ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗ ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ (Αλλαγή Μπλόκ) : (26-11-1993) - (14-7-1994) Αξιαγάπητα πλάσματα. Είναι δυνατόν αυτός ο κόσμος νά φιλοξενήσει; Μικρές, τρυφερές υπάρξεις, τόσο διαφορετικές από τήν δικιά μου ουσία κι όμως τόσο συγγενείς· πράξεις που ταξιδέψατε: ένα χάδι, ένα φιλί, ένα γοργό βλέμμα πό- θου, μιά αστραπή μίσους καθώς κάτι αγαπημένο παρασύ- ρεται, τά κουρέλια κάποιας εκδίκησης, η λυπημένη έκφρα- ση μιάς απελπισίας που αναγκάστηκε νά χτυπήσει μιά καρ- διά, σφιχτείτε επάνω μου, αγκαλιάστε με, δέν υπάρχει σπίτι γιά μάς, εκείνο, θυμάμαι, έκλεισε τρομαγμένο τίς χαλαρές ραφές που πίσω τους άκουγε τό μυαλό, ούρλιαξε γιά μιά στιγμή καθώς ο νούς γέμισε τά μάτια χώμα, χτύπησε τά χέ- ρια στόν αέρα καί σωριάστηκε, από τόν αφαλό τό είχαν αρ- πάξει, ο κόσμος τού ήπιε τή ζωή μέ μιά γουλιά. "ΚάΓΙΑ"
ΓΙΑΝΝΗ Σ. ΧΡΥΣΟΥΛΗΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ (Αλλαγή Μπλόκ) : (26-11-1993) - (14-7-1994) 26-11-93 1. Η ζωή μας -καί θά μού επιτραπεί βέβαια αγαπητοί, νά μήν αισθάνομαι ιδιαίτερα ευτυχής έχοντας αναλάβει τήν υποχρέ- ωση νά μιλήσω γι' αυτό τό τόσο θλιβερό ζήτημα-, η ζωή μας λοιπόν σάν κατ' εξοχήν βλαβερή σχέση ανάμεσα στήν συνεί- δηση καί τόν φορέα της -εναντίον ποίου θά ήταν δύσκολο νά αποφασίσει κανείς, σήμερα ίσως περισσότερο από ποτέ άλλοτε, μιά καί τά όρια μεταξύ τους όχι απλώς συνεχίζουν νά παραμένουν εξαιρετικά ασαφή, αλλά καί επειδή αυτή η ί- δια η πολικότητα τού συστήματος: συνείδηση - φορέας + πε- ριβάλλον, όπως ισχυρά διορατικές εργασίες έχουν πρόσφα- τα σχεδόν αποδείξει, μεταβάλλει θά λέγαμε τίς προθέσεις της νά τήν αναγνωρίζουν κάθε φορά, ώστε ποιός είναι ποιός νά αναιρείται σάν αναμενόμενη απόφαση, κατ' επέκταση, α- πό τά ίδια τά χρονικώς προηγούμενα αποτελέσματά της, καί μάλιστα μέ μιά καθόλου εναλλασσόμενη γραμμική περιοδι- κότητα αλλά ίσα ίσα μέ μή ανιχνεύσημες πρός τό παρόν, δυ- νατές όμως καί γι' αυτό ορθώς υποτιθέμενες, οιδιπόδειες εκ- φορτίσεις, που τήν ένταση καί τόν λόγο τους μόνον αθώοι σάν κι εμάς μπορούν νά εκτιμήσουν αδέρφια μου-, ανήκει μέν στήν κατηγορία τών φαινομένων τών οποίων η προέ- λευσις εξακολουθεί νά μάς βασανίζει ως ερώτημα, αλλά ου- σιαστικά ανοίγει τήν μεγάλη οικογένεια τών φάσεων που στήν διάρκειά τους τό υποκείμενο ως παρατηρητής δέν ανα- γνωρίζει τήν γενεσιουργό λειτουργία τών πράξεων οι οποί- ες, έχοντας αναλάβει τήν ευθύνη του, τό προσδιορίζουν ως τέτοιο. 2. Ο πελαργός είχε επιτέλους γίνει φίλος μου. Στίς συχνές μας συναντήσεις, εκείνον τόν καιρό, προσπαθούσε νά μού ε- ξηγήσει γιατί ήταν αδύνατον νά μέ είχε αφίσει σέ κάποιαν άλλη καμινάδα καί σέ μιά διαφορετική στιγμή, υποστηρίζο- ντας μέ τόσο ζήλο τά επιχειρήματά του ώστε είχα ήδη κλο- νισθεί. Έπρεπε λοιπόν νά πεισθώ ότι κανείς άλλος εκτός από εσάς καί μόνον εσάς, αγαπητοί μου γονείς, δέν θά μπο- ρούσε νά ήταν εκεί γιά νά μέ υποδεχθεί, εκείνη τήν μοιραία γιά όλους μας νυχτερινή ώρα, εσάς απ' όλους τούς ανθρώ- πους που είχαν ίσως ζητήσει, είχαν ίσως αγωνισθεί, είχαν ί- σως παρακαλέσει νά τούς γίνει μιά τέτοια χάρη. Γιατί; Τί σάς έκανε άραγε νά ξεχωρίζετε από τά υπόλοιπα πλάσματα; Στήν διάρκεια τής μακρυάς περιόδου που ζήσαμε μαζύ, κάθε φορά που η σχεδόν ανελλιπής παρουσία σας μού επέτρεπε, σέ κάποιο κενό της, νά συλλογισθώ ελεύθερα, προσπαθούσα νά ανακαλύψω αυτό που πίστευα απόλυτα ότι κατέχετε, ε- σείς μόνοι, καί που σάν ένα είδος δώρου γιά τήν κατοχή του σάς είχε επιτραπεί αυτό τό τόσο ιδιαίτερο ραντεβού. Μήπως ήμουν εγώ; Θέλω νά πώ, μήπως η εκ τών υστέρων παρουσία μου ανάμεσά σας, δημιουργούσε μιά εκ τών προτέρων ιδιαι- τερότητα... 3. Δέν θά καθήσω νά περιγράψω εδώ πώς έμαθα νά ξεχωρί- ζω τίς στιγμές που ήσασταν σιωπηλοί. Τί είναι η σιωπή; Είναι δυνατόν νά χαϊδεύει κανείς τόν εαυτό του τρυφερά, έ- χοντας ξαναπεράσει τό χέρι του πάνω από τό όργανο που βα- θιά μέσα στήν σάρκα του μιά στιγμή πρίν τόν πονούσε -όχι μ' αυτόν τόν τιποτένιο σωματικό πόνο, αλλά μέ τήν άρνησή του νά προσδιορίσει τήν θέση του-, καί μέ τήν τέχνη ενός α- γαπημένου νά γεμίζει ξανά μέ ουσία, ίσως καινούργια εντε- λώς, τό κενό εκείνου, εγκαταλείποντας στήν τυχαία λει- τουργία του τόν υπόλοιπο κόσμο που αφουγκράζεται μέ προσοχή... Υπάρχει ένας δισταγμός εκεί, στήν άκρη τών θο- ρύβων, μιά σύγχυση στά δεξιά καί τά αριστερά πράγματα, μερικές λέξεις που περιμένουν ήσυχα βυθισμένες κάτω απ' τήν βαρειά μάζα όσης φωνής ξανάπεσε πίσω, μέσα στήν πληγή που λέμε στόμα, κομμένη από τά δόντια που τόν αλη- θινό τους σκοπό δέν έχει υποψιαστεί κανείς, ενώ τό στενό βλέφαρο τού μυαλού ανοιγοκλείνει θαμπωμένο στό μέτωπο γράφοντας πάνω απ' τά μάτια μέ τό δάχτυλό του τήν πράξη που πρέπει νά εκτελεσθεί... 16-12-1993 4.Πού ετοιμάζονται οι λέξεις; Μερικές είχαν πλακωθεί από τήν βαρειά μάζα τής φωνής καθώς εκείνη έπεσε πρός τά πί- σω μετά τό απότομο κλείσιμο τών δοντιών καί σέρνονταν τώρα στήν τραχειά επιφάνεια τής γλώσσας ανάμεσα σέ άλ- λες που δέν είχαν προλάβει νά βγούν από παλιότερες φορές. Τό άλλοτε διακριτικό κυμάτισμα τών νοημάτων που υπεν- θύμιζαν τήν παρουσία τους μετά από μιά στιγμή π.χ. αφηρη- μάδας καί που μού επέτρεπε νά τά ξεχωρίζω καί νά τά τα- κτοποιώ, είχε τώρα μετατραπεί σ' ένα βάρβαρο λυσσασμένο σπρώξιμο που αδυνάτιζε επικίνδυνα τό κρανίο μου, ένοιωθα τά τοιχώματά του νά λεπταίνουν από τήν φοβερή εσωτερική πίεση, οι παλιές ραφές μόλις άντεχαν, φώναζα μέ αγωνία, είχα κιόλας δαγκώσει τήν γλώσσα μου, σάν αστραπή οι λέ- ξεις που δέν καταλάβαινα πιά έφευγαν σάν τρομαγμένα που- λιά απ' τό στόμα μου, μόλις κατάφερνα νά αναπνέω, όπως μιά ζώνη είχαν σφιχτεί γύρω στόν λαιμό μου, έπρεπε νά τά διώξω, σάν τά άγρια σκυλιά, σάν τό κοπάδι ξεπήδαγαν απ' τό λαρύγγι μου, ό,τι δέν είχα σκεφτεί, ό,τι τόσα χρόνια θά μπορούσε νά γίνει σκέψη καί τό 'χα περιφρονήσει γιά μιά η- δονή, έπαιρνε γελώντας τήν εκδίκησή του φτιάχνοντας χί- λιες παραλλαγές... Ποτέ δέν βγήκα απ' τό μυαλό μου, κι άς τό 'χω μερικές φο- ρές καυχηθεί συντροφικότατοι φίλοι μου, όλη η ζωή μου ε- δώ μέσα έχει περάσει, δέν έχω παράπονο πιά, τά τρία τέταρ- τα τής μέρας έβλεπα τόν κόσμο πίσω απ' αυτά τά στρογγυλά τζάμια, κι όταν έκλειναν άναβα τό φώς -είναι παράνομο, μά κι εσείς θά τό 'χετε καταφέρει μέ λίγη εξάσκηση φαντάζο- μαι-, καί προσπαθούσα νά βρώ καμμιά πόρτα. Έ! λοιπόν εί- ναι απίστευτο: δέν υπάρχει! Πώς όμως υπάρχω εγώ μέσα ε- δώ, ποιός μ' έφερε καί γιά ποιόν σκοπό, αυτό είναι άγνω- στο. Τήν δουλειά μου τήν ζήλεψαν πολλοί. Θά μπορούσαν όμως νά τήν κάνουν μέ τήν ίδια επιδεξιότητα; Πολύ αμφιβάλλω. Άλλωστε πού μπορεί νά βρεί κανείς ένα τέτοιο αισθητήριο; Τά αισθητήρια δέν αγοράζονται στό παζάρι. Χρειάζεται μιά ολόκληρη ζωή γιά νά πεισθείς ότι δέν είναι αυταπάτη. Ότι τό έχεις. Στό μεταξύ χάνεται χρόνος. Πρέπει νά τό καλλιερ- γήσεις. Πρέπει νά εργαστείς επάνω του: γιατί εδώ πρέπει νά μπεί αυτή η λέξη κι όχι η άλλη; Τήν απάντηση μόνο αυτό μπορεί νά τήν δώσει: κάθεσαι καί περιμένεις καί νά! Ξαφνι- κά στήν έχει κιόλας στείλει. Ξαφνικά ξέρεις. Τό νόημα μπο- ρεί νά αποδοθεί. Τί κι άν μέσα σ' αυτό τό στενό κελί ξοδεύε- ται η ζωή μου; Αλήθεια σέ τί άλλο θά μπορούσε νά είναι χρήσιμη; Οι έννοιες τών λέξεων, οι συνδυασμοί τους γιά τόν σχηματισμό μιάς φράσης, τό νόημα τών φράσεων που ό- λες μαζύ πρέπει νά δίνουν τό κεντρικό νόημα τής αρχικής πρόθεσης. Πρίν ανοίξει τό στόμα νά μιλήσει, όλ' αυτά περι- μένουν έτοιμα νά βγούν. Πρέπει νά κανονισθεί η σειρά τών λέξεων, η ένταση καί η χροιά τους, η διάρκεια τών κενών διαστημάτων, τό είδος τού λόγου, η έκφραση τού προσώπου, οι χειρονομίες, η στάση τού σώματος, ο συναισθηματικός α- ντίκτυπος απ' αυτό που θά ακουστεί στά σπλάχνα, στόν ρυθ- μό τής καρδιάς, στήν τάξη αυτών που ήδη έχουν ετοιμαστεί νά ακολουθήσουν... Ποιός άλλος μπορεί νά τά κάνει αυτά; Ποιός μπορεί νά παρακολουθήσει τήν ταχύτητα μέ τήν οποί- α συμβαίνουν; Νά τήν φτάνει; Νά προηγείται