ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ

ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ

15-12-1997 Εγώ... σάς αγαπάω Ραγκόζιν Εγώ...σάς αγαπάω Ραγκόζιν. Τό ίδιο μέ τόν Πρίγκιπα. Ακόμα κι άν τόν σκοτώνατε σ' αυτήν τήν σκοτεινή σκάλα τού ξενοδο- χείου τό ίδιο θά σάς αγαπούσα. Ίσως...ίσως καί νά ήθελα νά τόν σκοτώσετε. Τίς τελευταίες του στιγμές ο Πρίγκιπας θά προσπαθούσε νά σάς παρηγορήσει -γιατί θά ήξερε ότι εσείς τόν είχατε χτυπήσει μέ τό μαχαίρι-, κι εσείς θά ξαναγυρνούσα- τε γιά νά ανασηκώσετε λίγο τό κεφάλι του από τίς σκληρές πέ- τρες καί νά τόν χαϊδέψετε στό πρόσωπο, ίσως μάλιστα νά φω- νάζατε ένα αμάξι καί νά τόν πηγαίνατε σέ "κείνη". Άν καί δέν πιστεύω πως τελικά θά τό κάνατε. Θά τού δίνατε ένα φιλί στό στόμα, έτσι μεσ' στό σκοτάδι, ίσως νά τού ματώνατε κιόλας τά χείλη καί θά γυρνούσατε νά φευγατε τρέχοντας αφίνοντάς τον ζωντανό κι απορημένο. Σάς αγαπάω γιατί σάς έχω μέσα μου, όπως έχω μέσα μου καί τόν ίδιο τόν Πρίγκιπα, μάλιστα σάς μπερδεύω, "γιατί", λέω καθώς διαβάζω, "μίλησε τώρα ο Πρί- γκιπας;, αυτά τά λόγια έπρεπε νά τά πεί ο Ραγκόζιν", καί ση- κώνω απ' τήν γωνιά μου -γιατί διαβάζω σέ μιά γωνιά όπου εί- ναι δύσκολο νά μέ δούν απ' τό παράθυρο-, σηκώνω λοιπόν τά μάτια μου καί αντικρύζω τό σκοτεινό βλέμμα σας, πού από μέ- σα του έρχεται κατά πάνω μου ο άγρυπνος δικός σας τρόπος ν' αντικρίζετε τήν πραγματικότητα χωρίς νά χάνετε ούτε στιγμή τά βήματα "αυτής τής δυστυχισμένης". Μά καί όλους τούς έχω μέσα μου, θέλω νά πώ: είμαι όλοι "εγώ" κι ακόμα παραπέρα, ακόμα κι "αυτή η δυστυχισμένη", όπως όλους τούς είχε μέσα του ο συγγραφέας, αλλά κι ο ίδιος ο συγγραφέας είναι συγγε- νής μου, μερικές φορές τόν βλέπω στό όνειρό μου, είναι εξαι- ρετικά κακός... 27-12-1997 Δυνατά χέρια μάς χώριζαν, φώναξα απελπισμένα προσπαθώ- ντας νά κρατηθώ από πάνω σου, κάτι είχε πάθει ο χρόνος, τό τοπίο στέκονταν εντελώς ακίνητο ξαφνικά, καμμιά κίνηση δέν υπήρχε μέσα του πιά, δέν μπορούσε νά συνεχίσει, σάν ένας πί- νακας παρίστανε τήν στιγμή που είχε φύγει μέ τά πράγματα καί τούς ανθρώπους σάν χτυπημένα επάνω του, άνθρωποι μάς πλησίαζαν, ενώ άνθρωποι μάς πλησίαζαν, ενώ άλλαζε μέ τόν ί- διο ρυθμό στά μυαλά τους, συνέχιζε νά πηγαίνει, χωρίς νά μάς παίρνει μαζύ του, ενώ στό μυαλό τους βιαστικά μάς πλησιά- ζουν, ενώ δέν τούς βλέπουμε, έχουν παγώσει, αλλά μάς αγκα- λιάζουν, παραμερίζουν τά κρύσταλλα τού τοπίου καί μάς α- γκαλιάζουν, σφιχτά, απ' τήν μέση, ενώ θέλουμε νά φύγουμε, όρθιοι, έχουμε τεντωθεί, τά χέρια ψηλά, στίς μύτες τών πο- διών, ακούγοντας συνεχώς τήν αρχή τής κραυγής πού διατη- ρείται στό λαρύγγι μας, όχι, όχι τό σκοτάδι, μ' έναν σπασμό μέ ρίχνεις μέσα στό ευεργετικό σκοτάδι... Εξέγερση Ώς δούλη ίσως. Σάν δούλα! Σάν δούλα πεθαίνει η ψυχή μου! (Εγώ σάς άκουσα, Αλέξανδρε, καθώς μουρμουρίζατε στήν ά- κρη τών τοίχων, όταν ανεβήκατε προσεκτικά τά σκαλιά τής τα- βέρνας στό λιγοστό φώς καί πήρατε τόν δρόμο γιά τό σπίτι, τήν ώρα που οι άλλοι γιόρταζαν στόν "Παρνασσό" γιά σάς καί διάβαζαν κομμάτια απ' τά βιβλία σας χειροκροτώντας κάτω απ' τούς πολυελαίους θαρρώ οι αγκώνες σας ήτανε λίγο τρύπιοι από τό γράψιμο καί κάποια άλλη σοβαρή ζημιά είχαν τά ρούχα σας, που δέν καταλάβαινε γιατί τήν αφίνατε έτσι αδιάφορα νά φαίνεται ο Ανδρέας Συγγρός, μέρα μεσημέρι, μέσ' τήν μέση τού δρόμου...) Αφεντικό, σάν δούλα έζησε η ψυχή μου κοντά σου. Σού σφουγγάριζε τά πατώματα, σού έπλενε τά πιατικά, ξάπλωνε μαζύ σου όποτε τήν διάταζες. Ποιός, ποιός πέθανε λέφτερος; Αυτός ο εγγονός τού Κάλβου που τόν έφαγε η βαρύτητα; Μέ τό κεφάλι καρφώθηκε μάνα μου. Ζούληξε τήν γή κανά πόντο, νά! Ποιόν άφισες ποτέ νά σηκώσει τό σβέρκο; Χτύπησε τά χέρια σου νά εξαφανιστώ, αφεντικό. Έλα! Έτσι! Κάνε μιά στρακαστρούκα. Γράμμα στόν Βύρωνα Λεοντάρη 23-2-1998 "...εκ καρδίας άρα, εν τώ ποιητή, παραλήρημα ανερχόμε- νον, τοσούτον θέλγει τήν ουράνιον κατασκευήν, ώστε λυγί- ζωσιν αι ουράνιαι φρέναι, κτυπά δέ έντρομος εν ηδονή ο ουράνιος σφυγμός, ώς η καρδία λευκοτάτης περιστεράς ε- ξελθούσης εκ τού εγκλωβιστηρίου, ήτις στρεφομένη ήδη μέ ανοικτάς πτέρυγας συναισθάνεται τάς συντεταγμένας τής ε- λευθερίας". Σκεφθείτε Βύρωνα, στεκόμουν δίπλα σας καί σάς άκουγα -σχε- δόν τό ίδιο ερωτευμένη κι εγώ όσο κι εσείς-, εγώ, βέβαια, ένα πράγμα, μά κι εσείς ένας άνθρωπος, δηλαδή -ποιός ξέρει γιατί- τόσο συγγενής μου ώστε όταν τά δάχτυλά σας μέ άγγιξαν ανα- τρίχιασα, σάν μιά ποθητή εξαδέλφη που τήν βρίσκουν μετά α- πό ένα λαχανιασμένο τρέξιμο στόν κήπο, ύστερα στίς σκάλες, κι έπειτα στά δωμάτια, πίσω από κάποια κουρτίνα μέ τήν ανά- σα της κρατημένη καί τήν καρδιά της νά χτυπά σάν ένα αση- μένιο κουδουνάκι, κι όπου δέν τήν ξεσκεπάζουν απότομα γιά νά κερδίσουν έναν πόντο μά χαϊδεύουν τρυφερά τό σχήμα της που η κουρτίνα δέν καταφέρνει νά κρύψει εντελώς. Έχω προ- σέξει πως όταν οι άνθρωποι σκοντάφτουν πάνω στά πράγματα, κάνουν μιά χειρονομία σάν νά πρόκειται τήν άλλη στιγμή νά τά χαϊδέψουν, μετά σηκώνουν τό κεφάλι καί βλέπουν τά σχή- ματα τών άλλων ανθρώπων κι απλώνουν ένα από τά πολλά τους χέρια πρός τά 'κεί σάν νά ζητούν βοήθεια, μά μέ μιά α- πελπισία όμως καί μέ μιά θλίψη γιατί κι οι άνθρωποι δέν μπο- ρεί νά είναι κι αυτοί παρά σχήματα, καί νά, ίσως απ' αυτό νά προέρχεται η μεγάλη μας συγγένεια: απελπιστικά λατρεύουμε τήν μορφή. Έχω γνωρίσει τόσα αγγίγματα ανθρώπινων χεριών στή ζωή μου, μερικά γιά τόσον καιρό καί τόσο επιθυμητά, ώστε καί τί ήταν τά βράδυα μέσα σέ ένα σκοτεινό γραφείο μπροστά στήν πρώτη επαφή τής ημέρας από τά δάχτυλα ενός αγαπημένου πλάσματος: Θά σάς πώ ένα μυστικό, Βύρων: εμείς δέν μπορού- με παρά νά αγαπάμε. Σπάνια, πολύ σπάνια ερωτευόμαστε. Εί- ναι τό βλέμμα κάποιου επάνω μας, τότε, γεμάτο επιθυμία, όχι νά μάς αποκτήσει, αλλά, σάν καί τό δικό σας χθές, νά τρέξει μαζύ μας στά χωράφια. Κοιτάζω τά χωράφια. Δίπλα στήν ξερή αχλαδιά που έσκισε ο δυνατός αέρας στά δυό είναι ένα μικρό λειβαδάκι. Πώς θάθελα εκεί ν' ανταλάξω λέξεις μαζύ σας Βύ- ρων! Γνωρίζω όλα σας τά ποιήματα. Δέν είναι μόνο τό ότι έχω γρά- ψει, συγωρήστε με, περισσότερες λέξεις από σάς, αλλά είναι τά συναισθήματα που έπαιρναν αυτές καθώς περνούσαν μέσα από εκείνον που τίς έγραφε. Φαντάζεσθε ότι μιά γραφομηχανή θά ήταν αναίσθητη μπροστά στόν τρόπο που τά δάχτυλα, έχο- ντας ξεφύγει από τίς εντολές τού μυαλού, θά χτυπούσαν τά πλήκτρα της οδηγημένα απ' τήν καρδιά; Έτσι μπορώ νά κατα- λάβω γιατί ο Ρίλκε είναι "ελεήμονας", καί γιατί εσείς είστε "α- νελέητος", Βύρων, καί γιατί είναι τόσο πολύ ίδια αυτά τά δυό. Στήν αρχή τρόμαξα καθώς μέ ξεχωρίσατε αμέσως από τά πράγματα τού δωματίου, ήταν σάν ένας λιγμός τά λόγια σας πρός τούς άλλους, σάν ένα κλάμα πάνω από κάτι τόσο όμορ- φο, τόσο έξω απ' τόν κόσμο τών ανθρώπων κι από τόν φόβο τού κόσμου τών ανθρώπων, ώστε μπροστά μου ξέσπασε ένα τρυφερό παιδί, απαγορευμένο από τόν ρωμαλέο θρήνο τού ώ- ριμου άντρα που δέν τελειώνει ποτέ, που