ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ

ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟ

Τού γεγονότος, αβάσταχτου. Ίσως επειδή από μιά βαθειά συναίσθηση αδικίας παρατηρούσα τήν αδικία νά συμβαίνει. Αδίκησα, μπόρεσα νά καταστρέψω. Απ' αυτή τήν βαθειά επίγνωση αδικίας όταν οι άλλοι αδικού- νται αδικούν οι άνθρωποι. Μέ μιά κακία όργωνα τά εντόσθια τής ψυχής νά αιμορραγίσει. Τίς πιό φριχτές πράξεις τού αθώου μυαλού μου. Που μέ τήν ίδια αμερόληπτη ευεργεσία προικί- στηκε ώστε μπορεί καί τίς σκέφτεται, συνωμοτούσα. Όχι ά- γριες πράξεις καί αδέξια βία. Αλλά βλέποντας πίσω απ' τά βλέ- φαρα τό κλάμα γι' αυτό που χάνεται. Η αδικία είναι μιά εκδί- κηση. Που σχεδόν μέ μιά συγνώμη επειδή δέν μπορεί νά συγ- χωρήσει συμβαίνει. Από ένα βαθύ συναίσθημα δικαιωσύνης δέν μού επιτρέπεται νά ζητήσω συγνώμη. Νά παραμερίσω τήν ανθρωπιά. Δέν μπο- ρώ νά μήν είμαι ανελέητος μέ τόν εαυτό μου επειδή κι εγώ επι- θυμώ τήν συγχώρεση. Γιατί άν από μιά βαθειά συναίσθηση ανθρωπιάς σκοτώσω τόν δολοφόνο, τί είδους συναίσθημα θά επικαλεσθώ από τήν ανθρωπιά γιά τά θύματα; Λύπη; Οίκτο; Βιασμένα, καταστρεμένα στέκονται στήν άκρη. Μόνο η πιό ά- γρια. Η πιό λυσσασμένη εκδίκηση από τά ίδια τους τά χέρια, μπορεί νά ξαναφέρει μιά λάμψη στήν ζωή τους. Δέν υπάρχει α- νάπαυση γιά 'μάς. Ο δολοφόνος πρέπει νά μείνει ζωντανός. Εγώ καί τό κοριτσάκι μου σ' ένα μικρό διαμέρισμα στόν Λυκα- βητό. Είναι 3,5 ετών, δέν τόχω μαλώσει ποτέ, όλο γελά καί σάν χελιδόνι σκαρφαλώνει απάνω μου χωρίς φόβο. Τό πλένω, τό ταΐζω, τό βγάζω έξω μέ τό καθιστό καροτσάκι του, τού δεί- χνω τόν κόσμο. Από κάθε κακό μέχρι τώρα τό προστάτεψα, έ- χει πάρει πολύ θάρρος, κακά!, λέει μέ μιά πόζα, τσίσα!, κουνώ- ντας τά πόδια της καθώς τήν τσουλάω, πί! (αυτό είναι η πιπί- λα), οργώνουμε μόνοι μας τά προάστεια: Χολαργός, Αγία Πα- ρασκευή, Χαλάνδρι, καί θάλασσα: Φάληρο, Καλαμάκι, καί εκ- δρομές: Αίγινα, Πόρος. Ξαφνικά ένα μεσημέρι. Έχω μέρες νά κοιμηθώ καλά, προσπαθώ νά κλείσω τά μάτια μου, δέν μ' αφί- νει, παίζει, θυμώνω από έναν θυμό καταστροφικό, τό πρόσωπό μου, αυτό είναι τό πιό βασικό, τό πρόσωπό μου παραμορφώνε- ται, σάν κακιά μάσκα πάνω απ' τό δικό του προσωπάκι, μιά άλλη φωνή σφυρίζει άγρια