διαρκώς; Νά προετοιμάζει εγκαίρως τήν επόμενη επιλογή; Έχω εγκατασταθεί ψηλά, στό μέτωπο αυτού τού τεράστιου όντος. Μή μέ ρωτήσετε πώς συνέβη αυτό· είναι κάτι που δέν ανεκάλυψα ποτέ. Ξαφνικά βρέθηκα εκεί. Λές καί μ' είχαν πετάξει. Απ' όλο αυτό τό πελώριο πλάσμα μόνο ένα σκουπί- δι περίσσεψε. Κουνάει τό χέρι του μπροστά στό πρόσωπό του νά μέ διώξει. Γιατί θέλουν νά μέ διώξουν; Σέ ποιόν ανήκει αυτός χώρος; Δέν είμαι εγώ που περισσεύω. Αντίθετα κάποιοι άλλοι που ούτε νά μιλήσουν δέν έχουν μάθει ακόμα, δέν ξέρουν νά προ- σανατολισθούν. Αντί νά αναπτυχθούν πρός τά έξω ή νά στα- ματήσουν επιτέλους νά τρών, παχαίνουν πρός τά μέσα ενο- χλώντας με. Πού θέλουν δηλαδή νά πάω; Δέν αντιλαμβάνομαι τό μέγεθός μου, αυτό είν' αλήθεια, ή ί- σως θά ήταν καλλίτερα νά πώ ότι δέν προλαβαίνω νά τό α- ντιληφθώ, η σάρκα που δημιουργείται συνεχώς ρίχνεται στό μυαλό, καί μόνο μερικές φορές όταν θυμώσει καί δέν θέλει νά φάει αρχίζω νά μεγαλώνω -ήσαν περίοδοι που πάχαινα τόσο πολύ ώστε παρακαλούσα νά τού περάσει ο θυμός κι άς έτρωγε τόσο άτσαλα κόβοντας μεγάλες μπουκιές λίπους... Μέ πάχαιναν γιά τό μυαλό, έκοβαν τεράστια κομμάτια λί- πους καί τού τά πέταγαν καθώς ούρλιαζε από ευχαρίστηση μέσα στήν τρύπα του. Στήν τρύπα του τό μυαλό ούρλιαζε από πείνα. Έσκυψα νά δώ καλλίτερα. Τά νύχια του τινάχτηκαν στό πρόσωπό μου. Καθώς μέ τράβαγε μέσα άκουσα τήν παιδική του φωνή: "έ- ξω, έξω". Πήδηξα μέσ' στήν τρύπα. Είχε μαζευτεί στήν γωνιά κι έσκι- ζε μέ τά βρώμικα νύχια του κάτι μεγάλα κομμάτια σάρκας. "Κάπου σέ ξέρω εσένα", μούγκρισε καθώς μάσαγε. Καθώς μάσαγα τόν είδα νά πηδάει μέσα. "Κάπου σέ ξέρω ε- σένα", είπα τρώγοντας τό τελευταίο κομμάτι. Μέ ταΐζουν καλά. Δέν παραπονιέμαι. Αλλά πότε θά μεγα- λώσω; Είμαι εδώ μέσα, σέ μιά τρύπα, τόσον καιρό. Τί περιμένουν από μένα; Γιατί μέ κρατούν εδώ μέσα; Δέν ήρθε ακόμα ο καιρός νά βγώ έξω; Έ, ξένε! Σέ σένα μιλάω. Σ' έχουν στείλει εκείνοι; Γιά πλη- σίασε μέ τό μήνυμα. 26-12-1993 5. Είμαι εγώ αυτός που χτυπά τίς πόρτες τών άλλων; Χτύ- πησαν τήν πόρτα μας κι ούτε νά σού πιάσω τό χέρι μ' άφι- σαν, δέν πρόλαβα νά γυρίσω νά σέ κοιτάξω... Ήσουν εκεί ό- λον αυτόν τόν καιρό; Πώς θέλουν νά βγώ μόνος μου έξω; Έξω δέν έχει κανέναν νά μιλήσω, κι έχω τόσο συνηθίσει τήν γλυκειά σου φωνή, είχα φτάσει πιά νά μήν τήν ακούω, τόσο δικιά μου είχε γίνει στό τέλος ώστε νόμιζα ότι μίλαγα ο ίδιος στόν εαυτό μου, ότι απαντούσα εγώ στίς ερωτήσεις μου, κι ίσως γι' αυτό έπαψα σιγά σιγά νά φοβάμαι ότι μπο- ρώ νά σέ χάσω, ότι μπορεί νά βρεθώ απροετοίμαστος, ότι ί- σως αύριο αυτό τό στενό δωμάτιο δέν θά μάς χωρούσε πιά, καί τότε θά μάς χτυπούσαν τήν πόρτα, τότε, εκείνη τήν στιγ- μή, καθώς τό σώμα μου αισθανόταν επιτέλους τήν παρουσία σου, τό χέρι μου είχε αρχίσει νά κινείται πρός τό μέρος σου, τά μάτια μου έστρεφαν πρός τήν τρυφερή μορφή σου, θά α- κούγονταν αυτός ο ήχος που θά μού απαγόρευε νά σέ φτάσω, αυτή η τυφλή προσταγή που επέστρεφε μέ καλοσύνη: "Είσαι μόνος. Μόνος!". Ποιός είναι μόνος αγάπη μου; Εγώ πρίν α- πό λίγο σού χτύπησα τήν πόρτα! Είμαι εγώ που χτύπησα τήν πόρτα σου. 29-12-1993 Γιατί μάς γέννησε; Δέν θέλω νά φανώ ασυνεπής, θά πεθάνω στήν ώρα μου -κι εσύ γλυκό μου μήν στραβομουτσουνιάζεις- , ούτε πρόκειται νά χρησιμοποιήσω σάν πρόσχημα αυτό τό γελοίο ερώτημα, άν καί θά σεβαστώ αυτόν που τό θέτει -σέ μιά φιλοσοφική καριέρα, όσο κι άν τούς ανατριχιάζει, δέν γυρίζουν τήν πλάτη, τήν χαιρετούν ευγενικά: έχει κι αυτή τό πόστο της καί θά μπορούσε νά μάς προσβάλλει-, ούτε θά υπερασπίσω καμμιά σχέση σάν ιδιοκτήτης. Σάν ιδιοκτησία της θά τήν υπηρετήσω; Όχι. Θά τήν αναγνωρίσω μήπως σάν σχέση μεταξύ ίσων; Δέν υπάρχει τέτοιο σχήμα. 2-1-1994 Η συνέπεια ήταν από ανέκαθεν τό αριστοκρατικότερο χαρα- κτηριστικό τού είδους μας. Ο Κόσμος -ένας αυστηρός κρι- τής- ποτέ δέν μάς κατηγόρησε γιά μειωμένη ευαισθησία απέ- ναντι στήν δύσκολη αντίληψη τής χρονικής, ως επί τό πλείστον, ιδιαιτερότητας αυτής τής σπουδαίας συμφωνίας ανάμεσά μας. Αντίθετα: περιμέναμε. Δέν μάς περίμεναν. Καί μάλιστα δέν μάς περίμεναν έτσι! Δέν θά ασχοληθώ εδώ μέ τήν γέννησή μου. Δέν μέ αφορά πιά εφ' όσον συνέβη. Εγώ... δέν υπήρχα τότε. Άλλωστε είναι ενοχλητικό αυτό τό προβάδισμα. Τό 'χει πάρει απάνω της. Σάν γενικό φαινόμενο βέβαια είναι τόσο συχνή όσο ο θάνα- τος, χωρίς όμως καθόλου νά τόν προϋποθέτει, ενώ γι' αυτόν εκείνη είναι η απαραίτητη προϋπόθεσή του. Ο θάνατος σάν γενικό φαινόμενο είναι τόσο συχνός όσο η γέννηση. Σάν ένα εξαιρετικά ειδικό φαινόμενο που αφορά α- ποκλειστικά στόν καθέναν από μάς, χρειάζεται μιά ποσότη- τα ζωής. Αντίθετα από όλα τά πράγματα στόν κόσμο είναι απίστευτα ολιγαρκής, χωρίς νά αρνείται από τήν άλλη με- ριά ένα καλοστρωμένο τραπέζι. Όντας ένα πρόσωπο ώριμο γιά τά δόντια του, μά κι απ' τήν άλλη καθόλου πρόθυμος νά εγκαταλείψω τήν μοναδική ύπαρξή μου, προσπαθώ νά πεί- σω τόν Κόσμο ότι αυτό τό ραντεβού -στό οποίο πρέπει νά εί- μαι απόλυτα συνεπής- δέν χρειάζεται νά βιαστεί νά τό ορί- σει: ίσα ίσα εγώ ίσως τού χρειάζομαι περισσότερο ζω- ντανός. Ως ετοιμοθάνατος έχω ορισμένες απαιτήσεις. Μέσα στήν απίστευτη ζωή ο ετοιμοθάνατος προχωρούσε κοιτάζοντας γύρω του μέ θαυμασμό. "Ώστε έτσι είναι λοι- πόν!", είπε. Ο θάνατος δίπλα του θέριζε. Ο θάνατος δίπλα μου θέριζε. "Είστε πολύ μεθοδικός", τού είπα μέ θαυμασμό. "Θέλετε νά σάς πώ πότε είναι η σειρά σας;", απάντησε χαμογελώντας. "Μέ έχουν κιόλας προειδο- ποιήσει", είπα ανατριχιάζοντας. "Μήν ανησυχείτε. Θά είμαι συνεπής". "Δέν είμαι τόσο κακός όσο μέ περιγράφουν μερι- κοί", είπε αρπάζοντας κάτι που προσπαθούσε νά ξεφύγει μπουσουλώντας απ' τό πλάϊ. "Καλλίτερα νά κλείσετε τ' αυ- τιά σας όμως τώρα. υπάρχουν σπάνιες ομορφιές γιά τίς ο- ποίες δέν έχει συνήθως κανείς τόν χρόνο νά προετοιμαστεί αισθητικά καί πάνε χαμένες καί κακώς εννοούμενες". "Μι- λάτε γιά τήν στάση που μπορεί νά κρατήσω καθώς θά μέ ξε- σκίζετε;", ρώτησα κοιτάζοντας μέ γουρλωμένα μάτια αυτό που συνέβαινε μπροστά μου. "Ακριβώς", είπε καί μού γύρισε τήν πλάτη. Η γέννηση γενικά είναι ένα φαινόμενο που τό έχει πάρει πο- λύ επάνω του. Είναι κακιά. Δέν εξαρτάται από τόν θάνατο, αντίθετα εκείνος τήν προϋποθέτει, αλλά τί σχέση έχει μέ τήν ζωή; Είναι η είσοδος σ' αυτή, αναμφίβολα, αλλά εκεί ο ρόλος της έχει κιόλας τελειώσει. Τό παιχνίδι, τό σπουδαίο παιχνίδι, αρχίζει μετά: η ζωή δέν μπορεί νά επιστρέψει στήν γέννηση αναιρώντας την, έχει αποκτήσει αμέσως κιόλας μιά προσωπικότητα η οποία ορμά πρός τά εμπρός αλλάζο- ντας μέ τέτοια ταχύτητα καί τόσο γοητευτικά ώστε τήν ακο- λουθεί χωρίς νά προλάβει νά ρωτήσει καί τρέμοντας μήν τήν χάσει: η σχέση ανάμεσά τους γίνεται τόσο μοναδική ώ- στε η γέννηση μετά από λίγο έχει σχεδόν εντελώς ξεχαστεί, ο δρόμος που ανοίγουν καί οι δυό μέσα στό τελείως απροσ- δόκητο τοπίο έχει όλα τά χαρακτηριστικά τής μεγάλης ηδο- νής που υπόσχεται αυτός ο κόσμος... Η προσωπικότητα τρέχει λαχανιάζοντας πίσω απ' τήν ζωή της που γοητευμένη απ' τό απροσδόκητο τοπίο ανοίγει απρό- σεκτα έναν τυχαίο δρόμο γεμάτον όμως στ' αλήθεια απ' τίς μεγάλες ηδονές που τής υπόσχονταν ο κόσμος πρίν τήν πα- ρασύρει μέ τήν γέννηση... Πρέπει νά τό παραδεχτούμε: γιά τήν προσωπικότητα ο θάνα- τος είναι μιά ανακούφιση, μιά σπλαχνική πρόβλεψη τής μοίρας, που σταματάει τό τρελλό τρέξιμο τής ζωής. Ποιός προετοίμασε αυτό τό ραντεβού μέ τόν θάνατο; Άν δέν φοβόμαστε τόσο πολύ, ίσως τόν είχαμε συναντήσει. Σκαρφάλωσα στήν μάντρα -γιά έναν πιτσιρικά σάν εμένα, προπονημένο στά δέντρα, δέν ήταν τίποτα- καί κοίταξα τά λαμπερά χρώματα τής οθόνης... "Δέν ντρέπεστε!", ακούστη- κε μιά βροντερή φωνή που μ' έκανε νά γκρεμοτσακιστώ στό χώμα, "στήν ηλικία σας! Αντί νά πίνετε ήσυχα μέ τούς άλ- λους τό χαμομήλι σας στήν γωνιά σας". Δέν ήταν τίποτ' άλλο παρά χρώματα. Χρώματα! Σάν αστραπή βρέθηκα στήν κορφή τής μάντρας. Καβάλησα τήν μυτερή της πλάτη καί σήκωσα τό κεφάλι. Μιά ματιά. Ένα βλέμμα. Έζησα τόσα χρόνια ήσυχα μόνο καί μόνο γι' αυτή τήν στιγμή. Γιατί