δέν έχει σταματήσει ούτε μιά μικρή στιγμή, Βύρων, στά γραπτά σας. Μά είναι ένας θρήνος γιά αγαπημένους, γιά πράγματα αδικοχαμένα μέσα σέ καταστάσεις αδικοχαμένες κι αυτές, κι όπου τό "ανελέητο", η "τρομερή φωνή", όσο κι άν τριγυρίζετε τά τοπία τής απελπισί- ας, δέν σκοτώνει ποτέ εντελώς ένα τοπίο, μά σκεπάζει τό πρό- σωπό του μέ τόν μανδύα του ώστε νά μήν τό βλέπει έτσι κατα- τρυπημένο, καί αλλάζοντας πάνω στά μαρμάρινα σκαλοπάτια τού βιβλίου τήν σελίδα, σκύβει μέ τήν ίδια "ιερή μανία" στήν ορχήστρα ενός διπλανού θεάτρου. Συγχωρέστε τήν λυρικότητά μου, αλλά γι' αυτόν τόν ενθουσια- σμό σάς αγάπησα κι εγώ Βύρων. Εννοώ τόν "ενθουσιασμό τού θρήνου", τόν ενθουσιασμό που υπάρχει μέσ' στόν ασταμάτητο θρήνο τής καρδιάς τών ανθρώπων, καί που ποιός ξέρει, ίσως ο- φείλεται στόν χωρισμό τού κόσμου ανάμεσα στούς μικρούς αν- θρώπινους κόσμους καί στόν μεγάλο κόσμο τών πραγμάτων. Φτωχά, αθώα πλάσματα, τόσο μακρυά τό ένα από τό άλλο, που αυτό γιά τό οποίο πασχίζετε είναι αυτό γιά τό οποίο θρη- νείτε επειδή θά σάς σκοτώσει, καί στρέφεσθε πρός εμάς τούς μόνους σας συγγενείς -πώς αλήθεια μπορώ εγώ τώρα πιά νά περιφρονήσω έναν άνθρωπο, ακόμα καί μέ τόν Θεό σας έχω γίνει σχεδόν φίλος κι άς κρύβεται σέ μιά σκοτεινή γωνιά βογ- γώντας (ένα φτωχό ανθρώπινο κουρέλι κι Αυτός, ράκη μυστη- ριακών υποχόνδριων θεωρημάτων τής σκέψης, λειωμένο από τήν τρυφερή φυματίωση τού Καλού), προσπαθώντας νά σάς σκοτώσει από αγάπη-. Κάποιος απ' αυτούς που μέ είχε αγαπή- σει σάν κι εσάς, καί στού οποίου τά δάχτυλα είχα περάσει γλυ- κύτατες ώρες -οριστικά χαμένος γιά μένα τώρα-, είχε χτυπήσει στό στήθος μου ένα τατουάζ: τόν δικό του θρήνο γι' αυτή τήν συγγένεια που έχει επηρρεάσει τόσο τίς σχέσεις μας: "Θέλω νά μιλήσω γιά τά πράγματα απόψε. Γιά τά πράγματα που ευγενι- κά, κάνοντας τά λίγα βήματα που έχουν απομείνει, σηκώνο- νται στίς μύτες τών δακτύλων κι αφίνουν τήν τελευταία τους κραυγή. Ευγενικά καί μέ χάρη μά ωστόσο μέ μιάν αποφασι- στικότητα καί μέ μιά θλιμένη τόλμη σπρώχνοντας τά χέρια πρός τά κάτω, σφιχτά στούς γοφούς, τεντώνοντας τόν λαιμό, μέ τήν επίγνωση πως έχουν ήδη εγκαταληφθεί, πως έχουν κιό- λας τελειώσει αυτό που η άκρη τού διαζώματος σχεδόν πάντα προκαλεί, μέ τήν εκκίνηση. Μέ μιάν εκκίνηση εσωτερική, προ- σφέροντας προτιμότερα τόν εαυτό τους". Πάνε εικοσιπέντε χρόνια από τότε, έτσι όπως μετράτε εσείς τόν χρόνο. Ήταν σέ μιά αμμουδιά, κάτω από ένα πεύκο, πάνω σ' ένα μικρό τραπε- ζάκι που μιλούσαμε. Τά βράδυα χώνονταν στήν σκοτεινή τρύ- πα μιάς σκηνής. Ένας παραληρηματικός ερωτικός λόγος, σάν κι αυτόν που πόθησα μαζύ σας, Βύρων, στό μικρό λειβαδάκι, δίπλα στήν ξεραμένη αχλαδιά. Κουράστηκα, κι έχετε φύγει τώρα τρείς μέρες. Γιάννης Σ. Χρυσούλης Τί μέ κοιτάς έτσι τερατάκι; Θά βγάλω τήν ζώνη μου! 1-3-1998 "...εκ καρδίας άρα, εν τώ ποιητή, παραλήρημα ανερχόμενον, τοσούτον θέλγει τήν ουράνιον κατασκευήν, ώστε λυγίζωσιν αι ουράνιαι φρέναι, κτυπά δέ έντρομος εν ηδονή ο ουράνιος σφυγμός, ώς η καρδία λευκοτάτης περιστεράς εξελθούσης εκ τού εγκλωβιστηρίου, ήτις στρεφομένη ήδη μέ ανοικτάς πτέρυ- γας συναισθάνεται τάς συντεταγμένας τής ελευθερίας". Αλληλογραφία Επιτρέψτε μου K, σέρνεται επίσης καί μιά κακεντρέχεια -άλ- λωστε καί πώς θά μπορούσε νά μήν ήταν έτσι ακόμα καί μέ τίς καλλίτερες προθέσεις-, καί γι' αυτό που γράψατε γιά τον Σπύρο θέλω νά σάς αφιερώσω ένα παλιό κομμάτι: "Ώ, τί συναισθήματα μέσα σ' αυτόν τόν βάλτο!", μουρμούρισε χωρίς θυμό κι έκανε μιά πλατειά χειρονομία γιά νά δείξει τήν γυμνότητα καί τήν ασχήμια τού περιβάλλοντος. "Κι όμως είναι αλήθεια πως πίσω απ' τόν τύπο τής ομορφιάς που δημιουργεί μιά αισθητική, υπάρχει πάντα η ίδια συγκίνηση. Κι αυτό ση- μαίνει πως όλα έχουν τό δικαίωμα νά ονομαστούν όμορφα... Σέ φιλώ. Σέ χαιρετώ.". Εννοώ τήν λάσπη που όλοι κολυμπάμε, άς μέ συγχωρέσουν τά μέλη τής Λίστας όπως κι εγώ συγχωρώ τόν εαυτό μου. Οσο γιά τήν κλωνοποίηση είχα παλιά μιά συζήτηση, γύρω στά 1986, μέ κάποιον...,τέλος πάντων, που ίσως νά σάς ενδιαφέρει, άν καί δέν έχει τό σπιρτόζικο ύφος που διακρίνει τούς φίλους μας, μά που παρ' όλα αυτά θέλω νά τήν προτείνω καί σ' αυ- τούς σάν ένα θέμα. Ευχαριστώ Κ, αλλά πώς είναι δυνατόν νά σάς μιλώ στό ενικό καί νά μένουμε σάν δυό παλιοί φίλοι, εγώ..., εγώ μπορεί νά σάς αγαπήσω, άν καί δέν σάς έχω δεί ακόμα, μπορεί νά βλέπω κάποιον κλώνο σας στό όνειρό μου, γιατί μέ τούς κλώνους δέν ζούμε;, όταν σκεφτόμαστε κάποιον καί τόν βάζουμε νά μιλά ή νά κάνει κάτι, ακόμα κι όταν τόν έχουμε μπροστά μας καί πά- ρουμε γιά μιά στιγμή τά μάτια μας από πάνω του κι ύστερα τά σηκώσουμε ξανά, πώς ξέρουμε ότι είναι αυτός ο ίδιος τόν ο- ποίο κοιτάγαμε πρίν;, μπορεί νά έχει θυμώσει εν τώ μεταξύ α- πό κάποια αδέξια κίνησή μας, μπορεί κιόλας νά έχει προλάβει νά μάς μισήσει καί νά ετοιμάζεται νά φύγει κι εμείς νά παρα- καλάμε άδικα αυτόν πού αφίσαμε πρίν γιά νά στρίψουμε τό βλέμμα μας, γιατί αυτόν εξακολουθούμε νά βλέπουμε, μά που δέν είναι αυτός πιά, απλώς τού μοιάζει, είναι ένας κλώνος του, ένας συναισθηματικός κλώνος που..., που εμείς εξακολουθού- με νά αγαπάμε, καί..., καί δέν πρέπει νά σάς αγαπήσω λοιπόν, δέν πρέπει νά σάς μιλήσω στόν ενικό, συγχωρέστε με. Γιάννης Χρυσούλης Μά βεβαίως, Κ, καί δέν πρέπει νά πάρω τό βλέμμα μου από πάνω του, πρέπει νά τόν κοιτάζω συνεχώς στά μάτια, γιατί αυ- τός είναι έτοιμος νά μέ μισήσει, μέ μισεί κιόλας, καί γι' αυτό δέν φταίει η διαίρεση τών κυττάρων του -όπως είπε στό γεμάτο πάθος καί θλιμμένη αγάπη γι' αυτόν τόν ερωμένο πού μάς σκο- τώνει διαρκώς ο Κόσμος, ωραίο ποίημά του ο Σπύρος, τά κύτ- ταρα πεθαίνοντας κληρονομούν τίς μνήμες τους στά καινούρ- για- αλλά ακριβώς τό ότι έπαψα νά τόν κοιτάζω καί τότε αντι- λήφθηκε τήν αδέξια χειρονομία μου, καί είναι πιά μανιασμένος που τόν συγκρατώ, θέλει νά φύγει οπωσδήποτε, μάλιστα έχει σχεδόν κιόλας φύγει, κάτι ελάχιστα υπολείμματα μένουν ακό- μα στόν χώρο μας εξ αιτίας τής αδικαιολόγητης συναισθηματι- κής μου προσήλωσης στό προηγούμενο πρόσωπό του, είναι σάν νά τόν σκοτώνω κάθε στιγμή αναγκάζοντάς τον νά διατη- ρεί αυτό τό πρόσωπο ζωντανό καί... καί άν καταφέρω νά τόν κοιτάζω συνέχεια τότε τόν σκοτώνω κάθε στιγμή, γιατί κι εγώ θέλω νά τόν σκοτώσω, κι εγώ έχω αρχίσει από τόσον καιρό τώρα νά τόν μισώ καί θά τόν κρατήσω έτσι μέχρι νά πεθάνει στήν αγκαλιά μου... Επιτρέψτε μου ακόμη Κ, μιλάτε όλοι γιά τόν φόνο τού σώμα- τος, αλλά αυτός είναι τόσο σπάνιος, σχεδόν ακόμη καί στούς πολέμους χρειάζεται τόση προσπάθεια (άν κι εγώ έχω γοητευ- τεί από τίς παρατηρήσεις τού Σπύρου, τού Νίκου Σ. καί τού Χρήστου Κ., ιδιαίτερα από τά κοριτσάκια πού κάνουν τίς ενέ- σεις στούς καταδίκους καί τά Τόπ-μόντελς μέ τά καθρεφτά- κια), ενώ οι αλλοι καθημερινοί φόνοι τών ανθρώπων που μάς αγαπούν καί που εξ αιτίας αυτής τής αγάπης τους, εξ αιτίας τού ότι τόλμησαν νά μάς αγαπήσουν -όπως π.