεν. Τών δέ χειλέων ημών πικραθέντων, πικραινομέ- νων δέ καθ' εκάστην, ουδέν φάρμακον ή γλυκύτατος εναγκαλι- σμός παλλακίδος δύναται νά προσφέρει παραμυθίαν τινά. Τού χώρου γάρ έχομεν απωλέσει διά παντός τό αισθητήριον, απο- μένει δέ ο χρόνος όστις αποσαθρώνει τήν νεότητα ημών μόλις παρέλθει ο μήν καί η ημέρα καί η ώρα εν ή οφείλομεν, διά τής συντριβής τού καλύπτοντος ημάς κελύφους, εξελθείναι. Τήν καρδία ημών σκληροτέραν ού δυνάμεθα ποιήσαι -τών αγαπό- ντων ημάς εξηντληθέντων-, η καθ' ύπνον κατάβασις δυσχερε- στέρα, η ανάβασις πλείον έτι δυσχερής, η δέ μεσάζουσα παρα- μονή ως ιτέα κλαίουσα υπεράνω παχέων υδάτων. Έλα νά φύγουμε αγάπη μου, πρίν είναι πολύ αργά. 30-10-1977 Πρίν είναι πολύ αργά φύγαμε. Ωστόσο μέ καίει ο πυρετός. Στό ίσιωμα 40. Στόν ανήφορο 41. Στόν κατήφορο πρέπει νά σέ πά- ρω στούς ώμους. Σού κρατάω τά χέρια επειδή έχεις γείρει εκεί πάνω. Τό σαγόνι σου χτυπά κάπου κάπου τό κεφάλι μου. Τά δόντια σου τρίζουν. Γιατί πρέπει νά κρατηθείς; Γιατί πρέπει νά κρατηθώ; Τά γόνατά μου λυγίζουν, άν καί η θέα από εδώ είναι υπέροχη. Σκληρούς δρόμους διαλέγει η εύκολη ηδονή. Ερημιά χασκογελά πίσω απ' τά κοτρώνια. Τ' αγκάθια βαρούν τό αδύ- ναμο πετσί μέ δηλητήριο. Υπάρχουν καί μυτερά χαλίκια. Σ' αυτόν τόν τόπο, σ' αυτόν τόν κόσμο ριχτήκαμε. Κοιτάζω τόν ουρανό: θεραπευτικός. Ίσως πρόθυμος. Αλλά ατελείς. Εννοώ εμείς. Ατελείς νά θεραπευτούμε. Μέ λειώνει ο πυρετός. Ωστόσο πρίν είναι πολύ αργά σέ παίρνω στούς ώμους. Τό σαγώνι σου χτυπά στό κεφάλι μου. Κάτι σάν ιδρώτας κατρακυλά απ' τό μέτωπό σου στά φρύδια μου. Μήν κλάψεις! Άχ, μήν κλάψεις!