νά μέ προσέχουν εμένα; Τούς είχα ξε- γελάσει, τό καταλάβαινα. Κοίταξα τήν λαμπερή οθόνη. Δέν ήταν παρά χρώματα! Χρώματα! Τά χρώματα τού θανάτου! Τά χρώματα τού θανάτου! Ξεντύ- θηκα γρήγορα. Η ζωή μουρμούριζε σάν μικρό παιδί. Τήν ά- φισα πίσω απ' τήν σκοτεινή γωνιά γιά νά μή τήν δεί καθώς θά στρίψει καί στάθηκα πιό 'κεί τρέμοντας. Ποιόν ζητούσε; Τί ζητούσε; Τί ήθελε νά σταματήσει; Ποιόν ήθελε νά γλυτώ- σει. Ποιός τόν έχει διατάξει γιά μάς; Χρειάζεται μιά ποσότητα ζωής. Αλλοιώς δέν μπορεί νά λει- τουργήσει. Στάθηκα στό πιό φανερό σημείο. "Είμαι καλά ε- δώ;", σέ ρώτησα καθώς σκαρφάλωσες δίπλα μου. "Ποιό κομμάτι λές νά τού δώσουμε;". "Θά πάρει", μού είπες λαχα- νιάζοντας ακόμη, "θά πάρει όπως πάντα τό μικρότερο. Κι ό- μως γιά μάς δέν θά μείνει τίποτα". "Καλλίτερα νά αποχαιρετιστούμε τώρα", μού είπε καθώς ο αέρας σφύριζε σιγανά καί οι μικροί θάμνοι δίπλα μας ρι- γούσαν σάν νά φοβόνταν γιά πρώτη φορά τό σκοτάδι. "Μά είπες ότι θά πάρει ένα μικρό κομματάκι!", τής ψιθύρισα κοιτάζοντας γύρω ένα μαύρο που δέν έμοιαζε μέ κανένα από τά μαύρα που ήξερα, ακίνητο, ενώ όλα τά χρώματα κουνιού- νται, που έκανε τό σκοτάδι νά τρελαίνεται. Χρειάζεται κι αυτός λίγη ζωή. Άς τού δώσουμε κάτι. Ίσως τήν έχει αγαπήσει. Αναρωτήθηκα τί ιδιαίτερο τής εί- χαν δώσει. Ποιά σπάνια ομορφιά κατάφερε ν' αποκτήσει σι- γά σιγά μέ τά χρόνια πλάϊ μου που κρέμονταν τώρα σάν ένα πετράδι στόν λαιμό μου φωνάζοντας τό όνομά του, στέλνο- ντας τίς λάμψεις της νά τόν βρούν, προσκαλώντας τον γι' αυτό τό μοναδικό φιλί... Μέ ποιό δικαίωμα έμπαινα ανάμε- σά τους; Ποιός ήμουν εγώ γιά νά τού κλείσω τόν δρόμο; "Ποιός είστε εσείς;", μέ ρώτησε καθώς έκανα δυό βήματα μπροστά, στό φώς. Η ζωή στό σκοτάδι ετοίμαζε τά πράγμα- τά της. "Δέν θά σάς αφίσω νά μού τήν πάρετε", είπα προ- σπαθώντας νά κρύψω τά χέρια μου. "Δέν σού χρειάζεται πιά", μούγκρισε καί μ' ένα σάλτο άρπαξε τόν λαιμό μου. Μ' ένα σάλτο άρπαξα τόν λαιμό του. "Δέν θά σάς αφίσω νά μού τήν πάρετε", φώναξα δίνοντάς μιά γονατιά στά μπιγκι- κίνια του. "Γελοίε!", ούρλιαξε κι άρχισε να σφυρίζει σάν φίδι, "δέν είναι στό χέρι σου, δέν τό καταλαβαίνεις;". "Γιά ξαναπροσπάθησε!", είπα κοιτάζοντάς τον μέ περιέργεια κα- θώς είχε διπλωθεί στά δυό απ' τόν πόνο. Ώστε πονάς κι εσύ έ; Γιά φαντάσου! Μάς φλόμωσαν στό ψέμμα τόσα χρόνια". Στέκονταν πανέμορφη καί μέ κοιτούσε μέ λύπη. "Δέν θά τόν αφίσω νά σέ πάρει", είπα τρέμοντας. "Δέν είμαι ούτε δι- κιά σου καλέ μου", αναστέναξε. Ούτε κάν μ' αυτόν που έζη- σα μαζύ του τά χρόνια μου δέν μ' αφίνουν στό τέλος". "Πού θά πάς; Πού θά σέ πάει;", ρώτησα. Έδειξε μέ μιά κίνηση γύ- ρω: "θά διαλυθώ μέσα σ' αυτό τό θαύμα υποθέτω. Αποχαιρέ- τησέ με". "Όχι", είπα. "Όχι. Άφισέ με νά παλαίψω γιά σέ- να. Μή μού αφίνεις τό χέρι. Ο θάνατος δέν έχει καμμιά δύ- ναμη. Άν δέν χωρίσουμε πρώτα εμείς, άν δέν κάνεις εσύ τό πρώτο βήμα πρός τήν μεριά του, δέν θά φανεί ποτέ. Δέν θά ξέρει πώς νά μάς χωρίσει. Είναι ένας βλάκας τυφλός καί κουφός. Μόνο όταν έχουν τελειώσει όλα τόν φωνάζουν. Μήν αφίνεις νά σέ παρασύρει τό θαύμα. Τό θαύμα είμαστε ε- μείς. Η ένωσή μας. Κανένας δέν έχει δικαίωμα νά μάς χω- ρίσει. Μή μού παίρνεις τό χέρι σου". 8-1-1994 Τί κι άν έχω ξεχάσει πώς μέ λένε; Κάποτε στόλιζα ένα μέ- τωπο. Έδινα έκφραση σ' ένα πρόσωπο. Άναβα τό φώς σέ δυό μάτια. Θά φύγω. Όλα έχουν μαραθεί. Κάτι τ' αρπάζει. Κάτι μάς χωρίζει. Κάτι δέν ξέρει ότι είμαι εδώ. Καλλίτερα έξω. Κι άς τό νοιώθω: θά φωνάζω καί δέν θά μ' ακούν. Θά περνούν δίπλα μου καί δέν θά τούς βλέπω. "Τί θά γίνεις, τί θά γίνεις;", μέ χάϊδευε καί μέ φιλούσε μέ τά κάτασπρα χείλια της, "ποιός φρόντισε, ποιός έχει φρο- ντίσει γιά σένα, έ;, ποιός σέ σκέφτηκε; Πού νά τό φανταζό- ταν κανείς τό παιδί μου;. Δέν σέ βλέπουν, δέν σέ καταλα- βαίνουν. Άχ, θά χαθείς κι εσύ. Γιατί δέν φεύγεις, έ; Γιατί δέν κρύβεσαι κάπου; Μαράθηκα, μαράθηκα". Μαράθηκε. Σάν τό λουλούδι έπεσε πάνω στό χώμα. Χωρίς όνομα. Ένα κομμάτι σάρκα. Μέ λένε Γιάννη. Μ' έχει πλακώσει αυτό τό κορμί. Τί κι άν μέ πλάκωσαν μ' αυτό τό κορμί. Δέν είμαι χώμα! Έ- χω ηλικία, είν' αλήθεια, αλλά αυτό είναι θέμα αισθητικής καί από πότε τά όργανα ενός σώματος απέκτησαν δικό τους αισθητήριο ώστε νά μπορούν νά κρίνουν -όσα είναι ακόμα ζωντανά- άν τό νεκρό σύνολο είναι ικανό πρός χάριν τους νά δεσμεύει τό μοναδικό της υποκείμενο καί χοροπηδάν έ- τσι από πάνω μου προσπαθώντας νά μέ χώσουν βαθύτερα; Βαθύτερα; Δέν είναι δυνατόν νά ήθελαν κάτι τέτοιο. Καθώς ανατινάζονται ένα ένα μέ μικρές εκρήξεις, βλέπω τό χώμα ευχαρίστως ν' αποτραβιέται απ' αυτό που αναγκαστικά σκέ- παζε από καθήκον, ανοίγοντάς μου, σάν εκείνα νά είχαν κρατηθεί ζωντανά τήν τελευταία στιγμή μ' αυτή τήν ανησυ- χία, έναν δρόμο πρός τά πάνω, που, άν καί χοντροκομμένος σέ σχέση μέ τά αισθητικά μέτρα μέ τά οποία είχα συνηθίσει ώς τώρα νά επιτρέπω στούς ουρανούς νά ανοίγουν τούς δι- κούς τους δρόμους γιά νά μέ φτάσουν, μέ αναστατώνει καί μέ στρέφει πρός αυτόν όπως ένα αρσενικό στρέφει αναστα- τωμένο πρός τήν μόνη απ' όλες τίς κατευθύνσεις που α- νοίγονται γύρω του επειδή οι πέτρες καί τό χώμα καί τά μι- κρά κλαδιά της κρατούν ακόμα τήν οσμή ενός θηλυκού σώ- ματος... Γιατί στρέφω πρός τά 'πάνω; Ποιό σώμα προηγείται ανα- στατώνοντάς με; Πώς είναι τό θηλυκό μου γένος; Δέν ξέρω πρός τά πού στρίβω. Τί θά πεί επάνω καί κάτω; Τίποτα, τίποτα δέν χρειάζεται νά μέ προσανατολίσει. Άλ- λωστε γιατί νά προσανατολισθώ εγώ; Εγώ προσανατολίζω. Αυτοί που μέ ακολουθούν πρέπει νά καταλαβαίνουν πού πά- νε. 25-1-1994 Άσ' τους νά λένε γλυκό μου! Τό ότι έχω δυό πόδια είναι τό- σο σίγουρο όσο σίγουρο είναι ότι αυτός είναι ένας βράχος κι ότι εγώ είμαι πιασμένος επάνω του. Αυτό που δέν κατάφερα ποτέ νά μάθω είναι πόσα είναι τά υπόλοιπα καί τί κάνει τό καθένα. Τά κύματα πότε μέ σκεπάζουν καί πότε ούτε κάν μ' ακουμπάν. Γιατί κρατιέμαι τόσο γερά απ' τόν βράχο; Βλέπω τίς βεντούζες μου νά φουσκώνουν απ' τήν προσπάθεια, τήν μεγάλη πέτρα νά ανασηκώνεται, αυτό που μέσα μου κρατάει ενωμένο τό ένα κομμάτι μου μέ τ' άλλο νά δαγκώνει τά χεί- λια του γιά νά μήν ξεφωνίσει. Τί μέ τραβάει όταν η θάλασ- σα αποτραβιέται; Σέ τί είναι δεμένο τό υπόλοιπο κορμί μου; Άν αυτός ο βράχος που μέ τόση απελπισία τόν αγκαλιάζουν τά δυό μου χέρια είναι ακίνητος, τί είναι αυτό που έχει αρ- πάξει τό υπόλοιπο κορμί μου καί τό τραβάει μαζύ του; Καί μένα, καί τόν βράχο που από πάνω του κρατιέμαι σφι- χτά, μάς τραβά μαζύ του αυτό που ενώ είναι δικό μου έχω φτάσει νά μήν τό θέλω, τόσο πολύ, ώστε ορμά νά φύγει απ' αυτό που άν καί τό κατέχει ταυτόχρονα τό αρνείται. Μ' είχε αγκαλιάσει σφιχτά μέ τά δυό του τά χέρια σάν νά '- θελε νά γίνει ένα κομμάτι δικό μου, σάν νά νόμιζε ότι κά- ποια στιγμή θά πέρναγε απ' τό μυαλό μου η σκέψη νά τό διώξω· ίσως νά νόμιζε ότι ήμουνα εγώ ό,τι αυτό τό ίδιο φα- νταζόταν γιά 'κείνο: ένας βράχος στήν άκρη τής αμμουδιάς, που κάτι απελπισμένο τόν άρπαξε πρίν χαθεί στό νερό καί προσπαθεί τώρα ν' απαλλαγεί απ' ό,τι τόν φόβισε νοιώθο- ντάς το κολλημένο ακόμα επάνω του. Τό νερό είχε καθυστερήσει, μερικές φορές τόσο μάλιστα ώ- στε νά είναι πιά φανερό ότι θά είχε ξεχάσει νά επιστρέψει άν δέν τού τό θύμιζαν. Άν δέν τό θύμιζαν σέ σένα, περήφανο, μέ τό στήθος όρθιο σάν κόμπρα που ποιός τολμούσε νά σταθεί μπροστά της, ό- ταν παλιότερα έφευγες γιά νά καταστρέψεις καί γύριζες μ' όλες αυτές τίς φωνές που παρακαλούσαν στά πόδια σου καί που μούγκριζαν καθώς τίς τσάκιζες στά βράχια ή τίς ξά- πλωνες ειρηνικά στήν αμμουδιά, σπρώχνοντας υπομονετικά ώστε νά τριφτούν καλά, τίς μικρές ζωές που κουβαλούσαν μέσα τους, μήπως καί κάποια αρπαχτεί από τά χαλίκια καί σού ξεφύγει καί τότε πόσοι από μάς αλήθεια θά είχαν μείνει ζωντανοί! Ίσως καί 'γώ ακόμη που σού τά ιστορώ τώρα καί που τά χέ- ρια μου, παρ' όλο που σέ άλλες καλές πράξεις τά είχα συνη- θίσει, ήταν πιό γερά εκείνη τήν εποχή, ίσως κι εγώ νά είχα μπορέσει νά κρατηθώ κι όχι νά τρέμω απ' τίς αναμνήσεις ό- σων διδάχτηκα, ανίκανος