στ' αυτάκια του, στήν αρχή τό παίρνει γιά παιχνίδι, γελάει, μού κρύβεται πίσω απ' τό μαξιλά- ρι, μά πατηκώνω τό μαξιλάρι απότομα, τραβάω τά σκεπάσμα- τα μέ κακία νά μέ δεί, ξαφνικά συνειδητοποιεί, σκεπάζει μέ τά χεράκια του τά μάτια του, κλαίει σπαραχτικά, ποτέ άλλοτε, πο- τέ άλοτε δέν θά 'μαστε όπως πρίν, ένας φόβος γι' αυτόν τόν άλ- λον έχει εγκατασταθεί στήν καρδούλα του, ίσως τόν σκεπάσω σιγά σιγά μ' αγάπη, ίσως τήν κάνω νά ξεχάσει αυτό τό άλλο πρόσωπο, μέ τόν καιρό θά γλυκάνει αυτός ο τρόμος, αλλά εγώ, αγάπη μου, εγώ πώς θά τό ξεχάσω; Ακόμα καί μετά είκοσι χρόνια λειώνουν τά γόνατά μου, γιατί εγώ ζώ τήν σκηνή πάλι καί πάλι χωρίς νά μειώνεται η έντασή της, τό μικρό πρόσωπά- κι νά προσπαθεί νά κρυφτεί, η συνειδητοποίηση ότι εγώ, ο λα- τρεμμένος, ο προστάτης από τούς ξένους κινδύνους, αυτός ο ί- διος που τήν έλεγε "αγάπη μου" καί τήν αγκάλιαζε τρυφερά, μπορώ νά γίνω ένας κίνδυνος γι' αυτήν σάν τούς άλλους, τό ράγισμα τού μέχρι τότε στέρεου κόσμου στό μυαλό της... Ξυπνάω λουσμένος στόν ιδρώτα. Καμμιά παναγιά. Καμμιά πα- ναγιά δέν έχει προβλεφτεί νά μάς ξεκάνει τρυφερά, δυστυχι- σμένοι μου. 14-7-1998 Υπάρχει ένα μόνο φύλο: οι άνδρες. Που σπαραχτηκά φέρει όλο τό βάρος. Επειδή με βαρειές. Μέ βαρειές μήτρες τόχουν μοιρά- νει από τήν σύλληψή του. Συλλαμβάνεται καί τό διαχωρίζουν σέ μητροφόρα θηλυκά που γίνονται βρέφη καί σέ άλλα στερη- μένα, παραπεταμένα αρσενικά. Στά θηλυκά ανοίγεται μιά δίο- δος που οδηγεί στήν μήτρα από ένα κοχύλι. Στά στερημένα μι- κρές αποθήκες σπέρματος μέσα σ' έναν σακούλι κρέμονται γε- λοία έξω απ' τό σώμα σάν ώριμο σύκο, χύνοντάς τό σπέρμα α- πό μιά τσουτσούνα όταν συνευρεθούν μέ τά θηλυκά. Πάνε καί κολλάνε στά θηλυκά καί βάζουν μέσα τους τήν τσουτσούνα νά φτάσουν στήν μήτρα. Τά θηλυκά γαργαλιούνται. Τραγουδάνε παθητικά τραγούδια γιά τήν μάνα γή. Σπαραχτικά φέρουμε τό βάρος. Τά θηλυκά ανοίγουν τό κοχύλι τους καί γεννάνε. Πάνε στό παγωμένο ποτάμι νά πλύνουν τό αρσενικό παιδί. Η μήτρα του μαραίνεται καί πέφτει. Τά θηλυ- κά τά τυλίγουν ζεστά γιά νά κρατήσουν τήν μήτρα. Στρατιωτικά μάς χωρίζουν. Στούς μισούς δίνουν αναισθητικό σάν αυτό που ρίχναν στόν πρώτο παγκόσμιο πόλεμο καί τούς ανοίγουν μιά τρύπα από ένα