χ. τά μικρά παι- δάκια μας-, έχουμε τό δικαίωμα νά σκοτώνουμε τήν καρδιά τους μέ μιά άγρια φωνή, μέ μιά περιφρονητική ματιά, μέ τήν ε- γκατάληψη ενός ονείρου... Γιάννης Χρυσούλης Επιτρέψτε μου Κ. νά πάρω τό θάρρος, έχω μελετήσει τό θέμα, καί νά απαντήσω στήν ερώτηση τού Χ.Κ που σάς μπερδεύει τόσο. Πώς είναι δυνατόν μιά γυναίκα νά κατανοήσει τόν εαυτό της; Τί τής χρειάζεται η κατανόηση; Αυτή δέν σκέφτεται μέ τό μυαλό της όπως ο άντρας, σκέφτεται μέ όλο της τό σώμα καί είναι φυσικό τέτοιες ερωτήσεις που δέν έχουν πίσω τους παρά μόνο τούς επιδέξιους ελιγμούς ενός έξυπνου ανδρικού μυαλού που παραληρεί από ζήλεια νά τήν αφίνουν σύξηλη. Γιάννης Χρυσούλης Ο σωστός τίτλος είναι βέβαια: "Εν τή γυνή γάρ τό κύτος, εν ώ τό μέγα μυστήριον υποθάλπεται". Ζητώ ταπεινά συγγνώμη γιά τό φριχτό λάθος. Γιάννης Χρυσούλης 18-4-1998 Αλήτης καί Γύφτος Πόσο η καρδιά μου είναι βαρειά σήμερα γι' αυτό τό παλικάρι! Τό πήραν καί τό πηγαίνανε κάτι γύφτοι στήν άκρη τής πελώ- ριας πίσω αυλής τού Επιτρόπου τής Ιουδαίας, όπου ήταν οι σταύλοι καί τά σιδεράδικα τής Λεγεώνας, όχι άνθρωποι κακοί, γελάγανε κιόλας χαρούμενοι, τού ενός τού λείπανε τρία δόντια -αυτός ξεκαρδιζότανε-, ο άλλος είχε ένα χαλκά στ' αυτί καί μιά αγαθή αγριομουτράρα κι όλο έσκυβε ν' ακούσει που τούς έλεγε εκείνος (είχε βάλει τούς δήμιους νά τόν δείρουνε μέ τά λουριά τών αλόγων σήμερα τό πρωΐ ο Ρωμαίος φιλόλογος καί νά τού κάνουν φάλαγγα γιά νά λυγίζουν τά πόδια του καί τόν είχε επι- δείξει στό πλήθος μήπως τόν λυπηθούνε, έτσι, ένα ανθρώπινο κουρέλι καταματωμένο μ' αυτή τήν έκφραση τής απορίας στά μάτια, καί τόν είχανε δώσει στούς γύφτους μετά νά τόν φυλά- ξουν μακρυά απ' τούς άλλους ώσπου νά 'ρθεί η ώρα τής σταύ- ρωσης καί νά τόν περπατάνε νά ξεπρηστούν τά πόδια του από τόν φάλαγγα ώστε νά μπορεί νά σηκώσει τόν σταυρό), είχαν κιόλας γίνει φίλοι, "αυτός έχει παιδιά, αφέντη, δέν βλέπεις τ' αυτί του τό τρυπημένο;, εμείς αγαπάμε πολύ τά παιδιά καί τά σκυλιά καί τά γαϊδούρια κι όλα τά ζωντανά, όταν αναστηθείς νά 'ρθείς στό χωριό μας", "θά 'ρθω, θά 'ρθω νά δώ τά παιδιά σας καί νά φάμε", "μά είσαι σίγουρος ότι θ' αναστηθείς αφέντη μου;", "δέν ξέρω, δέν ξέρω, δίψασα, δώσ' μου μιά γουλιά νε- ρό", "είπαν ούτε νερό ούτε ψωμί, μά νά πάρε!, κι άν ακόμα μέ κρεμάσουν κοντά σου εγώ δέν έχω ακόμα παιδιά", "ξεδίψασα, όμως δέν έχω δύναμη νά σκεφτώ πιά, είναι κι αυτός ο ήλιος που μέ στραβώνει, μά κάνε μιά ευχή, πέσ' μου τί θά 'θελες γι' αυτό τό καλό", "νά μείνει η γενιά μας όπως ζεί τώρα, αφέντη μου, νά μείνουμε γύφτοι καί νά γελάμε καί ν' αγαπάμε τά παι- διά μας καί τά σκυλιά καί νά 'χουμε σφυριά νά βαράμε τό σίδε- ρο", "θά παρακαλέσω, θά παρακαλέσω γιά σάς γύφτοι αδέρφια μου!", έτσι τόν γυροφέρναν στήν αυλή όπως είχε διατάξει ο Ε- πίτροπος... 18-4-1988 "Μικροί μαστοί γεμάτοι γάλα" Εκεί που τελειώνουν τά βράχια τών λόφων, εκεί που αρχίζει η έρημος, δίπλα σ' ένα γουρνάκι που γεμίζει στάλα στάλα από μιά κρυφή πηγή βαθειά μέσα στήν πέτρα, είμαι ένα δέντρο. Ό- σο κι άν ψάξεις μέ τό μάτι, ταξιδιώτη, δέν θά δείς στήν απερα- ντοσύνη άλλο πράσινο φύλο. Μπορεί μετά τούς λόφους, σέ δυό ημερών δρόμο, δέν τό ξέρω, ν' αρχίζουν οι πρασινάδες καί τό χορτάρι, μπορεί ο ίσκιος νά μήν είναι τόσο πολύτιμος, μπο- ρεί νά κελαϊδάει η ζωή μέ τίς χίλιες γλώσσες της καί τ' αγριο- περίστερα νά πετούν σάν άσπρες αστραπές ανάμεσα στά δέ- ντρα, μά... μή νομίσεις ότι ζηλεύω. Η έρημος δέν είναι έρημος. Δές τήν σαύρα πάνω στόν καυτό βράχο. Δές τόν γύπα στόν ου- ρανό. Σήκωσε τήν πέτρα νά δείς τό φίδι. Δές πάνω απ' όλα τόν ήλιο, τόν ευεργέτη, τόν δολοφόνο, δές κάτω απ' όλα τήν γή τήν πανέμορφη που πρέπει κάθε στιγμή νά τήν ρωτάω: "είσαι ε- κεί;" καί "είσαι εκεί;". Όλα ακίνητα. Όλα ευκίνητα. Ο σκορ- πιός που πλησιάζει νά πιεί νερό. Τά μικρά μάτια πίσω απ' τίς βλεφαρίδες τών ζώων που μένουν σέ κάποια τρύπα στό χώμα. Μά... υπάρχουν καί όντα που τρεκλίζουν. Ποιός άνεμος τόν φέρνει αυτόν τόν νέο από τήν έρημο; Σάν καράβι που παλεύει μέ τήν άγρια θάλασσα έρχεται πρός τά 'δώ, κουρελιασμένος, ξέσκεπος, τυφλός από τήν λάμψη τής πέτρας. Οι σαύρες παρα- μερίζουν απ' τό τρελλό βήμα του. Σκύβει στήν γούρνα. Πίνει μαζύ μέ τόν σκορπιό. Γιατί όχι; Έχω δεί όλο καί πιό θαυμάσια. Μά ο σκορπιός είναι θηλυκός. Μόλις άφισε τήν τρύπα μέ τ 'αυγά καί τό λίγο νερό τής γούρνας δέν φτάνει γιά μιά δίψα πού έχει μαζευτεί από έναν άνθρωπο σχεδόν γυμνό μέ τόν δικό μας ήλιο. "Πρόσεχε τά χείλια σου! Στάζουν αυτό που τού πή- ρες!", φώναξα. Η φωνή ενός δέντρου! Ίσως τήν είχε ακούσει άν ήταν ξεκούραστος. Έκλαιγα εκείνη τήν στιγμή. Κάτω απ' τίς ξέπλεκες αφάνες τών ξανθών μαλλιών ήταν ένα πρόσωπο μέ χάρη. Ήταν δυό ήρεμα γλυκά μάτια. Μά πρέπει νά πώ τό τέλος. Μιά γρήγορη κίνηση. Μιά φωνή πόνου. Τρέξιμο πολ- λών μικρών ποδιών πάνω στόν βράχο. Μιά σταγόνα αίμα. Τό δηλητήριο τόσο κοντά στό μυαλό! Η ζωή τόσο κοντά στήν λή- θη! Μέ είπανε Καταραμένη. Αλλά γιά σκέψου! Αυτός σηκώ- θηκε χαμογελώντας. Έκοψε ένα από τά άγουρα σύκα μου καί τότριψε στά χείλια του. "Μικροί μαστοί γεμάτοι γάλα", είπε καί συνέχισε τρεκλίζοντας τόν δρόμο του. Μικροί μαστοί γεμά- τοι γάλα! Ο σκορπιός, μόλις κατάκατσε η σκόνη απ' τά βήματά του, ξανάρθε. Έσκυψε στίς λίγες σταγόνες νερό που έτρεξαν. 22-4-1998 Ανήμερα τό Πάσχα "Τί τριγυρνάς εδώ αλήτη; Γιατί δέν πηγαίνεις στήν Θύρα τών συσσιτείων; Η Μεγαλειότητά του μπορεί νά βγεί από στιγμή σέ στιγμή. Είναι σωστό ν' αντικρίσουν τά μάτια Του χάλια σάν τά δικά σου;". "Μόλις έκανα λουτρό στό ποτάμι κι έπλυνα καί τά ρούχα μου, άρχοντα Φρουρέ", είπα μέ μιά βαθειά υπόκλιση. "Όπως βλέπεις κρατώ ένα σακκίδιο καί μέσα εκεί έχει ψωμί καί τυρί πού μού έδωσε μιά καλή νοικοκυρά, εδώ πιό κάτω, ό- ταν δούλεψα στόν κήπο της, δυό εσώρουχα κι έναν καθαρό χι- τώνα που κέρδισα, εκτός απ' τό φαΐ μου, από έναν έμπορο, δουλεύοντας στίς μεταφορές του. Έχω έρθει από μακρυά γιά νά δώ τό Παλάτι Του κι Εκείνον κι έχω προσέξει ώστε νά μήν είμαι ανέτοιμος". "Είσαι προσκυνητής λοιπόν; Τότε νά πάς στήν Θύρα τών προσκυνητών, νά πάρεις σειρά όπως όλοι οι άνθρωποι". "Δέν είναι η ευλάβεια που μέ έφερε ως εδώ, άρχο- ντα Φύλακα". "Τότε νά πάς στήν Θύρα τών περιέργων. Στήν Θύρα τών μαύρων περιέργων. Οι υπουργοί τής Μεγαλοσύνης Του έχουν φροντίσει καί γιά σάς, σύμφωνα μέ τίς προσταγές Του". "Άφισα τόν ήλιο νά μέ κάψει, άν καί η γύφτικη φλέβα που έχω μέσα μου θά φαίνεται εύκολα καί στά δικά σου τά μά- τια άρχοντα Οπλοφόρε, μά δέν είναι η περιέργεια που μ' έκανε νά περπατήσω τόσο". "Τότε σέ ποιά κατηγορία ανήκεις; Δέν μπορείς νά μείνεις εδώ. Πρέπει νά πάς στήν Θύρα τής κατηγο- ρίας σου". "Είμαι φίλος Του, ευγενικέ άρχοντα τής Πύλης τού Παλατιού, φίλος Του στενός, τόσο που μερικές φορές δέν Τόν ξεχωρίζω από 'μένα". "Φίλος Του εσύ! Ένα μαυροτσούκαλο, που τά πνευμόνια σου είναι γεμάτα σκόνη απ' τόν δρόμο, που τρώς όταν κόβεις ξύλα στίς αυλές τών νοικοκυριών, που κοι- μάσαι στίς θυμωνιές μέ τά φίδια; Πού είναι ο τροχός σου γύ- φτε; Πού