ν' αντιληφθώ άν πράγματι δια- ψεύδονταν εκείνη τήν στιγμή αυτό που οι πρόγονοί μας εί- χαν ζήσει πιστεύοντας πως θά τούς συγκρατούσε καί πως τίς βαθειές του ρίζες κανενός είδους νερό, καί πόσο μάλιστα ένα νερό αδιάφορο που δέν έδινε κάν σημασία, που ξεχνούσε άν ήταν καιρός νά επιστρέψει ή νά αποσυρθεί, κανενός εί- δους νερό λοιπόν δέν θά μπορούσε νά τίς ματώσει, νά τίς φοβίσει, νά τίς πείσει πόσο μάταιος ήταν ο ρόλος τους, νά βλαστημήσει τήν αποστολή τους, δέν ήταν παρά ένα βότσα- λο που τό πηγαινόφερνε στήν αμμουδιά ένα ελαφρό κυματά- κι τόσο σιγανό που άν ο άνεμος δέν τού τό θύμιζε κάθε τόσο θά είχε μείνει ακίνητο σαν ζωγραφιά όπου όλοι εμείς, όλοι εμείς γλυκό μου, δέν θά είμαστε παρά οι πινελιές της που ο ζωγράφος, αφού απομακρυνθεί γιά λίγα βήματα, γυρίζει ξαφνικά καί κοιτάζει βρίζοντας. Γιατί μάς έβριζε; Τίποτα, τίποτα δέν τού χρώσταγε αυτός ο κόσμος. Όλοι οι κόσμοι ήταν μέσα του, στίς κινήσεις του, στό μυαλό του, έβγαιναν μόνοι τους όταν εκείνοι τό αποφά- σιζαν. Τί έκανε αυτός; Επειδή γύριζε; Έκανε λίγα βήματα καί γύρισε ξαφνικά. Ήμασταν μέσα σέ κάθε κόσμο του. Τά μάτια του μάς έβρισκαν τόσο γρήγορα πιά. Ακόμα κι εμείς είχαμε αρχίσει νά κουραζόμαστε. Τό στόμα του άνοιξε πάλι. Είχαμε αρχίσει νά μοιάζουμε. Τί ήταν εκείνο που μάς ξεχώ- ριζε πρίν; Μπαίναμε όλοι στόν κόσμο. Μπαίναμε όλοι στόν κόσμο. Σού άρπαξα τό χέρι. "Όχι από 'δώ", μού ψιθύρισες, "μά από πού;, από πού λοιπόν;", φώνα- ξα απελπισμένα. "Στήν απελπισία, στήν απελπισία σου, γρήγορα", είπες καί μέ τράβηξες χαρούμενα. Μού 'δωσες μιά μικρή σπρωξιά. "Έλα μπές", είπες χαρού- μενα. "Δέν τόξερες τόσον καιρό; Δέν τόχες φανταστεί; Τί άλλο θά μπορούσε;". "Νά τόν αρνηθεί;", ρώτησα κάνοντας νά κρατηθώ από όλα εκείνα που πρίν μέ βοηθούσαν. "Ποιόν;", μού φάνηκε πως σέ άκουσα νά λές Χαρούμενος. Χαρούμενος; 1-2-1994 Κρέμασα τήν ζωή μου στήν κρεμάστρα τού δωματίου κι έ- κανα πίσω τρέμοντας. Κάπου κάπου είχε ένα μπάλωμα, τής έλειπαν καί κάτι κουμπιά· "διαρκώς κρύωνα όσο σέ φόρα- γα", τής είπα, εσύ μέ μένα μέσα πώς αισθανόσουν;". "Δέν μέ γέμιζες καλά", είπε, αλλά δέν παραπονιέμαι. υπάρχουν καί χειρότερα. Τώρα τί θά κάνεις;". Τόσο περίπλοκη κι όμως τόσο απλή καί τόσο σάν μάνα. Πενήντα χρόνια μέ μιά δα- χτυλήθρα στό χέρι σάλιωνε τήν κλωστή νά μέ μπαλώσει ε- κεί που σχιζόμουν. Άφισα μιά κραυγή κι όρμησα νά τήν ξα- ναφορέσω. "Όχι!", άκουσα μιά φωνή πίσω μου. "Όχι αυτό τό κουρέλι!". Σηκώθηκα νά τήν φτιάξω -είχε γείρει απ' τήν μιά μεριά κι όπως ήμουν ξαπλωμένος απέναντί της δυό χρόνια τώρα, η παραμικρή αλλαγή στήν θέση της μ' έκανε νά νοιώθω άσχη- μα-, κι ύστερα έπεσα ξανά στό κρεββάτι λαχανιάζοντας. Ή- μουν άρρωστος πάλι, ένοιωθα τήν ζωή σιγά σιγά νά φεύγει από μέσα μου, δέν θά 'πρεπε νά 'χα ζήσει μ' ένα μόνο δωμά- τιο τόσο πολύ, τώρα τό προτιμούσε από 'μένα, γιατί έγερνε κάθε τόσο ξαφνικά η κρεμάστρα;, είχα κρεμάσει όλα τά ρού- χα μου μαζύ στή μιά της άκρη, τί τήν βάραινε, όταν μού ανέ- βαινε ο πυρετός από τήν άλλη;, οι τοίχοι κολλούσαν από κάτι υγρό που σέρνονταν, στό ταβάνι έβλεπα κάτι μεγάλα μπαλώματα μ' ένα περίεργο χρώμα, ήταν αυτή, ναί, τό κατα- λάβαινα, που λύνονταν οι κόμποι της, σκίζονταν οι νόμοι που μάς έδεναν, σάν λάσπη τινάζονταν καθώς η αρρώστια μέ είχε αρπάξει καί μέ γύριζε απ' τό 'να πλευρό, είχα δεί κι άλλους νά λειώνουν, τήν ζωή τους νά κολλάει στούς τοί- χους σάν μπογιά, στά ταβάνια νά κρέμονται κομμάτια, οι κρεμάστρες απέναντι απ' τά κρεββάτια νά μπατάρουν, δέν μάς αγαπάνε, απόψε θά κοιμηθούμε αγκαλιά· έτσι αγάπη μου;", γιά 'δέ ρέ πλάκα, γιά 'δέ ρέ πλάκα. "Απόψε θά κοιμηθούμε αγκαλιά". Γιατί; Γιατί νά κοιμηθού- με αγκαλιά κι απόψε; Δέν μάς αγαπάνε, δέν μάς αγαπάνε οι ζωές μας! Γιατί νά μοιράζομαι τήν αγκαλιά μου μαζύ της; Γιατί νά χρειάζεται νά κοπιάζω τόσο γιά κάθε ανάσα; Πώς είναι δυνατόν νά ξεχνάω κάθε στιγμή τήν φθορά που ξεχύνε- ται μέσα μου καλπάζοντας ασταμάτητα πρός κάθε κατεύθυν- ση, καταστρέφοντας τό έδαφος που μέ στηρίζει; Κι άν είναι απαραίτητη η φθορά, γιατί νά μήν έχει προβλεφθεί ένα αί- σθημα ηδονής καί γιά 'μένα ώστε μέ χαρά νά τήν δέχομαι, νά τήν επιθυμώ, νά ανησυχώ μήπως καθυστέρησε, μήπως κάποιο όργανο αντιστέκεται παραπάνω απ' ό,τι πρέπει καί νά τρέχω νά τήν βοηθήσω φτύνοντάς το στά μούτρα, βρίζο- ντάς το, όπως κάνει κι εκείνη, καί μετά ώ! πώς θά άνοιγα τήν αγκαλιά μου, πώς θά τήν ήθελα, πώς θά κυλιόμουν μαζύ της πάνω μας, πώς θά καταλάβαινα τήν αγάπη της, πώς θά περίμενα τήν άλλη μέρα νά φθείρουμε μαζύ βλέποντας πιά καλά τώρα τό νόημα τής δημιουργίας, καταλαβαίνοντας γιατί τίποτα δέν φτιάχνεται τέλειο ώστε νά μήν προσβάλλε- ται αλλά τέλειο ώστε νά προσβάλλεται, ώστε αυτό που θά ασκηθεί επάνω του νά είναι η φθορά, τό πάθος μας, ο πόθος μας γιά ένα δικό μας, κατάδικό μας τέλος, σβήνοντας τήν μιά εικόνα μετά τήν άλλη, κόβοντας, μεγάλε μας ποιητή, κόβοντας τόν καιρό στά δυό κι αποσβολώνοντάς τον... 8-2-1994 Σαντιάγο Σαντιάγο μέσ' στού δειλινού τόν βούρκο μοιάζεις κόκκινο κοράλλι. Λόρκα "Κόψε μου τίς φλέβες γέρο· δέν αντέχω άλλο", είπα. Έπια- σε σφιχτά τ' απλωμένο μου χέρι κι έκλεισε τήν τηλεόραση βλαστημώντας. "Πάνω στό καλλίτερο μού 'ρθες". Κράτησε σφιχτά τ' απλωμένο μου χέρι κι έψαξε τό βλέμμα μου. "Αφίστε με νά σάς απαλλάξω", είπε. "Γιατί ζούν;", ρώ- τησα. "Θέλω νά πώ, εσείς γιατί ζείτε;". "Μή γίνεσαι γελοί- ος", είπε καί σφύριξε σάν φίδι. "Πού τήν έχεις κρύψει αυτή τήν φορά;". "Μά γιατί ζούν, γιατί ζούν;", ρώτησα απελπι- σμένα. "Γιά μένα είναι προσωρινό, τό ξέρω, αλλά γι' αυ- τούς... μιά ολόκληρη αιωνιότητα! Δέν μιλώ γιά όσους υπο- φέρουν, αυτοί έχουν ένα λόγο, αλλά αυτοί που απολαμβά- νουν, αυτοί που δέν τούς λείπει τίποτα, που μπορούν νά α- ποκτήσουν ό,τι θέλουν καί που στίς δραστηριότητές τους ώ- στε νά εκπληρώσουν αυτές τίς επιθυμίες ίσως οφείλεται ό- λη η οδύνη τών άλλων, αυτοί γιατί ζούν;". "Καλλίτερα νά μού τήν δώσετε ήσυχα", είπε. "Νά, βλέπετε· σάς άφησα τό χέρι. Καί πρίν δέν ήθελα νά σάς προσβάλλω. Σάς είχα προειδοποιήσει άν θυμάστε πως «πίσω απ' τόν τύ- πο τής ομορφιάς που δημιουργεί μιά αισθητική, υπάρχει πά- ντα η ίδια συγκίνηση. Κι αυτό σημαίνει πως όλα έχουν τό δικαίωμα νά ονομαστούν όμορφα». Όλα! Ακόμα κι ο θάνα- τος. Λέτε κάτι «άσχημο» γιατί δέν έχετε βιώσει τήν εμπειρί- α τού αισθητικού συστήματος μέσα στό οποίο είναι όμορφο. Καί δέν υπάρχει χρόνος βέβαια νά βιώσει κανείς σέ μιά ζωή τούς τύπους ομορφιάς όλης αυτής τής απειρίας τών αισθητι- κών συστημάτων τά οποία συνεχώς δημιουργούνται στούς τόπους τών όντων. Ελπίζω πως μετά τόσα χρόνια θά έχετε αναγνωρίσει πόσο αληθινά είναι αυτά, αφού καί σείς παρα- δέχεσθε σάν τήν μοναδική δημιουργό αξία που θά μπορούσε νά υπάρχει σέ έναν κόσμο τήν Αισθητική". "Από τά ίδια σας τά λόγια", απάντησα, από τά ίδια σας τά λόγια βγαίνει αμέσως τό συμπέρασμα ότι σ' αυτόν ή σέ ο- ποιονδήποτε άλλον κόσμο όπου η μοναδική «δημιουργική αξία», όπως τήν είπατε, είναι η Αισθητική, θά ήταν δυνατόν κανείς νά βρεθεί ξαφνικά μπροστά στόν θάνατό του κι από μιά μοναδική τύχη, τό αισθητικό σύστημα τό οποίο εκείνη τήν στιγμή τόν καλύπτει, χωρίς ούτε κι ο ίδιος βέβαια νά τό ξέρει, τού επιτρέπει όχι μόνο νά τόν αναγνωρίσει, αλλά καί γοητευμένος από τήν μοναδική του ομορφιά νά πέσει αμέ- σως στήν αγκαλιά του, μέ τό αίσθημα τής δικαιοσύνης μέσα του ικανοποιημένο καί γεμάτος χαρά, αφού δέν τόν γέλασαν όταν παλιότερα τού είχαν υποσχεθεί ένα τέτοιο ραντεβού που έγινε γι' αυτόν, καί μόνο γι' αυτόν, ένα «τέτοιο» ραντε- βού. Ίσως μάλιστα νά συμβαίνει σέ όλους μας αυτό, χωρίς ποτέ νά τό καταλαβαίνουμε ο ένας γιά τόν άλλον, καί γιά τόν καθένα μας αυτό τό ραντεβού νά είναι ένα «τέτοιο» ρα- ντεβού στ' αλήθεια". "Ακριβώς!", είπε καί σηκώθηκε πίσω απ' τό γραφείο ανοίγοντας τά χέρια του. "Τί περιμένετε λοι- πόν; Δώστε τήν μου καί πέστε στήν αγκαλιά μου!". "Όχι ακόμα!", είπα καί πήδησα στόν λαιμό του σημαδεύο- ντάς τον ίσα στό παπιγιόν. "Όχι τώρα που ξέρω πως καί σύ μπορείς