κοχύλι. Στούς άλλους δέν θέλω νά πώ τί τούς κάνουνε. Είμαι κι εγώ απ' αυτούς. Στό τέλος κρέμο- νται μερικά περισσεύματα κάτω από μιά τσουτσούνα. Μέ δοκίμαζαν γιά μήτρα. Είχα μικρή λεκάνη. Θά γινόμουν αρ- σενικός. Αρχισαν τήν διαδικασία αποθηλυκοποίησης. Καθόμαστε περίλυποι καί κοιτάμε τά θυλυκά. Τό ξέρουμε ότι τά βασανίζει μιά διαρκής αναγκαιότητα πλήρωσης. Πόσο εύ- κολη είναι γι' αυτά η ζωή. Δέν έχουν παρά νά 'ρθούν κοντά μας. Μέ είχε ξεμοναχιάσει ένα θηλυκό, τό κοχύλι του είχε ερεθι- στεί, μού τόδειχνε κατακόκκινο, μού χάϊδευε τήν τσουτσούνα, μέ προσκαλούσε νά φτάσω στήν μήτρα του. Μήν επιμένεις ε- ρεθισμένο θηλυκό. Η καρδιά μου σήμερα είναι βαρειά. Σκέ- φτομαι τήν μοίρα μας εμάς τών αρσενικών. Μέ μιά σκληρότητα, η μάνα μου μέ είχε πετάξει στό παγωμένο νερό. Μέ βούτηξε τρείς φορές γιά νά μού πέσει η μήτρα. Ο πα- τέρας μου στεκόνταν στρατιωτικά μέ μιά πετσέτα, κλαίγοντας καθώς τό ποτάμι κατέβαζε μεγάλα κομμάτια πάγου. Καθώς τά νερά άρχισαν νά μέ παρασύρουν μπουσούλησε μέ κόπο πάνω στό τελευταίο κομμάτι καί μ' άρπαξε απ' τά μαλλιά. Από κεί καί πέρα άρχιζαν οι καταρράχτες. Πρέπει νά είμαι ευγνώμων πρός τήν μάνα πατέρα; Αυτό τό θηλυκό η μάνα μου τό γέννησε απ' τό κοχύλι της μαζύ μ' εμένα. Αμέσως τό τύλιξε σέ ζεστές φασκιές καί τόβαλε στό στήθος της νά θηλάσει. Μάνα!, φώναξα, τά μάτια μου γεμάτα δάκρυα. Τό στήθος σου δέν είναι αρκετά μεγάλο καί γιά 'μένα; Δέν είμαι κι εγώ παιδί σου; Από ένα λάστιχο, μάνα μου, θά πί- νω ψεύτικο γάλα; Πώς μαζεύτηκε σ' αυτό τό θηλυκό όλη η α- γάπη σου; Αποτραβήχτηκα στήν γωνιά μου. Δέν σέ μισώ ευτυ- χισμένο θηλυκό. Δέν μπορεί νά πάει κανείς ενάντια στήν μοί- ρα. Μόνο εμάς τών αρσενικών μάς φέρθηκε σκληρά. Θά δώ κι εγώ τό αρσενικό παιδί μου νά υποφέρει, από τήν ίδια του τήν μάνα ριγμένο στό παγωμένο νερό, στερημένο από τήν μήτρα του; Μέ μιά στρατιωτική πετσέτα στά χέρια θά πέσω μπουσου- λώντας στούς πάγους νά τ' αρπάξω απ' τά μαλλιά καί νά τού σώσω τήν δυστυχισμένη του ζωή λίγο πρίν απ' τούς καταρρά- χτες, ενώ τό θηλυκό θά κουρνιάζει κιόλας ζεστό κι ευτυχισμέ- νο στό αγαπημένο του στήθος; Πολύ βαρειά είν' η μοίρα γιά 'μάς τ' αρσενικά. Πολύ βαρειά μάς σύντριψαν οι μήτρες. Πώς κάθονται τά θηλυκά τό απόγευμα