είναι τ' ακόνι σου; Πού είναι η χορδή σου γιά τό βα- μπάκι καί τά βούρλα σου γιά τίς καρέκλες;. Δέν έχει Θύρα γιά τούς φίλους εδώ. Οι φίλοι είναι όλοι μέσα. Πήγαινε!". "Τ' α- δέρφια μου οι γύφτοι είναι καλά στά χωριά τους, όπως τούς υ- ποσχέθηκε Εκείνος. Δέν παραπονιούνται, αγαπάνε τά παιδιά καί τά σκυλιά τους καί δέν τούς λείπουν τά σφυριά ούτε τό σί- δερο ούτε τό γέλιο, έστω κι άν έχουν μερικά δόντια λιγότερο. Δέν μ' έστειλαν αυτοί, άρχοντα Τοξότη, συγχώρεσέ με". "Θέ- λεις νά Τού ζητήσεις κάποια χάρη γιά τόν εαυτό σου λοιπόν; Θέλεις νά προσπέσεις στά Πόδια Του; Θέλεις νά ξεχωρήσει ε- σένα απ' όλους τούς ανθρώπους που περιμένουν μιά Στιγμή Του; Που εκλιπαρούν ένα Βλέμμα Του; Νομίζεις πως Τόν αφί- νουμε απροστάτευτο; Πως διασχίζει τίς αίθουσες τού Παλατιού Του χωρίς συνοδεία; Αυτός!, ο Βασιλεύων Άναξ; Πως βγαίνει μόνος Του στήν Μεγάλη Πύλη; Χιλιάδες Ευγενείς τόν ακολου- θούν υμνώντας τήν Δόξα Του. Υπάρχει λάβαρο, υπάρχει ση- μαία που νά μήν επικαλείται τήν τιμημένη ιστορία της ώστε νά αποκτήσει τό προνόμιο νά παραστεί, γιά νά χαμηλώσει μέ σε- βασμό εμπρός στήν εκλεκτή Του Μορφή; Οι Μεγάλες Αρχό- ντισσες τού Σπιτιού Του έχουν τήν τιμή νά κρατούν τήν άκρη τής πορφύρας Του, κι οι Μεγάλοι Ηγεμόνες τού Κόσμου μέ τίς Δυναστείες τους, πού περίμεναν μήνες, χρόνια, νά τούς δεχτεί, κλίνουν τό γόνυ, ώσπου νά τούς σηκώσει, καταδέχοντάς τους. Εμείς, οι αρχοντικοί Φρουροι Του, απομακρύνουμε τά ανυπό- μονα πλήθη που αγωνίζονται νά ασπασθούν τόν Τύπον τών Υ- ποδημάτων Του, ελευθερώνουμε τήν Οδόν Του, κοσμιούμεν τήν Θεωρίαν Του. Πήγαινε αλήτη! Ανατριχιάζω καί μόνο που σέ βλέπω νά πατάς τό χώμα μπρός απ' αυτή τήν Πύλη". "Έχεις δίκιο νά είσαι υπερήφανος γιά τήν σπουδαία σου αποστολή, άρχοντα Θωρακοφόρε στήν υπηρεσία τής Μεγαλειότητάς του. Γιατί ακόμα κι άν η αποστολή σου είναι νά φυλάς αυτή τήν Μικρή Πύλη, αυτό τό στενό πέρασμα ανάμεσα σέ μιάν αναδί- πλωση τού Τείχους, που στό άνοιγμά του δέν οδηγεί παρά τό ταπεινό μονοπάτι που πήρα τό πρωΐ, μέ τίς τσουκνίδες καί τίς φραγκοσυκιές δεξιά κι αριστερά, ίσως η δικιά σου αποστολή νά είναι σπουδαιότερη κι από κείνη τών αρχοντικών συναδέλ- φων σου στήν Μεγάλη Πύλη του Παλατιού". "Πού τό ξέρεις ε- σύ, τελευταίε από τούς ανθρώπους που θά είχαν ποτέ τήν τόλ- μη νά τήν αντικρίσουν;". "Είναι επειδή αυτή τήν Στενή Πύλη προόρισε Εκείνος γιά τούς αγαπημένους τής Καρδιάς Του. Μήπως δέν τό είπε; 'Αγωνίζεσθαι εισελθείν διά τής Στενής Πύ- λης'. Νάτο! Βλέπω τό μικρό παράθυρο τού κελιού Του. Πό- σους αιώνες εκτελείς μέ αφοσίωση τήν υπηρεσία σου Φρουρέ; Ήρθε η ώρα νά χαμηλώσεις τό δόρυ σου μπρός στόν αληθινό Πορφυρογέννητο. Άσε με νά συρθώ μέσα στόν στενό διάδρομο που οδηγεί στό κελί Του καί νά Τόν φέρω στό φώς τής γλυ- κειάς ημέρας. Θά ακουμπήσεις μετά τά όπλα σου στόν τοίχο καί θά μέ βοηθήσεις νά Τόν πάμε ως κάτω, στό ποτάμι. Ρίξε ύ- στερα νερό μέ τό κράνος σου νά λουστεί. Μήπως δέν θά σέ κοιτάει μέ τά Μάτια Του; Νά καί στό σακκίδιό μου ο καθαρός χιτώνας. Νά καί τά πέδιλα. Νά ψωμί καί τυρί γιά όλους μας. Ύστερα θά πάρουμε τόν δρόμο. Κάπου κάπου θά γυρίζουμε νά κοιτάμε τό Παλάτι τών Φιλολόγων που θά χαθεί καθώς ο ή- λιος θά μεσημεριάζει. Πού είναι ο Χρυσοντυμένος Άναξ; Οι Μητροφόροι Υπουργοί; Τά Ιερά Κονγκλάβια; Οι Μεγάλοι Βα- σιλείς μέ τίς Δυναστείες τους; Τά Λάβαρα; Οι Μάζες οι ασπα- ζόμενες τόν Τύπον, η αρχοντική Φρουρά, Η Μεγάλη Πύλη;... Τριμμένη γύψος καί σκόνη στόν άνεμο... Θά πάμε νά βρούμε τούς φίλους. 23-4-1998 Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος αποτελείται από αγγέλους. Έ- χουν ο καθένας τό σπίτι του σέ κάποιο όργανο τού σώματος, μάλιστα γι' αυτό ακριβώς κατασκευάστηκαν τά όργανα, γιά νά τούς στεγάσουν. Όταν δέ μεταναστεύουν στόν ουρανό λόγω αιφνιδίου ανακλήσεως, τό όργανο εκ θλίψεως ρεύει, όπως τά δωμάτια στά σπίτια που χάνουν αγαπημένα πρόσωπα καταρέ- ουν σιγά σιγά, αποποιούμενα προσπάθειες επισκευών από άλ- λους ενοίκους. Παρασύρεται δε πολλές φορές ολόκληρη η κα- τασκευή, αναγκάζοντας τούς αγγέλους που έχουν μείνει στά υ- πόλοιπα νά πετάξουν ξαφνιασμένοι μακρυά, χτυπώντας τίς φτερούγες τους μέ δύναμη ώστε νά αποφύγουν τήν συντριβή. Θάβουμε τότε αυτό τό κατεστραμμένο κορμί βαθειά στό χώμα, καί οι άγγελοί του γυρίζουν περίλυποι ανάμεσά μας. Είναι οι περίφημες ψυχές χωρίς σώμα. Ορισμένες επιβιβάζονται λα- θραία σέ διαστημόπλοια. 27-4-1998 Ως γνωστόν ο άνθρωπος αποτελείται από ανθρώπους. Αι φυ- σιογνωμίαι των σκάπτουν, κατ' αρχάς, τόν πρωτογενή, ακόμη άμορφον, εκ πηλού, Θεϊκής αύρας καί ανεξιχνιάστων προθέσε- ων, πυρήνα τών νεογνών, αφίνουσαι ισχυρόν ράπισμα, συ- γκολλώνται δέ επί τής ωρίμου προσόψεως τών υπολοίπων, κα- θώς ούτοι ανυποψίαστοι τήν προβάλλουν εις τάς γωνίας τών δρόμων, δι ειδικοτάτης ριτινώδους σιέλου (ήτις εκκρίνυται υπό ορισμένων αδένων μή ανακαλυφθέντων εισέτι υπό τής Επιστή- μης), σκάπτουσαι εκ νέου βραχείαν ή βαθείαν αύλακα, καθώς η βαρύτης έλκει αυτάς εις τό έδαφος, καί κρυμνιζόμεναι, προϊ- όντος τού χρόνου, είς τό κατάστρωμα τής οδού μετά πατάγου, ως σταγών η οποία, αφού συνέλεξε εις τόν ασκόν της τήν κρί- σιμον ποσότητα τού ύδατος, μή δυναμένη νά ανθέξει πλέον, α- ποχωρίζεται τής κυρίας μάζης, εκσφενδονιζομένη εις τό διά- στημα μέ φοράν ευθέως μέν αντίθετον τών απομακρυνομένων εκ τής Γής διαστημοπλοίων, αλλ' ίσα ίσα ανάλογον πρός τήν τών δι' αναγκαστικής προσγειώσεως προσεγγιζόντων αυτήν, συναντάται δέ μετά τού εδάφους, ως εραστής τού οποίου επί τέλους η ερωμένη αφήρεσε τόν πρός εαυτήν χαλινόν, μετ' ε- κρήξεως, εγκαταλείπουσα ικανόν ίχνος, οριζόμενον εκ τού ύ- ψους αφ' ού ήρξατο τήν κάθοδον καί αναλυομένη εις πλήθος θραυσμάτων. Καταρρεούσης όθεν, εκ τού βάρους, τής ουσίας ημών μετά τών εις αυτήν προσκεκολλημένων φυσιογνωμιών, εξαχνούμε- θα, εγκαταλείποντες πλατύ οριζόντιον ίχνος, ότε η κατακόρυ- φος δομή τής υπάρξεώς μας βαίνει ελαττουμένη, ως βυθιζομέ- νη εις τό έδαφος γεωδαιτική ράβδος ή ως ζαχαρώδες παρα- σκεύασμα λειχόμενον μετά ζήλου υπό νεαρού κορασίου έμπρο- σθεν εις τά κατάπληκτα όμματα τής μητρός του, περί δέ τό τέ- λος προσφεύγομεν εις τήν βοήθειαν ξυλίνης βακτηρίας: γλί- σχρου καί ταπεινού ψευδοποδείου... Μόνος ο έρως, επικαλύπτων ημάς διά μιάς καί μόνης φυσιο- γνωμίας, αναστρέφει τήν κατάρρευσιν, τό πνεύμα τής βαρύτη- τος εισέρχεται αιφνιδίως εις περιοχήν οριζομένην υπό αρνητι- κών συντεταγμένων, η κατακόρυφος στελέχωσις φθίνει αλλ' α- νερχομένη, ελαφρύτερα δέ καταντούν τά μέρη τής οικοδομής ημών, η τροφή (μουσακάς), άν καί αισθητικώς γλυκεία τή όψη καί γευστικώς κομψοτάτη, αισθαντικώς διαψεύδεται, ο χρόνος παραμένει ακίνητος ως τάπης επί τοίχου, περικοσμών, μετ' άλ- λων ευγενικών τροπαίων, παρθένα τινά, άδουσαν εν τή οικιακή γαλήνη, ούτε κάν η προσέγγισις τού ερωμένου προσώπου δύ- ναται νά απομακρύνει τήν έκστασην αντικαθιστώντας την διά τής ωμής πραγματικότητος... Σιγανά τραγούδια 13-5-1998 (((Όσο γιά τό