νά πεθάνεις!". Μέσα στήν τρομερή μου λαβή βρίσκεται ακόμα. Θέλει κα- νείς από κάποιον κόσμο νά μού δώσει ένα χεράκι; "Αρκετοί από μάς επιστρέφουν τήν ζωή τους", είπα. Δέν μι- λώ γι' αυτούς που έχετε προλάβει νά σκοτώσετε, ούτε γιά ε- κείνους που δέν αντέχουν πιά τά βάσανα καί τίς αρρώστιες καί θέλουν νά απαλλαγούν απ' αυτήν, αλλά γιά όσους δέν δέχονται αυτήν τήν αναγκαστική συνθήκη σάν προϋπόθεση γιά νά τήν διατηρήσουν, νά τήν προφυλάξουν καί ν' ανα- πτυχθούν μέσα της. Καί εννοώ «τά πράγματα μέσα στά πράγματα». Κι έπειτα τόν πόνο τών πραγμάτων μέσα στά πράγματα. Τόν αμοιβαίο εκβιασμό τους εξ αιτίας του. Τόν εκβιασμό τών μερών πρός τό πράγμα. Τού πράγματος πρός τά μέρη. Τών μερών πρός τά μέρη. Κι ακόμα τίς συμμαχίες που δημιουργούνται, τίς συνωμοσίες που χαμογελούν, τίς ξαφνικές αλλαγές στρατοπέδων, τίς επικίνδυνες λειτουργι- κές αναστροφές, τίς εξοντωτικές επιταχύνσεις ζωτικών ορ- γάνων, τίς υποκριτικές προσφορές βλαβερών ουσιών, τίς εκδικητικές αυτοκτονίες... Είναι γνωστό από παλιά ότι η αντίληψη όλων αυτών μ' αυ- τή τήν μορφή είναι λάθος. Κι ότι μιά ώριμη συνείδηση παρ' όλο τού ότι έχει πλήρη επίγνωση τού λάθους της, έχει από τήν άλλη μεριά επίσης πλήρη επίγνωση τού εκβιασμού που τής γίνεται αφού τής έχει απαγορευθεί νά εγκαταλείψει ζω- ντανή τόν φορέα της. Μένει λοιπόν αναγκαστικά κι αυτή έ- να πράγμα μέσα στό πράγμα. Κι ο φορέας της είναι ένα πράγμα μέσα στά πράγματα κι αυτός, καί πονά μέσα στά πράγματα μέ τόν τρόπο τών πραγμάτων. Μά είναι τό ίδιο α- πό παλιά γνωστό πως όταν ένα πράγμα πονά δέν κάνει ποτέ λάθος· ο κόσμος, αυτός που μέσα στό πράγμα ζεί, δέν είναι ποτέ ψεύτικος· αντίθετα, είναι ο μόνος αληθινός". 14-2-1994 Ζώ στόν μόνο αληθινό κόσμο. Ωστόσο δέν θά ονόμαζα τούς άλλους ψεύτικους. Τούς ανα- γνωρίζω μάλιστα τό δικαίωμα νά ισχυρισθούν τό ίδιο γιά τόν εαυτό τους. Πιστεύω ότι κανείς δέν μπορεί νά βλάψει τόν άλλον. Ο,τιδήποτε συμβαίνει, συμβαίνει στό εσωτερικό τους. Π.χ. βλέπω τόν κόσμο Β νά κινείται μέ μεγάλα βήματα εναντίον τού κόσμου Α που είναι ο δικός μου κόσμος; Αυτό συμβαίνει μέσα στόν δικό μου κόσμο· ο κόσμος Β ούτε κάν έχει κινηθεί. Τόν απασχολούν τά δικά του πράγματα, όπως κι εμένα τά δικά μου. Αλλά ούτε κι εγώ μπορώ νά κινηθώ έστω καί μέ μικρά βήματα εναντίον του. Θά κινηθώ εναντί- ον ενός κόσμου Β, αυτό είναι σίγουρο, αλλά αυτός είναι μέ- σα μου. Μπορεί τήν ίδια στιγμή ο άλλος κόσμος Β νά σκο- ντάψει. Αδιάφορο. Κάποιος κόσμος Α στό εσωτερικό του - στό εσωτερικό τού Β εννοώ- τού έβαλε τρικλοποδιά. Ουδε- μία σχέση. Τό επληκτικό είναι τό ότι ξέρω πως οι άλλοι κόσμοι υπάρ- χουν. Επίσης είναι σχεδόν σίγουρο ότι καί αυτοί κάτι έχουν καταλάβει γιά μένα. Μέ λειώνει η περιέργεια. Κάπου κάπου βρίσκω κάτι στόν δρόμο μου. Δέν είναι τίπο- τα. Ή μάλλον μοιάζει σάν τίποτα. Δέν μπορώ νά τό ανα- γνωρίσω. Είναι φανερό ότι ανήκει σέ κάποιον απ' τούς άλ- λους. Τό φυλάω προσεκτικά. Ίσως κάποτε, όταν συνα- ντηθούμε πραγματικά, ανακαλύψουμε ότι περπατούσαμε στό ίδιο μονοπάτι. Αλλά καί εμένα μού πέφτουν πράγματα. Ιδί- ως σκέψεις. Δέν μπορεί νά έχουν μείνει μέσα στόν κόσμο μου γιατί όσο κι άν έψαξα δέν τίς βρήκα ποτέ. Κατασκεύα- σα άλλες που τούς μοιάζουν, αλλά τίς ίδιες, αυτές που λάμ- ψανε από μόνες τους γιά μιά φευγαλέα στιγμή καί χάθηκαν, έμαθα πιά νά μήν τίς κυνηγώ. Κι ήταν οι πιό όμορφες, οι πιό γοητευτικές. Κι αυτό που μέ θλίβει περισσότερο είναι πως όσοι τίς βρήκαν δέν θά κατάλαβαν καθόλου τί είναι. Κάτι σάν τά τίποτα που βρίσκω κι εγώ. Καλά! Ο κλειστός κόσμος είναι μιά ουτοπία. Ίσως κάπου βρίσκεται ένα άνοιγμα σάν αρρώστια. Μπορεί νά τό κόλλη- σα κι εγώ. Πιθανόν νά έχω κολλήσει κι άλλους. Καί πάει λέγοντας. Ο κόσμος μου είναι γεμάτος όντα. Φυσικά έχουμε σχέσεις. Μερικά απ' αυτά μού μοιάζουν, άν καί φαίνονται κάπως α- φηρημένα. Υποθέτω ότι πάσχουν από ψευδαισθήσεις. Έχουν μιά δυσκολία νά τοποθετηθούν γενικά καί εκφράζονται αδέ- ξια. Φαίνεται νά φοβούνται ότι κάποιος τά κοροϊδεύει. Εί- ναι, όπως λέμε, σάν νά έρχονται από άλλον κόσμο. Μερικές φορές πράγματι νοιώθω κι εγώ έτσι μαζύ τους. Αλλά συνέρ- χομαι γρήγορα. Εγώ είμαι στον κόσμο μου. Τό ποιός φιλο- ξενεί ποιόν δέν χρειάζεται νά συζητηθεί. Έπειτα όταν μέ στριμώξουν πολύ μέ τήν συμπεριφορά τους, απλώς τά διαγράφω. Είναι η δεύτερη καί φιλοσοφικά ισχυρότερη μέ- θοδος: απαλείφεις τό πρόβλημα. Η πρώτη καί δυσκολότερη, αντίθετα απ' ό,τι πιστεύεται, τό νά τό λύσεις δηλαδή, είναι ανέφικτος. Δέν πιστεύω ότι υπάρχει κόσμος ο οποίος ευτύ- χησε νά δεί τήν λύση έστω καί ενός προβλήματος. Άς μή μι- λήσω καλλίτερα γιά τό μέ πόσο αίμα καί πόνο έχουν πλη- ρωθεί τέτοιες αυταπάτες. Τά σοβαρά προβλήματα λύνονται μόνα τους. Μάλιστα η λύση προηγείται. Τό πρόβλημα μέ τό καπέλλο στό χέρι εισπράττει τά κέρματα, ο κόσμος χειρο- κροτεί ενθουσιασμένος... Γενικά η αίσθηση τού χρόνου που έχουμε είναι γιά κλάματα. Βλέπουμε μπροστά μας τά προ- βλήματα που έχουν ήδη λυθεί. Αρπαζόμαστε, γιά νά μήν πέ- σουμε, από πάνω τους. Αλλά εκείνο στό οποίο σκοντάψαμε, εκείνο που μάς έκανε νά χάσουμε τήν ισορροπία μας είναι η λύση τους. Έπρεπε νά περπατούσαμε μέ τήν όπισθεν. Αλλά βέβαια! Τώρα περπατάμε μέ τήν όπισθεν. Ο Ερμής δέν μάς έ- χει γυρίσει τά κεφάλια; (Πλάτωνος: "Περί έρωτος". Η ι- στορία που λέει ο Αριστοφάνης). Έτσι έχω διαγράψει πολλά. Άλλα έφυγαν μόνα τους· αυτό δέν τό κατάλαβα ποτέ. Γιά πού έφευγαν; Πώς τολμούσαν νά φύγουν; Βέβαια δέν χάνονταν. Κάπου κάπου τά έβλεπα. Δέν μέ πρόσεχαν καί πολύ. Δέν ξέρω τί κάνω εδώ. Είναι μιά αφελής απορία, ολόκλη- ρος κόσμος παίρνει ζωή από μένα, αλλά είναι αρκετό αυτό; Ένας θεός π.χ. είναι ικανοποιημένος μέ τά δημιουργήματά του καί μόνο; Θέλω νά πώ, τού ίδιου δέν τού λείπει τίποτα; Αυτή η πληρότητά του δέν τού τήν δίνει στά νεύρα πότε πό- τε; Δέν θέλει νά πάει κανένα ταξίδι; Νά ζήσει κανέναν με- γάλο έρωτα; Νά κάνει καμιά μελέτη: π.χ. τί νόημα έχει ο κόσμος; Καί η εν τώ κόσμω παρουσία τού Γ.Χ.; Μπορούμε νά τόν αφαιρέσουμε ανώδυνα; Εάν όχι, ποίον είναι τό ελά- χιστον ποσόν οδύνης διά τήν απομάκρυνσίν του; Αυξάνει αυτό τό ποσόν από μιά ενδεχόμενη άρνησή του νά αποσυρθεί ησύχως; Ελαττούται εάν τόν ανακαλέσωμεν είς τήν τάξην; Εάν επικαλεσθεί τήν ελευθερίαν τής βουλήσεώς του; Νά τού ρίξουμε καμμιά φάπα νά ξεμπερδεύουμε; κ.τ.λ. Έπειτα μέ απασχολεί σοβαρά τό τί θά γίνει αυτός ο κόσμος όταν εγώ «αποχωρήσω». Θά εξακολουθεί νά υπάρχει όπως πρίν; Θά αρχίσει σιγά σιγά νά διαλύεται; Θά τόν διεκδική- σουν άλλοι; Είν' αλήθεια ότι θά προτιμούσα νά χαθεί μαζύ μου, αλλά τά άλλα του όντα δέν θ' αντισταθούν; Δέν έχουν αποκτήσει κάποια δικαιώματα; Καί πώς θ' αποδειχθεί ότι «αποχώρησα»; Πώς θά πεισθούν όλα ότι αποκλείεται νά «ε- πιστρέψω»; Μήπως άλλωστε κι εγώ έχω πραγματικά πει- σθεί; Τί θά πεί «αποχωρώ»; Πού καί σέ τί επιδρά; Καί σέ πόσο βάθος; Τί αλλοιώσεις έχει υποστεί ο περιβάλλον χώ- ρος στό διάστημα τής ύπαρξής μου, εξ' αιτίας της, καί είναι άραγε αναστρέψιμες; Ποιές διαδικασίες έχουν καθυστερή- σει ή ανασταλλεί σ' αυτό τό διάστημα; Θά μπορούσαν νά ε- παναπροσδιορισθούν στό αρχικό χρονοδιάγραμμα, εφ' όσον αυτό εξακολουθεί νά ισχύει, εάν δέ όχι, έχουν προβλεφθεί οι σχετικές επιταχύνσεις ή καί επιβραδύνσεις, όπου ζητηθούν, στό νέο; Θά υπάρξει ο χρόνος καί η απαιτούμενη ψυχραιμία, μετά τό σόκ τής «αποχώρησης», ώστε αυτό τό νέο νά σχε- διασθεί μέσα στά παραδεκτά όρια τών κατά περίπτωση λει- τουργικών αποκλίσεων; κ.λ.π. Φυσικά δέν περιμένω απάντηση. Απλά ήθελα νά τονίσω τήν περιπλοκότητα τού πράγματος. Ο κόσμος μου είναι σιωπηλός. Χιλιάδες χιλιάδων φωνές μέσα του διηγούνται τήν ιστορία του. Ορίστε καί η δικιά μου φωνή. Ορίστε καί τών πραγμάτων του, τό καθένα μέ τήν δικιά του, που τής απαντά. Μόνον αυτός δέν μιλά. Μό- νον εμείς φλυαρούμε. Τό καθένα φωνάζει τήν δική του απά- ντηση. Είναι φανερό ότι τό έχουν ρωτήσει κάτι. Ακόμα κι εγώ αισθάνομαι τήν ανάγκη νά απαντήσω. Ίσως τό κάνω κάποτε. Αλλά πρέπει ν' ακούσω τήν ερώτηση πρώτα. Δέν βιάζομαι. Γιά τήν ώρα αφίνω τήν απάντηση νά ωριμάσει. Όσο γιά τήν ερώτηση... Πολλές φορές μιά ερώτηση διανύει τεράστιες αποστάσεις ώσπου νά φτάσει. Αλλά... ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω. Είναι απλά θέμα υγιεινής. Αρκεί νά δια- τηρείται καθαρόν τό ούς. Όμως η δικιά του η σιωπή μέ μελαγχολεί. Αισθάνεται άρα- γε τήν ανάγκη ενός διαλόγου; Δέν έχω ιδέα πώς θά μπορού- σε νά εκφρασθεί, άν τό έχει προσπαθήσει μέχρι τώρα, άν τό ίδιο μένει μελαγχολικός κι αυτός μπροστά στήν δικιά μου ανικανότητα νά τόν καταλάβω καί τελικά τί φταίει γι' αυ- τό, ώστε νά προσπαθήσω νά τό διορθώσω. Υποψιάζομαι ότι μού έχει κάνει ορισμένες υποδείξεις, ίσως κάπου κάπου φω- νάζει, μάλιστα τώρα τελευταία μού περνάει απ' τό μυαλό ό- τι φωνάζει συνέχεια, κι οι συμπαθητικές του γραμμές, ό,τι απαλό μέ ηρεμούσε καί μού έδινε θάρρος, γίνονται γκριμά- τσα πόνου μόλις σκύψω τό κεφάλι μου, όταν τόν δώ μέ τήν άκρη τού ματιού μου, ή, καθώς καμμιά φορά έχω αφαιρεθεί καί τόν έχω ολότελα ξεχάσει καί κάτι τυχαίνει νά μού τόν θυμήσει ξαφνικά, όπως όταν κοιτάμε μέσα στό βάθος τών ή- συχων νερών ένα ψάρι νά κολυμπά καί σιγά σιγά τά μάτια μας ανεβαίνουν στήν επιφάνεια, όπου ένα γνώριμο πρόσωπο σκυμμένο πάνω απ' τό νερό μάς τρομάζει, γιατί μέ τήν έκ- φρασή του δέν μάς θυμίζει καθόλου τόν εαυτό μας έτσι όπως τόν βλέπουμε σέ κάποιον καθρέφτη, αλλά κάποιον που έχει φοβηθεί καί λυπάται καθώς παρακολουθεί τήν έκφραση αυ- τού ακριβώς τού προσώπου τής επιφάνειας που μιά στιγμή πρίν νομίζαμε δικό μας, όταν είχαμε συγκεντρωθεί σ' αυτό τό προδοτικό ψάρι κι είχαμε αφίσει τίς γραμμές του ν' αλ- λάξουν καί νά πάρει τήν άγνωστη αληθινή του έκφραση. Έχουμε ανοίξει. Όλοι μας εδώ μέσα κολλάμε ο ένας απ' τόν άλλον. Είναι μιά αρρώστια σάν εκδίκηση από κάτι που έγι- νε παλιά καί τό ξεχάσαμε, κανείς δέν μπορεί νά θυμηθεί τί ξέσχισε τόν κόσμο μας καί χάθηκε αφίνοντάς τον ανοιχτό. Πώς νά μάς φροντίσει; Ό,τι θέλει μπαίνει καί μάς παραμορ- φώνει. Αυτός ο άντρας έτσι ήτανε πρίν από λίγο; Αυτή η γυναίκα έτσι κοιμήθηκε τό βράδυ; Ποιός βάζει τά παιδιά στό κρεββάτι χωρίς τρομάρα; Τί τρύπησε τήν ζωή στήν καρ- διά καί δέν τήν νοιάζει; Γιατί τί άλλο φάρμακο νά βρεί; Ο θάνατος ήταν τό μόνο γιατρικό. Κι άν αποφάσισε νά μάς σκοτώνει έτσι, τόν έναν πίσω απ' τόν άλλον, παραμορφωμέ- νους, γεμάτους σάρκα, κι άν φαίνεται στά μάτια μας σκλη- ρός, αυτός ο τρυφερός γεμάτος χάρη φίλος μας, μέ τί άλλο μπορεί νά τό κλείσει αυτό τό σχίσιμο; Πώς θά βοηθήσει τόν χτυπημένο της κόσμο η ζωή παρά γεννώντας; Κι εμάς δέν μάς στοιχίζει πιό πολύ; Κάθε Θεός, κάθε Αλήτης, θά μπαί- νει όποτε Τού γουστάρει μέσα του; Θά μάς αλλάζει κατ' ει- κόνα καί καθ' ομοίωσή Του; Μά μήπως μπορούμε νά τόν βο- ηθήσουμε κι εμείς μ' άλλον τρόπο; Μήπως άν συμπεριφερ- θούμε έτσι ή αλλοιώς ξέρουμε ποιανού κάνουμε τό χατίρι; Αυτός γονατιστός, μέ μάτια νά τρέχουν από τίς τύψεις, σέρ- νει τό μέτωπό του στό χώμα μουρμουρίζοντας. Ποιανού Α- φέντη ζητάει τήν συγγνώμη; Γιατί έχουν σκληρύνει τά χα- ρακτηριστικά εκείνου τού όμορφου άντρα; Γιατί τά μάτια τών γυναικών γεμίζουν φόβο; Τί έχουν καί κλαίνε τά παι- διά; Μήπως αυτά θυμούνται; Αλήθεια μιά σκέψη δέν θά μάς αφίσει ποτέ νά ξανακοιμη- θούμε όπως παλιά στά γόνατά του. Σάν τά κατσίκια στήν πλαγιά σκορπάμε μόλις τόν δούμε νά γλυτώσουμε τό ντου- φέκι. Μάς κυνηγάει καί μάς σκοτώνει αυτός ο ανεξίκακος γιατί τού φάγαμε τό κλίμα. Σάν τά κοράκια έχουμε πέσει στό χωράφι του κι αυτός ο δίκαιος πρέπει νά σώσει τά σπαρτά του. Μικροί θεοί που μάς άνοιξε τήν πόρτα του, γυρ- νούσαμε ξυπόλυτοι καί λασπωμένοι, καί τώρα τού τ' αλλά- ξαμε όλα, τού φάγαμε όλες τίς κορφές, καίμε τούς ήλιους του στεγνώσαμε τά πηγάδια του, χάσκει μέ 'κείνη τήν πλη- γή στό πλευρό του που η ζωή καθώς μάς γεννοβολάει από μέσα της δέν τήν αφίνει νά σφραγιστεί, δέν προλαβαίνει νά μάς σκοτώνει, είμαστε πολλοί, είμαστε ράτσα τού χαμού, θά τόν φάμε κι αυτόν πού θά μάς πάει, μετά φεύγουμε γι' αλλού μάγκες μου, κάποιος άλλος θά μάς ανοίξει τήν πόρτα του. Έτσι είν' οι κόσμοι. Πονόψυχοι. 24-2-1994 Δέν είμαι αχάριστος, άν καί ποιός μπορεί νά τό ισχυρισθεί αυτό γιά πράγματα που δέν έχει καταλάβει· ακόμα καί γι' αυτά που έχει καταλάβει δέν είναι σχεδόν ποτέ σίγουρος γιά τό τί τού ζητάνε, γιά τό τί τού δίνουνε, γιά τό τί ζητάει καί δίνει αυτός, γιά τό άν είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή νά α- νταποδώσει, κανένα μέτρο γιά νά μετρήσει τόν χρόνο δέν βγαίνει βόλτα μάτια μου μέσ' στά σκουπίδια, ίσως όταν τού έδιναν είχαν καθορίσει καί τήν στιγμή που θά 'πρεπε ν' α- πλώσει τό χέρι του στό δώρο, εκείνος όμως τ' άρπαξε πρίν νά ωριμάσει, ή τό 'χει αφίσει ξεχασμένο ακόμα σέ καμμιά γωνιά νά σαπίζει, αλλά καί γι' αυτόν πώς είναι σίγουρο ότι δέν συμβαίνει τό ίδιο από τήν άλλη μεριά, μπορεί εντελώς τυχαία νά παρεξήγησαν ορισμένα πράγματα, άλλωστε τόσα καί τόσα φαίνονται σάν προσφορές χωρίς κανείς ποτέ νά τό 'χει βεβαιώσει κι εμείς πιέζουμε, μπορεί γιά χρόνια, νά δεχτούν τήν έκφραση τής δικιάς μας ευγνωμοσύνης προ- τιμότερα, ίσως έτσι νά στραγγαλίζουμε πιό εύκολα τούς άλ- λους, ίσως έτσι νά 'χουμε φυτέψει κάποια αρρώστια στόν διπλανό μας κόσμο, τά σάλια της νά τρέχουν, ποιός ξέρει πόσοι υποφέρουν κι όλας, πόσοι μάς καταριώνται, πόσοι ψάχνουν μιά πόρτα νά ξεφύγουν καί διηγούνται στά παιδιά τους τήν παλιά του ομορφιά: μιά φορά κι έναν καιρό μέλι καί γάλα έτρεχε στά ποτάμια μας, κάτι πέρασε καί τόν ζήλε- ψε, μάς βρήκε μιά κατάρα που γύρναγε σάν τό σκυλί, έβγα- λε τήν μεγάλη γλώσσα της καί μάς γλείφει, τρίβεται πάνω μας μέ τ' αγκάθια της σάν δράκος, άντε πάμε κι εμείς, γλεί- φε, γλείφε μωρή, δώσ' μου κι εμένα τό δόντι, κάποιος έρχε- ται, άϊ μωρή σκρόφα, τόχασες μέσ' στά χώματα, τί βλέπεις μέ τό μάτι μωρή, μυρίζει όμορφα, θάναι γλυκό τό κρέας του, είναι νέος έ;, είναι νέος, πώς σέ λέν ομορφούλη μου, Περσέα έ;, Περσέα, πάς στόν αστερισμό τής Ανδρομέδας νά μάς σκο- τώσεις τόν δράκο, θές νά σού δώσουμε τ' αόρατο σκουφί καί τά πέδιλα τά φτερωτά;, τί θά μάς δώσεις σέ μάς τίς έρμες τίς γριές εσύ τό νιό τό παλικάρι; Λίγο κρέας έ;, λίγο κρέας από τό δαχτυλάκι σου... 25-2-1994 Κι άν τά χάνω κάπου κάπου, δέν είμαι αχάριστος. Μού έδω- σαν αυτό τό σώμα νά τό μεγαλώσω. Νά τό γεμίσω κρέας. Τό ταΐζω. Τού δίνω καί νερό. Έρχονται καί τό βλέπουνε. "Μπράβο". Τό δοκιμάζουνε λιγάκι. "Κόψ' του τ' αλάτι", λένε. "Είναι λύσσα". Εντάξει. Ακούω καί κάτι άλλες φω- νές από δίπλα. Πολύς κόσμος. Πολύ κρέας. Τό γυμνάζουν. Τό βγάζουν περίπατο. Τού λένε τραγούδια. Τό χαϊδεύουν. Τό βράδυ κλείνουν τά παράθυρα. Εγώ, τό ξαναλέω, δέν είμαι αχάριστος. Είναι σπουδαία δουλειά. Αλλά τί μού χρειάζεται τό κρέας; Διαρκώς φαντάζομαι έναν κόσμο. Μ' ένα μικρό ξυραφάκι έχω κόψει τήν φωνή. Μ' ένα καρφάκι κρέμασα τόν νού στόν τοίχο. Τραβάω καί τό καζανάκι τής τουαλέτ- τας. Ελευθερία. 27-2-1994 Διαρκώς φαντάζομαι έναν κόσμο. Δέν μάς τιμωρούν. Πη- γαίνουμε στό σχολείο. Μαθαίνουμε γράμματα. Στήν αρχή εί- ναι τό χώμα καί τό νερό. Μετά βγαίνει χορτάρι. Γιατί νά πιούμε τό νερό; Γιατί νά φάμε τό χορτάρι; Από πάνω φυσάει αέρας. Σέ λίγο θά βρέξει. Μετά θά βγεί ο ήλιος. Τό βράδυ τ' αστέρια σέ μιά πανέμορφη νύχτα. Η γή γυρίζει. Φώς καί σκοτάδι. Νύχτα καί φώς. Δέν έχει κρέας. Όσο γίνεται τό πετάμε στά καζανάκια καί τραβάμε τήν σκανδάλη. Κατευ- θείαν στήν καρδιά. Ξεπλένουμε μέ άφθονο νερό. Γι' αυτό έ- χουμε τουαλέττες. Είναι καθήκον μας. Μάς πιάνει ένα κα- θήκον καί δέν μπορείς νά κρατηθείς. Ορμάς στό καζανάκι νά σκοτώσεις τό κρέας. Απ' έξω γράφει: "Τουαλέττα". Δη- λαδή: "Εσύ που περνάς αυτή τήν πόρτα, άφισε πίσω σου κά- θε ελπίδα", (Δάντης). Τό πετάμε μέσα καί τραβάμε. Ξεπλέ- νουμε μέ άφθονο νερό. Εγώ σκοτώνω κάθε μέρα. Πολλές φορές δύο. Αλλά μαζεύεται πολύ. Δέν προλαβαίνεις. Είπα ψέμματα ότι δέν έχει κρέας. Κι αυτός ο κόσμος μάς πνίγει, μάς πνίγει στό κρέας του. Μάς βάζει μέ τό ζόρι νά τό μεγα- λώνουμε. Νά τού δίνουμε καί νερό. Έρχεται καί τό κυττάει: "κόφ' του τ' αλάτι", λέει. "Είναι λύσσα". Μέ λένε Γιάννη. Έχω πολύ κρέας επάνω μου. Τρώει κι αλάτι. Μέ τιμωρούν συνέχεια. Μέ πήγανε καί στό στρατό. Διαρκώς φαντάζομαι έναν κόσμο. Μ' ένα μικρό ξυραφάκι έχω κόψει τήν φωνή. Μ' ένα καρφάκι κρέμασα τόν νού στόν τοίχο. Τράβηξα καί τό καζανάκι τής τουαλέττας. Ελευθερία. 