στίς πόρτες τών σπι- τιών! Στρώνουν ένα χαλάκι στό πάνω σκαλοπάτι καί καρφώ- νουν μέ τά γατίσια μάτια τους τά ξένα αρσενικά που περνάνε. Τά δικά τους αρσενικά τάχουν κλείσει σ' ένα μπουντρούμι που τό λένε καφφενείο. Εκεί πίνουν καφφέ καί καπνίζουν καί μι- λούν συνέχεια γιά θηλυκά. Σάν σκλάβοι, καί μετά στό σπίτι τά θηλυκά τούς δέρνουν. Στό καφφενείο περηφανεύονται συνέ- χεια ότι δέρνουν τά θηλυκά τους, αλλά δέν ξέρουν τί τούς κά- νουν τά θηλυκά όταν κοιμούνται. Έ, ρέ καημένα αρσενικά τής επαρχίας! Αρκεί νά σηκώσουν τήν μπόλια τους, καθώς περνά- ω, γιά νά μού ρίξουν τό γατίσιο βλέμμα τους από τό πλατύ- σκαλο που κάθονται κουνώντας τό κεφάλι τους στόν θηλυκό ρυθμό τους. Αρκεί νά μού ρίξουν μιά ματιά γιά νά καταλάβω ποιός κυβερνάει τόν κόσμο. Πάει κι έρχεται η μήτρα τους μέ τ' αεράκι πλέκοντας τό δίχτυ. Τό δίχτυ μέ τό δόντι, γύφτο μου, τό δίχτυ μέ τό καρφί, μέ τό βαρύ σπιρούνι. Νά τό καρφώσουν στήν καρδιά τού αρσενικού τήν ώρα που θά σκύψει γιά νερό. Τήν ώρα που έχει τήν μπουκιά στό στόμα. Νά τού τό μπήξουν όταν τίς συλλογίζεται, τήν πιό γλυκειά στιγμή. Όταν φωνάζουν τ' όνομά του μέ τήν φιδίσια γλώσσα τους καί βάζουν τά χέρια του απάνω στά μεριά τους. 17-7-1998 Άνοδος. Κοιμόμουνα ιδρωμένος απ' τά πολλά ρούχα, αύριο θά σκαρφα- λώναμε στήν κορφή που στεφάνωνε τό βουνό, ήταν ένα λα- μπρό κόσμημα, γρανίτης μέ σκληρό χιόνι στά σκιερά μέρη, λουλούδια στήν μεριά τού ήλιου, απότομες καταβόθρες κρυμ- μένες από τά μάτια τών περίεργων μά φανερές σ' ένα εξασκη- μένο βλέμμα που παρακολουθούσε μέ σοφία τίς γραμμές του, τόσοι καί τόσοι είχαν πληρώσει εδώ μιά απρόσεκτη κίνηση, έ- να άσχημα υπολογισμένο βήμα, μιά ανόητη υπεροψία νίκης τήν τελευταία στιγμή, υπήρχαν ολόκληρες αποστολές παγιδευ- μένες ώς τόν οριστικό θάνατο τού τελευταίου τους στά αόρατα από τίς εξωτερικές χαρτογραφήσεις σπλάχνα του, δέν ξέραμε πού έμενε ίδιος γιά νά προειδοποιήσουμε, μικροί σεισμοί, ανι- χνεύσιμοι, αλλά απρόβλεπτοι, τόν άλλαζαν μέ μιά όχι σταθερή συχνότητα, πόσους καλούς φίλους δέν είχα χάσει επειδή ένα σχοινί δέν είχε αντέξει, επειδή τά δάχτυλά τους είχαν ανοίξει σ' ένα κράτημα, επειδή τό πέλμα τους γλύστρησε σ' έναν βράχο, τό γυμνασμένο τους κορμί δέν τούς είχε