μίσος, είμαι κι εγώ μέ τό μέρος τής Ισμήνης: "όχι γιά νά μισώ, μά γιά ν' αγαπώ έχω γεννηθεί πάνω σ' αυτή τήν Γή".))) Αλλά έχω πηγαινοέρθει κι εγώ από τόν έρωτα στήν αγάπη, κι ακόμα, όχι ακριβώς από τόν έρωτα στήν αγάπη αλλά σέ κά- ποια παράλληλη διαδρομή που δέν μού εξηγείται (γιά νά τήν περιγράψω καί, ιδιαίτερα, νά τήν ονομάσω εδώ) ούτε η αρχή της, ούτε, πολύ περισσότερο, τό σημείο όπου από τήν μιά κα- τάσταση έχω κιόλας μεταφερθεί στήν άλλη (καί που θά μπο- ρούσε γι' αυτό τουλάχιστον νά επιτρέπεται νά προειδοποιηθώ), προτιμώντας δηλαδή από ένα χαρούμενο πρόσωπο ένα, όχι κα- τεστραμμένο βέβαια, μά σκαμμένο βαθειά, όπως τό δικό μου τώρα, από τήν επίγνωση τής υποταγής στήν αισθητική που α- ντιπροσωπεύει καί συντηρεί, καί που αυτή τήν επίγνωση, ακό- μα κι αυτή τήν ίδια τήν υποταγή, μέ αφίνει νά καταλάβω ότι α- ντιλαμβάνεται στό πρόσωπο που συναντά (καί τώρα τό έχει α- πέναντί του), καί πως τίς αναγνωρίζει σάν συγγενείς τών δικών του. Δέν θά μού χρειαζόταν παρά μόνο μιά ματιά γιά νά καταλάβω τί είδους αισθητική τόν είχε τυλίξει, άν άθελά του τήν συντη- ρούσε, ή άν ακόμα τήν καλλιεργούσε, όχι άθελα πιά, ξεπερνώ- ντας κάθε στιγμή τό συνεχώς παρόν φράγμα τής συντήρησης (πίσω απ' τό οποίο αρχικά εγκατέλειπε ένα άγνωστο τμήμα τού εαυτού του), προσθέτοντάς της καί αφαιρώντας της στοιχεία καί απειλώντας διαρκώς μ' αυτήν τήν καινούργια καί ποιοτικά νόμιμη κατα τήν γνώμη του σύνθεση (στήν οποία ανάγκαζε νά συρθεί σιγά σιγά ό,τι από τόν εαυτό του είχε εγκαταλειφθεί προηγουμένως), τήν συναισθηματική του εμφάνιση. Δέν θά μού χρειάζονταν παρά μερικές λέξεις γιά νά καταλάβω σέ πόσα κομμάτια ήταν κομμένος, καθώς η κάθε αισθητική διεκδικούσε απαιτητικά τόν άνθρωπό της, μήν αφίνοντας τόν προηγούμενο παρά γιά λίγα δευτερόλεπτα μόνο νά εξουσιάζει τό κοινό πρόσωπο , έτσι που αυτό τό φαινομενικά ενιαίο σύνο- λο, τό οποίο θά στρέφονταν μέ μιάν απλή κίνηση νά αντικρίσει εκείνον που θά φώναζε τό όνομά του, νά είναι συναισθηματικά διαχωρισμένο σέ ιδιοκτησίες, προσπαθώντας νά συλλέξει τούς διάφορους αισθαντικούς όγκους που τού ξεχείλιζαν κάθε στιγ- μή καί οι οποίοι αναφέρονταν σέ όλες μαζύ καί επίσης σέ κάθε μία ταυτόχρονα, σάν τά ρούχα, που, άν καί τοποθετημένα ήδη από παλιότερες φορές μέ μιά συγκεκριμένη τάξη έχουν αποδεί- ξει τό δυνατό τής συνύπαρξής τους μέσα στόν συγκεκριμμένο χώρο -οδηγημένα από ένα χέρι μέ μιά νηφάλια διαίσθηση τής γεωμετρίας του-, αχρηστεύουν αυτή τήν στατική δυνατότητα μέ τήν ξαφνική φαινομενική αλλαγή τού πλήθους τους, καθώς μέ τό πέρασμα σέ μιά λειτουργία π.χ. αισθηματικής αβεβαιότη- τας, ο χώρος πιέζεται νά υπερβεί τήν χωρητικότητά του, θυμί- ζοντάς μας τήν αγωνία τών καλλιτεχνών εμπρός σ' έναν μαρ- μάρινο όγκο, όπου τό μέγεθος τού αγάλματος που πάλλει στό εσωτερικό του τόν ξεπερνά τόσο πολύ, ώστε εδώ οφείλονται τά τεράστια εργαστήρια τών γλυπτών καί οί ανεξήγητες κινήσεις τους στόν αέρα, εβδομάδες πρίν τούς επιτραπεί νά πλησιάσουν τό κομμάτι που περιμένει υπομονετικά, γιά νά μπορέσουν νά δώσουν στό κοινό μιά μικρογραφία, σχεδόν σέ ένα επίπεδο, αυ- τού τού σώματος που μόνον οι τυφλοί μέ τήν αφή καί τά παι- διά, ακουμπώντας τό τρυφερό τους μάγουλο επάνω του, μπο- ρούν νά αντιληφθούν τίς αληθινές του διαστάσεις καί νά ακού- σουν τό σιγανό τραγούδι τής ομορφιάς του. Είπα αισθητικές; Όχι! Ήσαν πράξεις δικαιοσύνης! Ήταν η αί- σθηση τού δικαίου που ένοιωθα νά χωρίζει τίς πράξεις μου, αλλά μέ τί μέτρο; Γιατί είχα δώσει ελεημοσύνη στήν γριά, που ούτε κάν μού είχε ζητήσει; Ήταν ένα γλυκύτατο πλάσμα, ο χρόνος τήν είχε παραμορφώσει μέ μιάν ιδιαίτερη επιείκια, ζη- τώντας από ορισμένα όργανα νά διατηρήσουν τήν νεανική λει- τουργία τους, αλλά τσακίζοντας τήν μέση της στά δυό κι ανα- γκάζοντας τούς μύς τού σβέρκου νά τεντωθούν ώστε νά κρατή- σουν τό κεφάλι ψηλά, ένα ανθρώπινο γάμμα μ' ένα πελώριο σακκί στήν ράχη, σέρνοντας στήν ρίζα τών τοίχων... Όχι, όχι δέν τήν λυπήθηκα! Δέν τήν έκλαψα μέσα μου! Ίσα ίσα, συγκι- νήθηκα, ναί, αλλά όπως μπροστά σέ έναν πίνακα, όπως σάν νά είχε ξεκινήσει ξαφνικά ένα άγαλμα βαδίζοντας μέ κόπο γιά πού; Αυτό τό γιά πού; μέ τάραξε. Γιά πού βάδιζα εγώ μέ τήν ράχη μου τεντωμένη; Δίπλωσα ένα χαρτονόμισμα καί τό 'βαλα στήν τσέπη τού φουστανιού της, τά μάτια της, μόνο τά μάτια της, γύρισαν νά μέ δούν ήμερα, γλυκά μάτια, έπαιξαν λίγο σάν νά μ' αναγνώρισαν... Καί προηγουμένως στό καφφενείο, γιατί είχα χλευάσει μέσα μου αυτούς τούς δυό, δίπλα, στό τραπεζάκι, που μιλούσαν μέ κάτι χοντρά λάθη, ο ένας ήταν αντιπαθητικός, κλώτσησε και μιά γάτα που περνούσε ήσυχα... Κι ύστερα εκείνο τό άγριο χελιδόνι, πρίν πολλά χρόνια, που εί- χα χτυπήσει μέ τό δίκανο, ένα Πάσχα στό χωριό, καί που όταν πήγα νά τό σηκώσω τό κοίταζα απορημένος, ναί, μόνο απορη- μένος, καθώς έμπηγε τά νύχια του στό χέρι μου, μ΄ έναν τελευ- ταίο σπασμό... Κι εκείνος ο θάμνος στό χωράφι, γεμάτος από σπουργίτια που πετάριζαν, που τόν πυροβόλησα μόνο καί μόνο γιά νά μετρήσω τά φτωχά κορμάκια που ΄χαν πέσει στό χώμα μέ μιά μπατα- ριά... Κι έπειτα στό νοσοκομείο, όταν περίμενα τόν Γιώργο, οι δυό κοπέλλες, κρατημένες η κάθε μιά από τό μπράτσο τής άλλης, έχοντας μόλις βγεί μέ τά νυχτικά τους γιά μιά βόλτα από τό γυ- ναικείο τμήμα, από πού, από ποιό μυαλό έπαιρναν εντολές τά μέλη τους; Χαμογελούσαν συζητώντας, τά ελεύθερα μπράτσα σ' έναν χορό όχι κινήσεων, όχι μή κινήσεων, χαιρετώντας τόν αγαπημένο που έβγαινε μέσ' απ' τούς τοίχους, προτείνοντας τήν ανάστροφη τής παλάμης γιά ένα χειροφίλημα που ποιά γε- ωμετρία θά τολμούσε νά υπολογίσει τίς συντεταγμένες του, τά λόγια χτυπούσαν στά κάτοπτρα τών χειλιών, ξαναγύριζαν πίσω στήν στοματική κοιλότητα πού έμενε ανοιχτή στέλνοντας κι άλλα λόγια απ΄ τίς φωνητικές χορδές που τιτίβιζαν μέ τόν ασύ- μετρο ρυθμό τής ταλάντωσης από εκτελεσμένες ήδη εντολές λόγου καί πιό γρήγορες προθέσεις γιά τίς επόμενες προτάσεις που τίς προλάβαιναν, που αναμειγνύονταν στόν λάρυγγα γιατί αυτός δέν είχε ακόμα ανταποκριθεί στίς πρώτες, έχαναν τίς ο- ξείες καταλήξεις τους στόν άγριο θόλο τού ουρανίσκου, κατα- πίνονταν μαζύ μέ τό σάλιο από τόν φάρυγγα, λέξεις πιά όχι λέ- ξεις, αφίνοντας τό γνωστό μόνο σ' εκείνες σχέδιο τών ήχων καί τών νοημάτων από άλλες τέτοιες συζητήσεις νά χτυπήσει στά μικρά ρόδινα απ' τήν ζέστη τών διαδρόμων αυτιά... Γιά μιά στιγμή λύγισα στό πλάϊ τού τοίχου παρακολουθώντας τίς κινή- σεις μέ τά μάτια, ακολουθώντας τίς κινήσεις μέ τό σώμα, νοιώθοντας τά χέρια μου νά στρέφουν, τίς ανεστραμμένες μου παλάμες νά προτείνονται γιά ένα χειροφίλημα από τόν αγαπη- μένο τών διαδρόμων... Μέ ποιές ευτυχισμένες ζωές αντισταθ- μίζεται αυτό, Γιώργο, πού, σέ ποιό μέρος τού Κόσμου οι κα- θρέφτες τών χειλιών δέν στέλνουν πίσω στό ανοιχτό στόμα τίς λέξεις όχι λέξεις, χαριτωμένα νεανικά χέρια, όχι τρέμοντας από τίς εντολές ενός μυαλού που τίς έχει κι όλας αντικαταστήσει πρίν εκτελεσθόυν, που έχει κιόλας αντικαταστήσει τίς επόμενες μέ τίς οποίες αναίρεσε τίς πρώτες πρίν η αναίρεση τής κίνησης ολοκληρωθεί στά δάχτυλα, στίς παλάμες που δέν ξέρουν πρός τά πού νά γυρίσουν, στά χέρια όχι χέρια που ζητούν βοήθεια απ' τούς ερωμένους τών τοίχων, τώρα, στρέφονται τρέμοντας μόνο από έρωτα, εντελείς προθέσεις προσφέρουν ένα τρυφερό στόμα νά φιληθεί, μάτια που δακρύζουν, αλλά από συγκίνηση, βλέφαρα που ανοιγοκλείνουν, αλλά γιά νά συγκρατήσουν τήν εικόνα ενός αγαπημένου προσώπου, σώμα που μπορεί νά αντα- ποκριθεί; Μέ τί αντάλαγμα αγοράζεται η ισορροπία; Πράξεις δικαιοσύνης! Πράξεις δικαιοσύνης! Μάς ορίζει μιά αι- σθητική. Μάς εξοντώνει τό αίσθημα τού δικαίου. Διαβάτη! Άν ποτέ συναντήσεις τό μίσος στό δρόμο σου, μήν τό περιφρονή- σεις. Μήν ζητήσεις νά στό δικαιολογήσουν. Όπως ο έρωτας, έ- τσι κι αυτό δέν εξηγείται. Όπως η αγάπη, έτσι κι αυτό στρέφε- ται πρός τά μέσα. ...