28-2-1994 Πέταξε τόν νού γεμάτον αίματα πάνω στόν πάγκο. "Απ' τά καλλίτερα κομμάτια", είπε. "Κρέμασέ τον νά στεγνώσει". Έσπρωξε τό κρέας που 'χε σωριαστεί στά πλακάκια. Τό κρέας έκανε μιά κίνηση, σάν νά προσπαθούσε ν' αρπάξει κάτι στόν αέρα, καί σωριάστηκε στά πλακάκια. Μόλις πρό- λαβα νά παραμερίσω. "Πού έχεις τόν νού σου;", φώναξα. "Μέ λένε Γιάννη", είπε μιά ήρεμη φωνή σάν νά μέ χάϊ- δευαν. Έλυσα τό παλαμάρι τής βάρκας καί τήν έσπρωξα ελαφριά. Τό νερό μάς πήρε ήσυχα μαζύ του· η θάλασσα κατηφόριζε αυτή τήν εποχή, ιδιαίτερα τίς νύχτες, ποτέ δέν είχα ακούσει νά είπε όχι σέ κανέναν, μέ μιά τέτοια αγκαλιά νά σέ περιμέ- νει κλωτσάς τίς πέτρες καί σκάβεις τά χώματα γιά νά κρυ- φτείς!, καβάλησα ήρεμα τήν κουπαστή, τό κρέας κοιμότανε γεμάτο φαγητά, κάπου κάπου άπλωνε τό χέρι του νά πιάσει τ' αλάτι, βούτηξα στό δροσερό νερό, είτε μαζύ μου, είτε μέ κάποιαν άνοια που θά τό ξελόγιαζε, τόν ίδιον θάνατο θά πέ- θαινε, άφισα τά δάχτυλά μου ν' ανοίξουν... Είναι ένας κό- σμος που φαντάζομαι συνέχεια. Μέσα στό μαύρο βελούδο ά- κουσα νά ρωτάνε· "μέ λένε Γιάννη", είπα. "Έχει τήν απόλυτη γνώση", είπα σχεδόν μέ μίσος. "Είναι τό όνειρο τών αλχημιστών, είναι αυτό τό ίδιο η φιλοσοφική λίθος, είναι όλοι οι θεοί που φαντάστηκαν στούς αιώνες, τό χέρι, τό μυαλό, η εφευρετικότητα, η ελεύθερη βούληση τής φύσης, καί κάθεται εκεί, στό χαλάκι τού δωματίου, σάν κρετίνος, παίζοντας μέ τό ίδιο παιχνίδι που τό χαλάει καί τό ξαναφτιάχνει απ' τήν αρχή, ενώ γύρω του λυσσάνε απ' τό κακό τους, κάνουνε κολοτούμπες, ουρλιάζουνε στ' αυτιά του καί τού κουνάνε τόν πισινό τους, όλες οι πιθανότητες που είναι δυνατόν νά υπάρξουν μέ μιά του ματιά: τό μεγάλο Χάος, ντυμένο τήν πιό επίσημη ισπανική του στολή, ανεμί- ζει τίς πριγκιπικές του δαντέλλες που ίσως η άκρη τού μα- τιού του δέν είναι δυνατόν νά έχει ξεχάσει ακόμα, κι εμάς, αδέρφια μου, εμάς που ζούμε μέσα στό ίδιο δέρμα μαζύ του, που κάποτε ονειρευόμαστε έναν κόσμο όπου τό καινούργιο θά έλαμπε τόσο συχνά όσο ένα διαμάντι στό μικρό αυτάκι μιάς βιαστικής ερωμένης που βγάζοντας τό κεφάλι της απ' τό παράθυρο στά φώτα τού δρόμου φωνάζει στόν αμαξά νά κεντρίσει τ' άλογά του, εμάς λοιπόν μάς στέλνει νά βοσκά- με αυτό τό κοπάδι γαλοπούλες, τίς βιταμίνες του, που δέν θέλει -προσέξτε με, εδώ θά γίνω εντελώς σαφής- παρά νά φάει, νά φάει, γλυκά μου αδέρφια, νά τίς κάνει κρέας, νά μεγαλώσει, γιά νά περάσουν άλλα είκοσι, τριάντα χρόνια, μέχρι νά σηκώσει τά μάτια του καί νά δεί μιά θολούρα καί μετά άλλα τόσα γιά νά τό σκοτώσουν όλα αυτά τά όργανα μέσα του που δέν έκαναν τίποτε άλλο παρά νά ψάχνουν γιά φαΐ, νά τό μασάνε, νά τό καταπίνουν, νά τό χωνεύουν, νά τό φτύνουν, κλείνοντας έναν κύκλο ακατανόητο, ενώ εκείνο ή- ταν έτοιμο απ' τήν αρχή· γιατί, σάς ρωτάω, άν δέν ήταν έ- τσι, θά είχαμε ευτυχήσει νά έχουμε στήν οικογένειά μας έ- ναν Μότσαρτ, που μόνο αυτός φτάνει γιά νά ξεπληρώσει τόν άδικο ποιμενικό μας βίο; Δέν είναι τό πιό τρανό παρά- δειγμα ενός νού που τρέχει πιό γρήγορα απ' τήν σάρκα του, σπάζοντας αυτόν τόν μάταιο κύκλο; 6-3-1994 Φύγετε, εσείς που μέ μαλλώσατε γιά πρώτη φορά! Είμαι δικός της· όχι! όχι! αυτό είναι λάθος, μέ σκεπάζει σάν ρούχο, τίς νύχτες ακούω έναν βαρύ άνεμο νά σηκώνει τό φουστάνι της, τό χέρι του χώνεται στά σκέλια της, τήν νοιώθω νά λαχανιάζει, τά μάτια της γυρίζουν, τί τής ψιθυ- ρίζει αυτή τήν ώρα, δέν μπορώ νά φύγω, έτσι ανοιχτή, τό μυαλό της μπορεί νά μήν τήν κλείσει πιά. Φύγετε, εσείς που μέ μαλλώσατε γιά πρώτη φορά. Ο αέρας χώθηκε από κάτω, τό φουστάνι της άνοιξε, φάνηκε ένα κομμάτι μυαλό, "δώσ' του κάτι νά παίζει", τής είπα καί τήν τράβηξα κοντά μου. Τήν τράβηξα κοντά μου, ένας αέρας άνοιξε τό φουστάνι της· "νά μήν γυρίσω, νά μήν γυρίσω", τήν άκουσα νά ψιθυρίζει, εντάξει, τό μυαλό μας ήταν άρρωστο, κοίταξα πίσω της, στό μισοσκόταδο, όσοι τήν μάλλωσαν γιά πρώτη φορά είχαν καθίσει περιμένοντας. "Φύγετε", είπα. 10-3-1994 "Η ζωή μου", είπε κι ίσιωσε τό φουστάνι της που ανασήκω- νε ο άνεμος, "έπαψε νά είναι δικιά μου, από τότε που μέ μάλλωσαν γιά πρώτη φορά. Μή μού ζητήσεις νά σού πώ πό- τε καί πώς έγινε αυτό, ούτε τί τό προκάλεσε, ούτε τά πρόσω- πα που τό έκαναν, ούτε άν κράτησε μιά στιγμή ή περισσότε- ρο καί ήταν σκληρός ή τρυφερός ο τρόπος του. Τίποτε από αυτά, κι ακόμη άν τό θυμάμαι ή όχι, δέν έχει σημασία. Εκεί- νο που έχει σημασία, τό τρομερό γεγονός που από τότε ώς τώρα κρατάει τήν ζωή μου στά χέρια του, είναι ότι ο νούς μου σήκωσε γιά νά προφυλαχτεί τό πρώτο πράγμα που βρέ- θηκε μπροστά του. Κι αυτό, δυστυχισμένε μου φίλε, όπως ξέρεις πολύ καλά, δέν ήταν κανένα ξερόκλαδο από τόν κή- πο, ούτε κανένα ξεκουνημένο πλακάκι τής κουζίνας, αλλά η γλάστρα μέ τό λουλούδι δίπλα στό παράθυρο". "Τούς τήν πέταξε κατ' ευθείαν στό πρόσωπο", είπε καί κά- θησε, στρώνοντας προσεκτικά τό φόρεμά της πάνω στό χορ- τάρι που κοκκίνιζε χωρίς νά ντρέπεται γύρω απ' τό λεπτό κορμί, ενώ ο αέρας προσπαθούσε νά τό ανασηκώσει· "κατ' ευθείαν στό πρόσωπο. Γι' αυτό καί τό μυαλό μου μοιάζει τό- σο πολύ μέ τά πρόσωπά τους". Είχαν βάλει τήν γλάστρα πλάϊ στό παράθυρο -καί καλά εί- χαν κάνει-, τό μυαλό μου μεγάλωνε σάν τό λουλούδι στό φώς, αλλά ο νούς μου τρόμαξε κι έκλεισε τά παντζούρια· πίσω τους στέκονται ακόμα εκείνοι που μέ μάλλωσαν γιά πρώτη φορά, περνάει κι ο αέρας μέσ' στό σκοτάδι καί μού σηκώνει τό φόρεμα. Πίσω απ' τό μυαλό, στά σκοτεινά μέρη, κάθεται ο νούς καί φυλάει τά σύνορα. Κάπου κάπου πάω καί τού κάνω συντρο- φιά. "Σβύσ' τό κερί", μού είπε καθώς τόν πλησίαζα. "Τί συμβαίνει· αδυνάτισαν τά μάτια σου;". "Έχει ένα ρούχο καί σκεπάζεται", τού είπα. Όταν τυλίγεται μ' αυτό δέν φαίνεται τίποτα". "Είναι τό δέρμα που είχε παιδί", είπε καί κοίταξε σάν αφηρημένος τήν φλόγα, "πρίν τήν μαλλώσουν γιά πρώ- τη φορά. Προσπαθεί νά ξαναμπεί μέσα του". Ανάμεσα στό δέρμα καί στό δέρμα χωράει ο άνθρωπος. Φώ- ναξε «Γιάννη» άν δέν τό πιστεύεις. Δέν μ' ενδιαφέρουν τά δέρματα που έχω αλλάξει μέχρι τώ- ρα. Είναι αλήθεια ότι ανάμεσα στό καθ' ένα καί στό προη- γούμενό του ζεί ακόμα ένας άνθρωπος, μπορεί νά μοιάζουμε, ίσως έχουμε καί τό ίδιο όνομα, κάτι σπουδαίο συμβαίνει με- ταξύ μας καί δέν επιτρέπεται ο ένας ν' ακουμπήσει τόν άλ- λον, σιγά σιγά ξεχνιώμαστε, αλλά καί ποιός νοιάζεται, ο καθένας, άν καί μέσα στόν άλλον, ζεί τήν δικιά του ζωή, έ- χει τίς αναμνήσεις του, εξ άλλου δέν είναι κρυφό πιά ότι κάπου στό βάθος παρ' όλα αυτά συναντιώμαστε, όταν δέν υ- πήρχε κανένα δέρμα γύρω μας, τίποτα δέν τολμούσε νά μάς χωρίσει από τόν κόσμο, ποιός τά σκεφτόταν τά δέρματα τό- τε, δέρματα είχαν κάτι άλλα πλάσματα που πέρασαν τυχαία, τό ένα πάνω στό άλλο, πολλά στόματα φώναζαν μαζύ, τά μάτια τους κοιτούσαν αλλού απ' τήν πείνα, μέσα στήν κοι- λιά τού κόσμου βούτηξαν τά χέρια τους καί μάς άρπαξαν... Έ, σείς, που βουτήξατε τά χέρια σας μέσ' στόν κόσμο καί μ' αρπάξατε! Εσείς που μέ μαλλώσατε γιά πρώτη φορά! Εσείς που μέ χωρίσατε απ' τόν κόσμο μ' αυτό τό δέρμα! Βούτηξε τό χέρι του στήν κοιλιά τού κόσμου καί ξερρίζωσε ένα κομμάτι. "Σάν καλό φαίνεται", είπε κι έδωσε μιά στόν κόσμο που άπλωνε νά τό ξαναπάρει. "Κρέμασέ το νά στε- γνώσει", είπε στόν βοηθό καί τό πέταξε πάνω στόν πάγκο. Ο βοηθός είχε βαρεθεί. Ήταν ένας κρετίνος μέ περίεργες α- ναλαμπές, έτοιμος νά κάνει κάτι τρελλές ερωτήσεις, που ό- μως από σεβασμό καί φόβο τίς κατάπινε, μουγκρίζοντας α- ντί γι' αυτό καί φτύνοντας στόν κουβά που έσταζαν τά πα- λιοαίματα από τό αυλάκι τού πάγκου. Άρπαξε σάν γάτα τό κομμάτι πρίν κατρακυλήσει καί τό στρογγύλεψε αστραπιαί- α μ' ένα μαχαίρι, τό κράτησε ανάποδα καί τού τράβηξε μιά γερή στά πισινά γιά νά βγάλει ό,τι είχε