βοηθήσει στό κενό, η κραυγή τών αποκομμένων από κάθε στήριγμα ορειβατών: "α- ντίιιιοοοο...", μέ τήν οποία μάς αποχαιρετούσαν, αντηχεί πά- ντα μέ τήν ιδιαίτερη φωνή τού καθ' ενός στ' αυτιά μου. Αύριο θ' ανεβαίναμε στήν κορφή. Προσπάθησα νά κοιμηθώ. Η κραυγή τού παιδικού μου φίλου, αυτό τό θαρραλέο "αντίιιιοοο- ο...", μέ τήν οποία μάς αποχαιρέτησε όταν κόπηκε τό σχοινί του σ' ένα δύσκολο αιώρημα στήν τελευταία ανάβαση, μέ κρα- τά ξύπνιο. Έτσι θά χαθούμε όλοι μας μοίρα τών ανθρώπων; Πόσες ώρες; Είχαμε αρχίσει τά ξημερώματα. Η αρνητική κλί- ση μάς είχε χωρίσει. "Μήν κοιτάζεις τό χάος". Ο πρώτος κανό- νας τού ορειβάτη. Τί ήταν από πάνω μου; Ποιός μέ βοηθούσε; Βαρειά σύννεφα σκέπαζαν τήν κορφή. Τό τοίχωμα υπερβολικά γλυστερό, λές κι είχε βρέξει αίμα. Είχαμε καθηλωθεί γιά ώρες. Προσπάθησα νά πιώ λίγο νερό απ' τό παγούρι μου. Μού ξέφυ- γε. Τό άκουγα που χτύπαγε στά βράχια. Έγλυψα τήν βροχή. Είχε τήν γεύση μαλακού σκοταδιού. Έτσι θά αισθανόσουν στό στόμα σου τό τέλος. Είχα μείνει μόνος μου. Πού είχαν χαθεί οι αγαπημένοι μου σύ- ντροφοι; Κι αυτό τό σχοινί μου πώς γλυστράει! Ακούω τόν βράχο νά κλαίει τά ωραία κορμιά: "αντίιιιοοοο...", καί "αντίιι- ιοοοο...". Ένα κύμα παγωμένου αέρα μ' αρπάζει. "Άσε τό σχοι- νί", μού λέει. "Άσε τό σχοινι". Προσπάθησα απελπισμένα νά κρατηθώ. Θυμήθηκα... Δέν έβρι- σκαν ποτέ τίποτα σάν κατεβαίναν στήν ρίζα. Τί είχαν γίνει τά φτωχά ρημαγμένα κορμιά; Πού τά είχε σπρώξει ο άνεμος; Ένας ήλιος πάλευε μέ τά πυκνά σύννεφα. "Άσε με νά πεθάνω στό δικό μου φώς", ψιθύρισα. Ο ήλιος έγινε πελώριος. Αισθάνθηκα τό σχοινί στή μέση μου νά κόβεται πάνω στόν βράχο. "Έτσι είναι τό τέλος λοιπόν", σκέφτηκα. "Καιγόμαστε στό φώς". Στόν αναποδογυρισμένο κόσμο κάτι μέ χτύπησε μ' ένα μίσος. Τό ούρος μου τινάχτηκε απ' τόν φόβο. Σάν σκληρά χέρια μέ κράτησε η ζωή μιά στιγμή πάνω απ' τήν άβυσσο. Καθώς κρε- μόμουν μέ τό κεφάλι κάτω, έβγαλα τήν μελαγχολική πολεμική κραυγή τών ορειβατών. "Φταίς δέν φταίς, άν δέν μπορείς νά φωνάξεις θά πεθάνεις", εί- πε μιά ανακουφισμένη φωνή πίσω απ' τήν άσπρη μάσκα. "Είχε δίκιο ο Μπρέχτ. Κάν' του έναν καλόν κόμπο, νά μήν ντρέπεται όταν πηγαίνει γιά μπάνιο". Μέ λένε Ορειβάτη Γιάννη. 