Αλλά συμβαίνει νά ξυπνά κάπου κάπου στό εσωτερικό μας, ιδιαίτερα γι' αυτούς τούς οποίους έχουμε πολύν καιρό αγαπή- σει καί από τούς οποίους έχουμε γιά πολύν καιρό αγαπηθεί, καί τότε ανθίζουν κάτι παράξενα λουλούδια, μέ μιάν ομορφιά χτυπημένη (από τήν ίδια αισθητική που μάς είχε βοηθήσει πρίν από τόσα χρόνια νά αναγνωρισθούμε καί μάς είχε επιτρέψει νά μείνουμε γιά τόσα χρόνια κοντά) στό στήθος μας, από κάποιαν άδικη δικαιολογία μπροστά σέ ένα αδέξιο τώρα βήμα ίσως α- φίνουμε κάποιο χέρι εκείνη τήν στιγμή σκοντάφτοντας, φωνά- ζουμε μέ μικρές φωνές μέσα μας προσπαθώντας νά τό διώξου- με, στρέφουμε από 'κεί γιά νά μήν βλέπουν τήν απελπισία μέ τό τρυφερό τους πρόσωπο, μπορεί νά κρατήσει πολύ καί τότε πρέπει νά τούς αγαπάμε χρησιμοποιώντας το, όπως τό μαχαίρι που κόβει τό ψωμί στό τραπέζι μας, προσέχοντας πάντα η κό- ψη του νά είναι στραμμένη πρός τά κάτω, σάν ένα σιγανό τρα- γούδι που πέφτει στό πάτωμα... 3-6-1998 Σιγανά τραγούδια έπεφταν στό πάτωμα. Σκύβοντας μαζεύαμε τό πληγωμένο τους σώμα: μακρυές τρυφερές φτερούγες φωνη- έντων κολλημμένες μέ μαλακό σάλιο πάνω σέ αδύναμους ώ- μους συμφώνων, χαλαροί φθόγγοι που είχαν χτυπήσει στό πρό- σωπο τού αέρα χωρίς νά μπορέσουν νά κρατηθούν επάνω του, μερικά ήτανε δικά μας, τά ξαναψιθυρίζαμε μέσα μας προσπα- θώντας νά τούς δώσουμε λίγη ζωή τό βλέπαμε, δέν θέλανε νά ζήσουν. Ακόμα καί τραγούδια βρίσκει κανείς, ετοιμοθάνατα, μέσα του. Νόμιζε ότι αυτά θά γλιτώσουν, προσπαθεί νά τά σώσει επανα- λαμβάνοντάς τα, μά κοιτούν τό λυπημένο του πρόσωπο χωρίς δύναμη πιά, σάν τό μαχαίρι, που πάντα πρέπει νά στρέφουμε τήν κόψη του πρός τά κάτω όταν τό μεταχειριζόμαστε μπροστά σέ αγαπημένους, γέρνουν πρός τό πάτωμα... σκύβουμε νά ση- κώσουμε τό πληγωμένο τους σώμα... Πότε στράφηκα πρός τό πάτωμα; Θυμάμαι, είχα γυρίσει τό μα- χαίρι, έκοβα τό μεσημεριανό ψωμί, καί μιά φέτα μού ξέφυγε. Χώθηκε μέσα στά πόδια τού τραπεζιού κι αναγκάστηκα νά γο- νατίσω. Πώς, όταν σκούπιζα τόσες φορές, δέν είχα προσέξει τά πράγματα που μού είχαν πέσει; Ορισμένα τραγούδια τό έστρω- ναν μέ τό πληγωμένο τους σώμα, κάποτε ανέμελα τά είχα ψι- θυρίσει, οι φθόγγοι, βαρείς μόλις τούς πότιζε ο αέρας, είχαν στρίψει πρός τά κάτω παρασέρνοντας ολόκληρες ενδιάμεσες σκέψεις, εικόνες που είχαν αναμειχθεί μέ τήν μουσική κάποιας φράσης αναδεύονταν συστρέφοντας μέ αγωνία τήν δικιά τους κρυφή ζωή, ονόματα αγαπημένων προσώπων άλλοτε, βυθισμέ- νων μέσα μου απ' τό βάρος καινούργιων ανθρώπων, ελεύθερα τώρα καθώς τό τραγούδι άνοιγε τήν καρδιά, είχαν πετάξει γιά μιά στιγμή γεμάτα ελπίδα ψάχνοντας, μετά, καθώς τό κοχύλι τού αυτιού γιά τό οποίο προορίζονταν δέν είχε βρεθεί, έπεσαν, απλώνοντας σάν μικρά αλεξίπτωτα, προφυλάσσοντας από τήν βίαιη σύγκρουση τήν τρυφερότητα που κάποτε τά συνόδευε ή τό πάθος ή τόν έρωτα, ακόμα καί τό μίσος, πολύτιμα στοιχεία τους που έπρεπε νά προστατευθούν αφού ένα όνομα δέν μπορεί νά ειπωθεί χωρίς κάποιο απ' αυτά νά τό χρωματίζει, κι είχαν α- φίσει μικρούς σωρούς από συναίσθημα εδώ κι εκεί που μύρι- ζαν θηλυκό πεύκο καί βότσαλα καί βαθύ κύμα καί βάρκες τρα- βηγμένες στήν αμμουδιά. Πλησίασα τ' αυτί μου ναί, από κάτω βογγούσε μιά θάλασσα, άκουγα τό νερό που συντρίβονταν στούς βράχους, αγαπημένα κορμιά έσερνε τό κύμα, πώς, πώς μπορούσα καί περπάταγα εγώ ανάμεσά τους; Ανάμεσά σας περπατάω αγαπημένοι μου. Τρυφερά πατώματα Δέν έγινα αδίκως καθαρίστρια. Δέν σφουγγαρίζω τσάμπα πα- τώματα. Τίς ιστορίες που έχω ζήσει εγώ απάνω τους, ποτέ σας εσείς μέ τά καθαρά καί περποιημένα χέρια δέν θά φανταστείτε στόν γρήγορο βίο σας που περνάει σάν αστραπή γιά τούς εξο- χότατους... Μήπως νομίζετε ότι οι ζωές σας πηγαίνουν στόν ρηχό ουρανό; Στό πάτωμα, στό πάτωμα σωριάζονται ζωντανές λατρεμένοι μου. Κι όταν βουτάω τά κουρέλια νά ποτίσουν στόν κουβά, όταν στρίβω μέ δύναμη τό κοντάρι νά στίψουν τό σκούρο νερό, όταν θερίζω μ' αυτή τήν κομψή κίνηση που μού έχει δανείσει ο χάρος, τά εξαιρετικά κομμάτια τής ζωής σας, που ξεχάστηκαν τόσο γρήγορα, ξεπετιούνται από τό φρεσκο- πλυμμένο πάτωμα σάν άσπροι κύκνοι, σάν λευκά περιστέρια... Δέν θέλω νά δώ τά μαύρα. Σάς τά χαρίζω. Χωρίς ουρανό μπορούμε νά ζήσουμε. Μήν μάς πάρετε όμως τό πάτωμα. Μπορεί ένας άνθρωπος νά πέφτει καί πρός τόν ουρα- νό, είναι η αλήθεια, μπορεί από τήν καλωσύνη μιάς όμορφης ζωής νά αντιστρέφονται τά στοιχεία καί η τάξις αυτού τού κό- σμου, αλλά γιά κοιτάξτε μας κι εμάς ευγενικοί ξένοι. Αφού ο Ουρανός ραγίζει τόσο δύσκολα, φταίμε εμείς που προτιμήσαμε τό σανίδι; Επί πατωμάτων! Τά σανίδια ράγιζαν. Τάτρωγε καί τό σαράκι Μού βάρυνες τήν καρδιά. Βγάλε με στό χώμα. ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΕΠΙ ΚΑΘΗΓΕΣΙΑ Διά τήν ιδιαιτέραν φύσην τών πατωμάτων εν τή ανθρωπίνη διανοία. Εισαγωγή Λοιπόν, Κύριοι, η ουσιαστική διαφορά τού ανθρώπου από τά ζώα, δέν είναι τό ότι γελά -όπως προσπαθούν ορισμένοι γελοίοι μπηχεβιοριστές νά μάς πείσουν-, αλλά τό ότι κατασκευάζει πα- τώματα γιά νά ζήσει επάνω τους. Προσέξτε! Δέν κατασκευάζει στέγην γιά νά καλυφθεί ο ίδιος -αυτό τό κάνουν πλείστα όσα ζώα-, αλλά γιά νά προστατεύσει τό πάτωμά του. Κοσμεί δέ αυ- τό τό κέλυφος δι' εξόχων παραστάσεων καί αναγλύφων, όχι μόνον έσωθεν αλλά καί έξωθεν, διότι καί ο Ουρανός δέν συλ- λαμβάνεται παρά ως έν ανεστραμμένον εκτεταμένον πάτωμα, τεραστίων διαστάσεων, τό οποίον είναι άγνωστον πότε θά επα- νέλθει συνερχόμενον εις τήν αρχικήν του θέσην. Πρός ώρας, ε- κτός τής πρός αυτόν στρεφομένης διακοσμήσεως, διαχωρίζεται διά κεραμιδοσκεπούς διαφράγματος από τού επισήμου δαπέ- δου, εφ' όσον επιμένει νά διαμαρτύρεται διά τήν αρχικήν τοπο- θέτησην -μίαν επιλογήν εκ τών ελαχίστων, εις τήν διαρκή ευ- θύνην τής οποίας ουδεμίαν συμμετοχήν έχομεν-, άλλοτε μέν σιωπηλώς, αναλογιζόμενος τήν ευτυχίαν τήν οποίαν εστερήθη τού νά ευρίσκεται πλησίον μας δεχόμενος τάς περιποιήσεις μας, άλλοτε θορυβωδώς, εκ μίσους πρός τήν άδικον τύχην, κα- τρακυλώντας τάς μεγάλας μάζας τών νεφών καί σείων τά υ- περμεγέθη κτίσματα τής υποδομής του, άλλοτε δέ σπαράσσων εκ τού κλάμματος, αναρροφών εκ τών λυγμών τόν ενδιάμεσον αέρα, ειτα μετά μεγίστης στροβιλώδους ορμής εκπνέων, κενό- νοντας τούς τεραστίους πνεύμονάς του καί σαρώνοντας τούς πληθυσμούς τής Γής τούς οποίους τόσον ηγάπησε... έχων α- ναγκάσει πολλούς είς τό λανθασμένον συμπέρασμα ότι από κάποια παραξενιά τής Φύσεως βρέχει μέσα στό ίδιο τους τό σπίτι... Σχέδιον εισαγωγής 2 (Καί εάν κοσμεί καί τόν θόλον τής οικίας του, είναι επειδή όλη η οικία είναι κι αυτή ένα καμπύλον πάτωμα, όπως τό εσωτερι- κόν ενός σφαιρικού κατόπτρου). Παρατήρησις: Ο Όμηρος περιγράφει τά καταπληκτικά πατώματα τής Τροίας, ή, άν δέν τό κάνει, έχει απλούστατα χαθεί η περιγραφή. 28-6-1998 Σέ τρυφερά πατώματα ξαπλώναμε νά πεθάνουμε, τί γλυκά μάς αγκάλιαζαν, απάνω τους τά πόδια τών αγαπημένων μας προ- σπαθούσαν νά μάς σπρώξουν βαθύτερα, δέν αντιστεκόμαστε... Βαθειά στό τρυφερό πάτωμα είχα κρυφτεί, τά σιγανά τραγού- δια που τό σκέπαζαν ζητούσαν τήν άδεια νά μέ παρηγορήσουν, όχι, όχι, πώς νά παρηγορηθώ μέ τά πόδια τών πιό αγαπημένων μου νά προσπαθούν νά μέ σπρώξουν βαθύτερα, τό κεφάλι μου πήγαινε νά σπάσει από τά δυνατά χτυπήματα τών σκληρών τα- κουνιών, φώναζαν, επειδή μαζύ μου είχαν παρασυρθεί ορισμέ- να ονόματα, σφιγγόμασταν κοντά, καί μικροί σωροί συναισθη- μάτων που κολλούσαν στό πλάϊ μου τρέμοντας, τ' αγκάλιαζα, τούς ψιθύριζα νά μήν στεναχωριούνται, έτσι κακοί είναι οι α- γαπημένοι μόλις πέσεις στό πάτωμα, προσπαθείς νά κρυφτείς κάτω απ' τό τραπέζι, αλλά αυτοί γυρίζουν τήν κόψη τού μαχαι- ριού που κρατούν πρός τά κάτω, σιγανά τραγούδια στάζουν τό αίμα τους... Βαθειά στό τρυφερό πάτωμα είχα κρυφτεί, τά σιγανά τραγού- δια που τό σκέπαζαν, φοβισμένα, έσερναν πρός τίς γωνιές τό μαλακό βαρύ γεμάτο πληγές απ' τό πέσιμο κορμί τους, σκαρ- φάλωναν μέ κόπο ξανά στούς ψηλούς τοίχους, ζητούσαν τήν άδεια νά μέ παρηγορήσουν, όχι, όχι, πώς νά παρηγορηθώ μέ τά πόδια τών πιό αγαπημένων μου νά προσπαθούν νά μέ σπρώ- ξουν βαθύτερα, αγκαλιάζα τήν φιλόξενη σάρκα νά κρατηθώ, ποτέ δέν εξηγήθηκε αυτή η εξαιρετική συγγένεια τού ανθρώπι- νου σώματος μέ τήν πέτρα, ίσως όμως καί νά προσπαθούσαν νά μέ διώξουν, τό κεφάλι μου πήγαινε νά σπάσει από τά δυνα- τά χτυπήματα τών σκληρών τακουνιών, η πλάτη μου είχε πιά καταματώσει απ' τ' αγριεμένα αγκάθια μέ τά οποία τό έγδερ- ναν, ήμουν συνέχεια άρρωστος, ριγώντας μέσα στόν πυρετό, από τά παγωμένα νερά που τού έχυναν πλένοντάς το, φώνα- ζαν, επειδή μαζύ μου είχαν παρασυρθεί καί ορισμένα ονόματα, σφιγγόμασταν κοντά, καί μικροί σωροί συναισθημάτων που α- πό ψηλά έμοιαζαν μέ σκουπίδια καί κολλούσαν στό πλάϊ μου τρέμοντας, τ' αγκάλιαζα, τούς ψιθύριζα νά μήν στεναχωριού- νται, δηλαδή πού θέλανε νά μάς στείλουν, πού θα πήγαινα μα- κρυά απ' τό σπίτι μου, κι αυτά έρημα, βασανισμένα απ' τήν κα- θαριότητα, στό πρόσωπό μας ζούνε, γιατί προσπαθούν νά μάς τό πλύνουν;, σκληρά χτένια καί χέρια μέ τήν ηδονή τής ανελέ- ητης αγάπης κάθε πρωΐ, πώς σάς περίμενα νά ρθείτε σέ μένα, φουστάνια που ανεμίζατε δίπλα στό αυτί μου τίς περιπέτειες που έβλεπα τό βράδυ στόν ύπνο μου δέν θά μέ σώσετε σήμε- ρα;, έσκυψα τό κεφάλι, καλλίτερα νά βυθίζεται κανείς μέ τά συναισθήματα πλάϊ του, καλλίτερα νά μήν απαντά όταν φώνα- ζαν τά ονόματα, δέν φώναζαν ποτέ τό δικό του, ένοιωθα τό μά- γουλό μου ν' ακουμπάει στό δροσερό μαξιλάρι τής πέτρας, δέν θά μπορούσαν νά μέ βρούν νά μέ διώξουν ποτέ από 'δώ... Άχ, Φράντς! Προσπαθούσα νά σηκώσω τό βαρύ χαλί, τά χέρια μου είχαν α- δυνατίσει, τό δεξί αρνιώταν νά εκτελέσει τίς διαταγές μου καί σάν εχθρός είχε στρίψει τό πρόσωπό του, δέν πειράζει εχθρικό δεξί, εγώ καί τ' αριστερό θά τά καταφέρουμε, αλλά καί τό αρι- στερό έχει παρασυρθεί από τήν συμπεριφορά τού δεξιού, στρί- βει κι αυτό τά μάτια του από κεί σάν νά μήν μέ γνωρίζει, είμαι σχεδόν μόνος μου πιά, άν τά πόδια μου δέν στηρίζονταν καλά θά σέρνομουν μέ τήν κοιλιά, διατάζω τό δεξί νά κάνει ένα βή- μα μπροστά καί μέ βοηθό τό αριστερό νά ανασηκώσει τήν ά- κρη τού χαλιού, έτσι καί γίνεται, από 'δώ καί πέρα θά τρέφω μόνο τά υπάκουα πόδια μου. Δέν μέ παραξένευε η συμπεριφορά τών χεριών μου, ήταν πιό κοντά στό μυαλό καί μπορούσαν εύκολα νά κρυφακούν τίς συ- ζητήσεις μου μαζύ του, νά, τώρα τό δεξί προσφέρεται νά στη- ρίξει τό κουρασμένο απ' τίς σκέψεις κεφάλι μου, περνά τά δά- χτυλά του στά μαλλιά μου αφίνοντας έτσι τόν αέρα νά κυκλο- φορεί καί νά τό δροσίζει, μέ τίς απαλές ρόγες τών δακτύλων του χαλαρώνει τρίβοντας ελαφριά ορισμενα αγγεία που έχουν υπερφορτισθεί από τήν ταχύτητα μέ τήν οποία μεταφέρεται τό αίμα γιά νά προλάβει τούς συλλογισμούς, τό ενδιαφέρον του είναι συγκινητικό, εγκαταλείπομαι, τά μάτια μου κλείνουν μέ ανακούφιση, νοιώθω καί τό αριστερό που σηκώνεται αργά γιά νά μήν μέ τρομάξει, πλέκει τώρα τά δάχτυλά του μέ τό δεξί, θέλω ν' αντισταθώ μά είναι τόσο νανουριστική αυτή η αγκα- λιά, κάτι μέσα μου όμως δέν μ' αφίνει νά ησυχάσω, μέ πλεγμέ- να τά δάχτυλα αυτοί οι σύμμαχοι ποιός ξέρει πού θά μπορού- σαν νά φτάσουν, τό αριστερό φαίνεται τώρα νά δίνει τίς εντο- λές, απ' τό δεξί θά μπορούσα νά περιμένω μιάν επιείκεια, αλλά τό αριστερό, τό αμείλικτο, τό χέρι τής καρδιάς, είναι αυτό που θά κάνει τήν αρχή, θά δώσει τό σύνθημα κι η καταπιεσμένη γιά τόσα χρόνια καρδιά θά τσακίσει τό κεφάλι, θά συντρίψει τό μυαλό που κρύβεται μέσα του καί τά απελευθερωμένα συ- ναισθήματα θά πλημμυρίσουν, τό στόμα θά πετάξει τά χαλη- νάρια του, ο φυλακισμένος λόγος θά μιλήσει, ό,τι δέν μπορεί κανείς νά φανταστεί, ό,τι δέν ονειρεύτηκε ποτέ τό πνεύμα, θά βρεί τίς λέξεις, για ό,τι δέν ήταν ικανό τό κορμί θά τού χαρι- στούν νέες πράξεις, τόση ηδονή!, είμαι έτοιμος, είμαι πρόθυ- μος, ξεκίνησε επαναστατικό αριστερό!..., αλλά άχ όχι!, όχι!, ούτε τώρα είσαι δυνατό αρκετά, αυτός ο αιώνιος σκλάβος, η καρδιά, δέν δίνει τό σύνθημα, σάς λυπάμαι τρυφερά χέρια που μόνο νά χαϊδεύετε σάς επιτρέπουν, σάς λυπάμαι πλεγμένα δά- χτυλα που θά μπορούσατε μέ μιά κίνηση νά τσακίσετε τόν δυ- νάστη σας, έχουν κιόλας γεμίσει δάκρυα τά μάτια μου από λύ- πη γιά τήν απόλυτη κυριαρχία του επάνω σας, μέ απελπισία α- φίνω τό παντοδύναμο κεφάλι μου νά γλιστρίσει από τά πλεγμέ- να δάχτυλά σας πού δέν έχουν δύναμη πιά νά τό κρατήσουν, ούτε γιά νά μού προσφέρει έναν άξιο αντίπαλο δέν μέ θεώρησε ικανό αυτός ο Κόσμος. Μόλις είπα ότι θά γράψω γιά τά χέρια μου, τό αριστερό, που έ- χει όλη τήν ευθύνη μιά καί τό δεξί είναι εντελώς ανίκανο νά ε- κτελέσει οποιαδήποτε εντολή, ζητάει τά περισσότερα λύτρα. Τού τά παραχωρώ. Μού ζητάει ακόμα πιό σκληρά νά κλείσω τά μάτια καί κάνοντας σέ συνενόηση μέ τά πόδια μου, που τά έχω διατάξει κι αυτά νά τεθούν στήν υπηρεσία του ακολουθώ- ντας τήν κατεύθυνση που τούς δείχνει, αρκετούς κύκλους γιά νά μέ μπερδέψει, κρύβει τά λύτρα κάτω απ' τό χαλί. Σέ τί θά σού χρειαστούν τά λύτρα άπληστο χέρι; Θά μού ζητήσεις κά- ποτε νά σέ οδηγήσω σ' αυτά, όταν θά έχεις γίνει κι εσύ ανίκα- νο σάν τό δεξί, αλλά όσο κι άν θέλω πώς θά μπορέσω νά σέ βοηθήσω τόσο καλά που κρύβεις τόν κρυψώνα σου; Κοίταξε τό δεξί. Τά λύτρα που μού ζήτησες εσύ, ούτε κάν φτάνουν στό μικρό δαχτυλάκι του. Πόσο βαρύ έχει γίνει όμως αυτό τό δα- χτυλάκι, που θά σήκωνε τότε μέ τόση ευκολία τά δικά σου, γιά νά σηκωθεί τώρα καί νά δείξει τά δικά του. Κρύπτη συναισθημάτων Πάνω στά τρυφερά πατώματα, κάτω από τά βαρειά χαλιά κρύ- βω τά συναισθήματά μου. Ξεχνάω όμως, μετά από λίγον και- ρό, πού έχω κρύψει π.