56 χρόνια. Γιατί, γιατί ύπνος; Μισώ τόν ύπνο. Μισώ τό κρεββάτι καί τά σεντόνια. Μερικές φορές δυό. Μερικές φορές τρείς. Αλλά δέν βαστάω άλλο. Πρέπει νά κοιμηθώ. Κοιμάμαι. Τό ίδιο όνειρο. Έχω καθηλωθεί γιά ώρες. Διψάω. Γλύφω τόν βράχο. Έχει γεύση μαλακού σκοταδιού. Έ- τσι τελειώνουν όλα, μοίρα τών ανθρώπων; Τό σχοινί στερεω- μένο στήν μέση μου. Ποιός τό κόβει; Ξαφνικά κομμένο. Ύστε- ρα η Άβυσσος. Ο αναποδογυρισμένος κόσμος. Κάτι μέ χτυπάει μέ μίσος. Νοιώθω τά χέρια τού φόβου στά σφυρά μου. Τό ού- ρος μου τινάζεται. Μετά η κραυγή. 56 χρόνια. 56 χιλιάδες νύ- χτες. Γιατί βλέπω ότι τό βλέπω. Ξυπνάω μέσα του. Προσπαθώ νά κρατηθώ από έναν κόμπο. Πέφτω μέσα του ουρλιάζοντας μ' έναν κόμπο στήν κοιλιά. Μέ λένε Ορειβάτη. Είχαμε καθηλωθεί γιά ώρες πάνω στήν Ά- για Λαύρα. Ένας καυτός Νοτιάς μάς αφάνιζε. Πήγα νά ανοίξω τά λουριά τής δερμάτινης κάππας που μέ προστάτευε. Τρυφερά δάχτυλα, τρυφερά δάχτυλα Άγιε Αντρέα, τά είχαν λύσει. Ή- μουνα γυμνός χωρίς νά τό καταλάβω. Από πάνω μου άναβε τό αβάσταχτο φώς τού Θεού. Προσπάθησα ν' αναπνεύσω. Ο αέ- ρας είχε γίνει πηχτός σάν σάλιο. Μόλις καί μπορούσα μέ δυ- σκολία νά πάρω μικρές ανάσες. Κι αυτό θά μάς τό στερήσεις τώρα, εκδικητικό πνεύμα; Γιατί δέν κόβεις καί τό σχοινί που μάς κρατάει; Μέ λένε Άγια Λαύρα. Ένας καυτός Νοτιάς μέ αφανίζει. Αλλί- μονό σου μικρό ζώο που μέ γδέρνεις μέ τά νυχάκια σου γιά νά βγείς απ' τό κοχύλι μου στόν κόσμο τών ανθρώπων. Δέν έχεις ακούσει πώς μεταχειρίζονται αδύναμα πλάσματα σάν κι εσένα; Όχι πως νά τό παινευτώ, αλλά είμαι η καλλίτερη αφαλοδέ- στρα. Κάνω τούς καλλίτερους κόμπους απ' όλες τίς μαμές στήν επαρχία μας. Ίσως καί πιό πέρα. Κάποτε δέν μέ παραδεχόντου- σαν οι άλλες. Τής μιάς ο άντρας ήτανε καπετάνιος. Συμφω- νείς, τής είπα, εδώ μπροστά σέ όλες νά δέσω τό καΐκι τού ά- ντρα σου στόν κάβο, καί νά δούμε άν θά τό λύσει τό πρωΐ; Χα- λάσανε πολύτιμη τριχιά γιά νά τό λύσουνε τήν άλλη μέρα, κι έφυγε καί τό ψάρεμα γιατί μεσημεριάσανε. Τρείς μέρες τήν έ- δερνε, κι όταν τήν γκάστρωσε μέ τόν γιό, φώναξε εμένα νά τήν ξεγεννήσω. Έτσι κέρδισα τήν πρωτιά. Βλαστημήστε με τώρα όμως χωριανοί, γιατί δέν μπορώ νά τό κάνω ζάφτι τούτο 'δώ. Τό έρραψα μέ τήν βελόνα καί τήν μεταξωτή κλωστή, κι άς μού σπάραζε τήν καρδιά έτσι που ούρλιαζε απ' τόν πόνο. Πρώτα δέν μπορούσα νά τό αφαλοκόψω γιατί μού στόμωσε τό καλλί- τερό μου ψαλλίδι, καί πήρα απ' τά ξυράφια τού αντρός της που ίσα ίσα, καί στομωμένα τ' άφισα κι αυτά. Μετά δέν δενότανε Παναγιά μου! Σάν τά σχοινιά που σκαρφαλώνουνε τά βράχια συμμαζευότανε πίσω. 21-7-1998 Σπλαχνικός Άγγελος Απαλά σήκωνε τήν σφύρα, τρυφερά σύντριβε τό μέλος, τά λευκά του φτερά αναπετάριζαν από τήν μεγάλη προσπάθεια τής κατεβασμένης από τον ουρανό πράξης, κάθονταν στό προ- σκέφαλο ώστε νά συνέλθει ο λυπημένος, τού χάιδευε μέ τά δροσερά του χέρια τό πρόσωπο, "τελειώσαμε;", ρωτούσε εκεί- νος κάνοντας μιά κίνηση σάν γιά νά ξεφύγει, "πόσα χέρια έχω πιά;". Πολεμούσα Πού; Νησί. Πανέμορφο. Τό υπερασπιζόμαστε μέ ηρωϊσμό. Αλλά χωρίς υποστήριξη. Έχουμε μείνει μόνοι νά μήν αφίσουμε νά τό πατήσουν. Μάς είχαν κλείσει ανάμεσα σέ δυό λόφους. Βαθειές χαράδρες δεξιά κι αριστερά. Μεγάλες πέτρες που εμπόδιζαν τά Τάνκς νά μάς πλησιάσουν. Αλλά γιά πόσο; Ένα μικρό πέρασμα γιά τούς τραυματιοφορείς. Τό πυροβολικό, πίσω μας, χωρίς πολεμοφόδια. Τά αντιαεροπορικά έχουν στα- ματήσει. Περιμένουμε τίς ναπάλμ. Ένα Τάνκ ξεπροβάλλει απότομα μέσα απ' τήν χαράδρα -πολύ δύσκολος δρόμος, πολύ ικανός οδηγός, πολύ μίσος-, τά βαρειά του πολυβόλα ψάχνουν γιά ακάλυπτη σάρκα, άν τό αφίσουμε νά προχωρήσει είμαστε χαμένοι, "Νίκο πρόσεχέ μου τά παι- διά!", φωνάζει ο Λοχαγός στόν Υπολοχαγό, αρπάζει μιά α- ντιαρματική καί βγάζοντας τό κράνος γιά νά μήν τόν εμποδί- ζει, ορμάει μέ ζίγκ-ζάγκ, κάνοντας τούμπες, πηδώντας βρά- χους, ουρλιάζοντας, πάνω στό τεράστιο ερπετό που προσπαθεί νά τόν πετύχει μ' ένα φράγμα ριπών, βλέπουμε τό ένα χέρι του νά κρεμάει ξαφνικά, στήν πλάτη του ανοίγει μιά τεράστια τρύ- πα αφίνοντας τήν στολή κουρελιασμένη στίς άκρες καί τά σπλάχνα του μιά θλιβερή απουσία, έχει πάρει τήν φόρα που ή- θελε αλλά οπισθοχωρούν, προσπαθούν νά τού χτυπήσουν τά πόδια, λίγα μέτρα πιό κεί απ' όπου πρέπει νά φτάσει η αντιαρ- ματική εκρύγνυται κομματιάζοντάς τον. Αντίο! Αντίο!, γενναίε Λοχαγέ. Υπάρχει όμως κι ένα ΠΑΟ δικό μας που οι χειριστές του βρίσκουν τήν ευκαιρία νά τό στρέψουν σωστά... Αντίο ξέ- νοι πολεμιστές τού Τάνκ. Οδομαχίες. Πρίν δυό μέρες σ' ένα παραλιακό