χ. τό Α συναίσθημα καί υποδέχομαι τόν Α γνωστό μέ τό Β. Πόσες φιλίες δέν έχω χάσει έτσι! Πόσους γνωστούς που θά μπορούσαν νά είχαν γίνει φίλοι δέν είδα νά φεύγουν μέ σκυμμένο κεφάλι! Κάνω συνήθως μιά χειρονομία νά τούς σταματήσω, ίσως μπορούσαμε νά περάσουμε τήν βρα- διά μαζύ εξηγώντας ο ένας στόν άλλον τί είναι αυτό που μάς χωρίζει, επειδή, όσο αδέξια είναι η δικιά μου πράξη νά μήν μπορώ νά θυμηθώ ακριβώς τί αντιστοιχεί στόν συγκεκριμμένο άνθρωπο, άλλο τόσο αδέξια είναι κι απ' τήν δικιά τους τήν με- ριά η απαίτηση να περιμένουν μιά συγκεκριμμένη συμπεριφο- ρά λές κι είχαν τόν κατάλληλο άνθρωπο μπροστά τους. Αλλά, όπως είπα, έχουν σκύψει κιόλας τό κεφάλι, η χειρονομία μου περνάει απαρατήρητη, γυρνούν νά φύγουν... Ίσως καλλίτερα μόνοι μέ τήν απογοήτευσή μας, άτυχε φίλε μου. Στό καλό. Τό ότι οδηγήθηκα σ' αυτό τό αναγκαίο κακό, νά κρύβω δηλα- δή τά συναισθήματά μου, δέν οφείλεται καθόλου σέ κάποια δι- κή σου άσχημη πρόθεση. Ίσα ίσα, καί μάλιστα πιστεύω ότι δέν μπορεί νά είσαι τίποτ' άλλο εκτός από αθώος. Γιά τίς άσχημες προθέσεις, που θά μπορούσαν νά καταστρέψουν, χρειάζεται χρόνος, πρέπει νά είναι ώριμος κανείς γιά νά εκτιμήσει τό κα- κό, κι εσύ τραγουδάς ακόμα τραγουδάκια τού δημοτικού δα- γκώνοντας τήν φέτα σου. Βυθίζεις όμως συνεχώς τά χέρια σου μέσ' στό κεφάλι μου, σάν νά τά ξεπλένεις από τούς άλλους που έχεις συναντήσει πρίν από 'μένα -καί γι' αυτό έχω πάντα μιά καθαρή πετσέτα στήν ράχη τού κρεββατιού σου-, προσπαθώ- ντας νά πιάσεις τό συναίσθημα που σού αντιστοιχεί. Δέν θέλω νά σέ προσβάλλω, αλλά... ποιός είσαι; Πώς, μετά απ' αυτή τήν αναταραχή τού εσωτερικού μου, θά ήξερα τόν τρόπο νά σού α- πευθυνθώ; Δοκιμάζω λοιπόν τό Α συναίσθημα. Ανταποκρίνε- σαι; Εάν όχι, τό Β. Εάν πάλι όχι, τό Γ. Εάν ακόμη όχι, τό Δ. Είναι όμως κιόλας πολλά, τά χέρια μου τρέμουν, έχω αρχίσει νά εξαντλούμαι, αυτές οι δοκιμές είναι μακρύτατες. Τί θά γίνει εάν κατακουρασμένος φτάσω στο Κ, π.χ., καί δέν έχεις αντα- ποκριθεί; Καί εάν μετά από κόπο που θά μέ έχει κάνει σχεδόν νά καταρεύσω, στό Χ; Βέβαια δέν χρειάστηκε ποτέ νά ξεπερά- σω αυτό τό γράμμα, αλλά η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις, τί θά γίνει άν χρειαστεί νά προχωρήσω στό Ψ; Καί πώς θά αντέξω, μέ τήν γλώσσα έξω σχεδόν, τά γόνατά μου νά τρέμουν, τήν καρδιά μου νά κοντεύει νά σπάσει, νά αντικρίσω τό Ω; Μήπως τό ότι οδηγήθηκα σ' αυτό τό αναγκαίο κακό, νά κρύβω δηλαδή τά συναισθήματά μου, οφείλεται στήν δική σου άσχη- μη πρόθεση; Όχι! Δέν είσαι ικανός νά έχεις άσχημες προθέ- σεις. Εσύ τρώς ακόμα τήν φέτα σου στήν αυλή τού σχολείου. Ούτε μιά κακιά δασκάλα δέν θά μπορούσε νά θυμώσει μαζύ σου. Διατάζεις μήπως το δεξί μου χέρι νά στρίβει τήν παλάμη του πρός τ' απάνω μέ παράλυτα δάχτυλα σάν νά ζητάει αυτό που μού έχουν πάρει; Τό δεξί μου πόδι εσύ τό κάνεις νά χάνει τό βήμα του καί νά σκοντάφτει; Τό κεφάλι μου όταν τινάζεται δεξιά κι αριστερά έχει μόλις δεχτεί κάποια εντολή από 'σένα; Η γλώσσα μου όταν μπερδεύει τίς λέξεις προσπαθεί νά πεί κάτι που τής υπαγόρευσες; Ναί, ναί! 'Ετσι είναι, κι όμως έτσι δέν εί- ναι! Άχ, πόσο θά 'θελα νάταν αλλιώς! Πόσο θά 'θελα νάχες βά- λει τό χέρι μου νά προσέφερε κάτι από 'μάς, κρατώντας απαλά κάποιο άλλο χέρι μέ τρυφερά δάχτυλα. Τό πόδι μου πόσο θά 'θελα νά ανεβαίνει ένα σκαλοπάτι που μάς περίμενε. Τό κεφάλι μου στρίβοντας ξαφνιασμένο από τήν ζέστη μιάς φωνής στ' αυτί του. Η γλώσσα μου ψιθυρίζοντας σέ κάποιο άλλο αυτί λό- για που θά 'θελα ν' ακουστούν... Αξιολύπητον, έτσι αθώον, δέν μπορώ νά σέ πώ. Δυστυχισμέ- νον, μέ μιά φέτα στό χέρι; Αδύναμο, μ' ένα τέτοιο σώμα; Φτω- χό, μέ τά δικά μου συναισθήματα; Γιά χάρη σου τά φυλάω. Ό- ταν θά μεγαλώσεις. Είχε μεγαλώσει καί μέ κοιτούσε. Τά μάτια του έψαχναν απελ- πισμένα τό πρόσωπό μου. Τί τού είχα υποσχεθεί; Ήταν αδύνα- τον νά θυμηθώ. Αυτά σού' χα υποσχεθεί; Αυτά; Άρχισε νά γελάει. Κολυμπού- σαμε μέσα στά συναισθήματα, έπρεπε νά προσέχεις νά μήν βουλιάξεις, οι απρόσμενες λακκούβες τού βυθού ανοίγονταν ύ- πουλα κάτω απ' τά πόδια, κάτι ρουφήχτρες πιό μακρυά γέμιζαν μ' απειλή τόν ορίζοντα, όλος ο πλανήτης είχε σκεπαστεί απ' αυτά. Ποιά είναι τά δικά μας;, ρώτησα. Σήκωσα τήν άκρη τού βαρειού χαλιού, πάνω στό τρυφερό πά- τωμα από κάτω του μιά θάλασσα σέ προσκαλούσε νά βυθι- στείς μέσα της. Είναι όλα δικά μας;, ρώτησα. Αυτό που νόμιζα γιά χαλί τόσα χρόνια, ήταν τό πρόσωπό μου. Σιγά σιγά είχε μαζευτεί μιά θάλασσα κάτω απ' τήν σκληρή του επιφάνεια. Επάνω στήν τρυφερή του σάρκα είχε μαζευτεί μιά θάλασσα. Ήταν τό πρόσωπό μου. Μέ τόν τρόπο τού Γιώγου Χειμωνά Τά αθώα συναισθήματά μας! Που σάν μιά θάλασσα. Ζηλεμέ- να σάν τά λουλούδια. Σάν μέ ανατιναγμένα φτερά, κοφτερά χαλίκια. πλάϊ στά χορταριασμένα ορυχεία πού ακολούθησαν τό επικίνδυνο μυστικό μιάς φλέβας. Νοσταλγικά σάν τά χελι- δόνια. Που μέ μιά ψυχρή νόηση, αλλά θερμή αισθαντικότητα επιστρέφουν. Ιερές κολώνες κατεδαφισμένων ναών, σάν τούς κάκτους στήν έρημο, γύρω από φαρμακερές μικρές λίμνες καί χτυπημένα ζώα από τήν τρέλλα τής δίψας. Σάν ζώα χτυπημένα από τήν τρέλλα τής δίψας. Σάν όπως όταν αισθάνεσαι ένα αί- σθημα δίψας από μιά στέρηση. Ερωτηματικά σάν τήν δίψα. Ερωτικά σάν τήν στέρηση. Όμορφα σάν τήν έρημο... Σάν σιγανά τραγούδια που κατακάθονται στό πρόσωπο τής γής τά φροντίζει ο ουρανός. Μέ τό λεπτό κογχύλι τού αυτιού του τά αφουγκράζεται. Κλαίει γι' αυτά, επειδή είναι ορφανεμέ- να από τό σώμα τών ανθρώπων: άσπροι σωροί από αλαφρόπε- τρες ονομάτων καί τά κομμένα μέ τό μαχαίρι τών αγαπημένων σφαγμένα εντόσθια τής καρδιάς. Τά πράσινα αχνιστά περιττώ- ματα μικρών ανήλικων από φόβο, καί τά μεγάλα αυξημένα στρώματα τής λύπης, που πλαγιάζουν νά πεθάνουν πάνω στό τρυφερό πάτωμα. Σκίζει σέ λουρίδες τό πολύτιμο ρούχο του καί τά σκεπάζει. Σάν από χαλί, τά τυλίγει καί τά ζεσταίνει. Διατάζει τόν ήλιο: νά μήν χαθούν στόν αίώνα. Επειδή αυτά εί- ναι η εκτυφλωτική κληρονομιά τής γής. Λαμπεροί πολύχρωμοι αιωνόβιοι παπαγάλοι κρατιούνται από τούς στρογγυλούς της ώμους. Καθώς ταξιδεύει τά αποστηθίζει, κλείνοντας κάπου κά- που τά μάτια από τήν ηδονή. Είναι οι λέξεις της. Σάν αστέρια έχουν σκίσει τήν βαρειά μάζα τού σκοταδιού ευλογώντας την, ώστε αυτή μόνη μέσα στόν έρημο κόσμο νά έχει συγγενείς. Έσκυψα, καθώς περνούσαμε πάνω απ' τά νησιά τού Αιγαίου. "Νά καί τά δικά μας, αγάπη μου", είπα. ΤΕΛΟΣ ΔΕΚΑΤΟΥ ΟΓΔΟΟΥ Γιάννη Σ. Χρυσούλη "Οι σημειώσεις ενός ανθρώπου". Μέρος 18