χωριό. Είχαμε στήσει ενέδρα. Ο λόχος είχε πιάσει τά εγκαταλειμμένα σπίτια. Κρυμμένοι, τούς βλέπαμε νά μπαίνουν στούς δρόμους χωρίς α- ντίσταση, απρόσεκτα. Μετά κλείσαμε τίς εξόδους μέ ξαφνικές ριπές οπλοπολυβόλων. Μετά οι χειροβομβίδες. Δέν μπορούσαν νά βρούν άδειο σπίτι νά κρυφτούν. Τέλος, ζαλισμένους ακόμη, είχαμε σπρώξει μιά ολόκληρη διμοιρία στούς τοίχους κάποιου παλιού υδραγωγείου. Ο Λοχαγός κοίταξε μέ τά κυάλια τήν α- κτή. Τά αποβατικά ξαναγέμιζαν από τά πλοία. "Πρέπει νά φύ- γουμε", φώναξε σιγανά. "Αλλά δέν θ' αφίσουμε τούτους 'δώ. Επειδή όμως εμείς δέν είμαστε εγκληματίες, εμπρός, άντρας μ' άντρα!". Βάλαμε τίς ξιφολόγχες καί τούς ορμήσαμε. Είχανε κι αυτοί περασμένες ξιφολόγχες, ύπουλο όπλο, όταν τρυπήσει καί βγεί, τά χείλη τού τραύματος κλείνουν εντελώς, κρατούν τό αί- μα μέσα, άν δέν πεθάνει αμέσως ο χτυπημένος, αργότερα, από εσωτερική αιμορραγία θά χάσει τόν κόσμο, θά πέσει στό χώ- μα. Αποκρούω, χτυπάω, τρυπώ. Αποκρούω, χτυπάω, τρυπώ. Ήταν ένας μ' ένα ωραίο γυμνασμένο κορμί αλλά φοβισμένος, τόν κυ- νηγούσα σκαρφαλώνοντας τήν πλαγιά, είχε πετάξει τό όπλο του, τούχα ξεσκίσει τό πουκάμισο προσπαθώντας νά τόν πιά- σω, σκόνταψε σέ μιά πέτρα, έπεσε μέ τά χέρια ανοιχτά, τόν κάρφωσα πέρα πέρα στόν γυμνό του αφαλό, ώχ μάνα μου, εί- πε. "Ώχ μάνα μου", είπε σέ μιά ξένη γλώσσα. Ευσπλαχνικέ Άγγε- λε, ήταν ένας ορειβάτης! Ήταν ένα δικό μας παιδί, ένας σύ- ντροφος που 'χε ανέβει σέ μιάν Άγια Λαύρα! Έσκυψα στ' αυτί του, "αντίο", ψιθύρισα, "αντίο". Κάθομαι καί σκέφτομαι τόν αληθινό εχθρό καί τά σπλάχνα τού λοχαγού καί τόν ορειβάτη κι ακούω τά αεροπλάνα. Ναπάλμ. Η ρίζα της μοιάζει σανσκριτική καθώς τό μεγάλο αυγό περιχύνει τήν φωτιά απάνω μας. Βάζω τό πιστόλι στό στόμα μου και τραβάω. Τόσο φτωχός ο ουρανός! Μόνο ένα κρεββάτι μπορεί νά σού προσφέρει. Φώναζα καθηλωμένος γιά ώρες, ο ευσπλαχνικός Άγγελος μού χάϊδεψε μέ τά δροσερά του χέρια τό πρόσωπο καί σηκώθηκε. Τρυφερά μού χαμογέλασε, κρατώντας απαλά τήν μεγάλη σφύρα σάν μωρό στήν αγκαλιά του κι άνοιξε τίς φτε- ρούγες του. Συντριμμένα μέλη. Κομμένο σχοινί. Καληνύχτα ο- ρειβάτη. ΤΕΛΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΥ Γιάννη Σ. Χρυσούλη "Οι σημειώσεις ενός ανθρώπου". Μέρος 20