καταπιεί καί ν' αρ- χίσει ν' αναπνέει, τό βούτηξε σ' ένα μπάνιο δυό τρείς φορές καί μετά δέν μάς ενδιαφέρει, αρκετά ασχοληθήκαμε, ο βοη- θός μάς ενδιαφέρει περισσότερο απ' τά κομμάτια τού κόσμου καί τά δέρματα. Ο βοηθός ήταν κρετίνος που νά πάρει ο διάολος, αλλά καί ποιός δέν είναι; Εγώ, άς πούμε, μερικές φορές θαυμάζω τόν εαυτό μου γιά τήν μαγκιά μου πάνω σ' αυτό τό θέμα. Άν καί κρετίνος -άς μήν ξεχνάμε τήν συγγένεια τής λέξης μέ τό κρέας, creation (δημιουργία)-, άν καί κρετίνος λοιπόν ο βοηθός, ήξερε τήν δουλειά του τέλεια. Πολύ λίγες φορές, άς πούμε, είχε κόψει κάτι παραπάνω ή είχε αφίσει κάτι νά περισσεύει, ενώ πολύ περισσότερες, σπρωγμένος από μιά καλά εξηγήσημη αίσθηση αρμονικής ανταποδοτικότητας, είχε αφαιρέσει κάτι σημαντικό απ' τόν ίδιο του τόν εαυτό, προβλέποντας σωστά τόν αριθμό τών ποσοτικών μονάδων οι οποίες θά τόν οδηγούσαν σέ έναν στείρο μανιερισμό, άν τίς άφινε νά προστεθούν στήν υπερβολικά διογκωμένη, μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, επιδεξιότητά του, εξ αιτίας τής επανάληψης τών ίδιων κινήσεων μέ τίς ίδιες χειρουργικές απαιτήσεις. Τόν βοηθό, άν καί κρετίνο, δέν θά μπορούσε νά τόν κατηγο- ρήσει κανείς γιά αδεξιότητα. Yπήρχε μιά τόσο έντονη αί- σθηση συμπληρωματικότητος μέσα του, ώστε όταν, όπως συνέβαινε αρκετές φορές, η έλλειψη ενός στοιχείου από τό σύνολο, όχι μόνο κανέναν κίνδυνο γιά τό μακρυνό μέλλον δέν έκρυβε, αλλά καί γιά τό κοντυνό δέν φαίνονταν ότι θά δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα, εκείνος προτιμούσε νά τό δανεισθεί από τά δικά του περισσεύματα καί νά τό τακτο- ποιήσει εκεί που έπρεπε, έτσι ώστε όταν σέ μιά ωριμότερη περίοδο μιά πιό συγκροτημένη αισθητική θά τό αναζητούσε, νά μήν δυσκολευτεί νά τό βρεί, καί μάλιστα όχι ψάχνοντας τυχαία σέ κάποιον σωρό από πράγματα που θά μπορούσε από σύμπτωση νά τό περιέχει, αλλά στό σημείο όπου η διαίσθη- σή της θά τήν ειδοποιούσε ότι πράγματα σάν κι αυτό είχαν μαζευτεί, περιμένοντας τήν ώρα κάποιος νά στραφεί πρός τό μέρος τους καί νά διαλέξει ανάμεσά τους αυτό που ταιριάζει καλλίτερα. Η συμπεριφορά τού βοηθού, μόνο κρετίνο δέν θύμιζε. Αντί- θετα τό υψηλό αισθητικό του επίπεδο δέν μάς άφινε καθό- λου νά αντιληφθούμε ποιός θά μπορούσε νά ήταν ιεραρχικά ανώτερός του. Γιατί άλλωστε ο βαθμός «βοηθός» προϋπέθε- τε οπωσδήποτε κάποιον μεγαλύτερο; Είναι πιθανόν νά μήν υπήρχε καμμιά ιεραρχία, κανένας βαθμός, καί τό «βοηθός» νά ήταν ένας τίτλος, ένα δικαίωμα, ίσως ίσως μιά τιμωρία γιά μιά ορισμένη περίοδο, μιά διαδικασία δοκιμής σέ ένα εργαστήριο αντοχής τών υλικών η οποία απλώς υπεδείκνυε ποιά σημεία τής συγκεκριμένης προσωπικότητος είχαν τόν Α ή τόν Β χρόνο ζωής καί έπρεπε νά λαδώνονται ή νά ακο- νίζονται συχνότερα πρίν τελικά αντικατασταθούν. Λαμβάνοντες υπ' όψιν τήν αναπόφευκτη κινητικότητα τών σχετικών επιπέδων υψηλής ποιότητος, σέ μιά τυχαία σειρά συγκριτικών μεθόδων τών γνωστών μέχρι τώρα συστημά- των αισθητικής, ο χαρακτηρισμός «κρετίνος» γιά τόν βοη- θό, κάνει όλους εμάς, τόν καθένα χωριστά καί γιά τήν συ- γκεκριμένη μέθοδο γιά τήν οποία η περίπτωσή του ανήκει σέ ένα υψηλό επίπεδο, νά αναπνέουμε μέ ανακούφιση. ΑΞΙΩΜΑ: Yπάρχει μία τουλάχιστον μέθοδος σύγκρισης τών γνωστών μέχρι τώρα συστημάτων αισθητικής, η οποία τοποθετεί τήν περίπτωσή μας σέ ένα επίπεδο υψηλής ποιό- τητος. Εδώ αναπνέουμε μέ ανακούφιση. Γιά τίς υπόλοιπες μεθόδους είμαστε κρετίνοι. Θά μπορούσα νά χαρακτηρίσω «κρετίνο» έναν ο οποίος δέν αντιλαμβάνεται τήν σκοπιμότητα όλης αυτής τής ύπουλης πολυλογίας. Αγαπητοί φίλοι, η σκοπιμότητα τών πάντων είναι μία καί μόνη: η καλλιέργεια τού ανθρωπίνου πνεύμα- τος. Πάρτε π.χ. μιά φούγκα τού Μπάχ· γιά έναν αδαή κρετί- νο δέν είναι παρά ένα βαρετό νιαούρισμα. Άν τόν υποχρεώ- σετε νά τήν ακούσει καμμιά δεκαριά φορές μπορεί νά τού στρίψει, κάποιο εσωτερικό του όργανο: η σπλήνα π.χ. μπο- ρεί νά διογκωθεί, ενώ ο ένας του όρχις πιθανόν νά συρρι- κνωθεί ώστε νά διατηρηθεί η αριστερή απόκλιση -ο Μπάχ ως γνωστόν είναι αριστερόστροφος, ενώ ο Μπετόβεν δεξιό- στροφος· γιά τόν Μότσαρτ δέν τίθεται θέμα: στροφικά είναι ανισόρροπος-, αλλά καί άν ακόμα πεθάνει χωρίς η επιστήμη νά μπορέσει νά εξηγήσει αυτές τίς φαινομενικές βλάβες, τό θαύμα έχει συντελεσθεί: οι απόγονοί του, έστω καί γεννημέ- νοι πρίν απ' αυτό τό σπουδαίο συμβάν, μπορεί νά είναι χου- λιγκάνοι τετάρτης γενιάς, αλλά όταν τραγουδάνε τά συνθή- ματα τής ομαδάρας τους γιά στήστε προσεκτικά τό αυτί σα- ς· τί σάς θυμίζουν; Μήπως μιά φράση από τά κατά Ματθαί- ον Πάθη a capella, στρεβλωμένη από τά δικά τους havy α- κούσματα + φαντασιώσεις από σκυλοπαιδαριές στίς κρεβ- βατοκάμαρες τού Μεγάρου Μουσικής, αλλά γνήσια, περα- σμένη σ' αυτούς μέ μυστηριώδη τρόπο από τόν τυχερό συγ- γενή τους ως ευθεία, ή καί πρωθύστερος ακόμη, κληρονομι- κή ανώφλιος διαστρωμάτωσις; 20-3-1994 Θά ζητήσω πνευματικό άσυλο από τήν Νορβηγία. 25-3-1994 Καμμιά σημασία δέν έχει τό πώς έζησε τήν ζωή του ένας άν- θρωπος. υπάρχει μόνον ένας βαθμός καί καμμιά δυνατότητα σύγκρισης: άριστα! Εγώ, π.χ., στίς σχέσεις μου μέ τους άλ- λους ανθρώπους καί μέ τό περιβάλλον μου, υπήρξα άψογος. Στή σχέση μέ τόν εαυτό μου επίσης, υπήρξα τόσο άψογος ώ- στε, όταν κάποτε στό μέλλον ανακαλυφθεί τό όργανο τό ο- ποίο θά μπορεί νά μετρήσει αποκλίσεις τέτοιου είδους, μέ ποσοστό λάθους + - μηδέν εννοείται, από ένα ιδεατό πρότυ- πο, τό ιδεατό πρότυπο ίσως κοκκινίσει ελαφρά μπροστά μας προτείνοντας έναν δεύτερο γύρο· λυπούμεθα· είναι αδύνα- τον. {Θέλω νά πώ ότι τό ιδεατό πρότυπο είναι αυτό ακριβώς που συνέβη σέ κάθε περίπτωση. Έτσι κανένα σφάλμα δέν έχει γίνει ποτέ, αυτός ο κόσμος εί- ναι αλάνθαστος, αφού ό,τι συμβαίνει συμβαίνει μιά καί μό- νη φορά, μπορούμε δέ τώρα νά αντιληφθούμε πόσο ανόητη υπήρξε η διαμάχη περί τού άν ήτο ή όχι ο κάλλιστος, αφού ούτε χειρότερος ούτε καλλίτερος μπορεί νά γίνει. Απλού- στατα είναι ο μοναδικός. Εννοείται ότι τό ίδιο ισχύει γιά κάθε κόσμο. Ακριβώς επειδή είναι ο μοναδικός, αξίζει νά ζεί κανείς σ' αυτόν. (Ξέρει καλά ότι δέν μπορεί νά επαναλάβει τίποτα απ' ό,τι έκανε). Πάρτε, άς πούμε, έναν θεό ο οποίος δημιούργησε μιά φύση καί διάφορα όντα μέσα της γιά νά παίζει. Τό Α όν τό αφίνει νά ζήσει άνετα. Τού στρώνει τόν δρόμο, όπως λέ- με. Τού Β τού ξεσκίζει τά ύπατα. Κανένα πρόβλημα. Η σχέ- ση του μαζύ τους είναι άψογη. Καί, προσέξτε, μοναδική. Αλλά καί η σχέση τών όντων μέ τόν θεό τους είναι άψογη. Καί επίσης μοναδική. Ο κόσμος παρακολουθεί μέ τό μονα- δικό του μάτι -είναι ο εφευρέτης τής οικονομίας τών πραγ- μάτων, άς μήν τό ξεχνάμε-, απόλυτα ικανοποιημένος από τήν συμπεριφορά τών πρωταγωνιστών (όλοι είναι πρωτα- γωνιστές βέβαια, δέν υπάρχουν κομπάρσοι), προσέχοντας ώ- στε νά μήν επαναληφθεί τίποτα. Ως γνωστόν, η επανάληψη είναι η μοναδική αμαρτία. Ο θεός είναι ένα σύνολο ιδιοτήτων τόσο γελοίων, ώστε δέν μπορεί παρά νά υπάρχει. Εκφράζεται μέ εντολές, όπου εντο- λή = προτροπή πρός επανάληψη. Μ' άλλα λόγια μάς σπρώ- χνει στήν αμαρτία.} Μέ τί λεπτότητα! Μέ τί ευαισθησία, αυτός ο κόσμος, όταν ήρθε ο καιρός νά πεί τό μεγάλο ναί ή τό μεγάλο όχι, μέ διά- λεξε νά τόν εκπροσωπήσω! Μ' έχουν διαλέξει κι άλλοι κό- σμοι, αλλά η επιλογή τους ήταν σάν εντολή, ένα είδος υπο- χρεωτικής εξόφλησης τών ευεργεσιών, χάρη στίς οποίες, μέσα τους, είχα φτάσει στό σημείο νά μπορώ νά εκτελέσω αυτή τήν δύσκολη αποστολή. Σέ σχέση μέ ένα εξωτερικό ε- πικίνδυνο, δέν είχαν ίσως άδικο. Είχαν όμως άδικο σέ σχέ- ση μέ τό δικό μου εσωτερικό, γιατί δέν τούς αγαπούσα. Κι άν η λέξη αγάπη εμφανίζεται τόσο σπάνια σ' αυτές τίς σελί- δες, δέν είναι σπάνιες οι ξαφνικές στροφές τους όπου τό πε- ρίεργο χαμογελαστό της πρόσωπο είχε κρυφτεί, σάν νά ήξε- ρε εδώ καί πολλήν ώρα ότι θά παρατήσω έναν πληκτικό δρόμο που μέ είχε παρασύρει, όσο κι άν τό θέμα του μ' ενδιέ- φερε, καί παίρνοντας από πίσω σάν υπνωτισμένος κάποια παράξενη πρόταση, που δέν είχε κανέναν λόγο νά βρίσκεται εκεί, θά τό θυμόμουν, καί θά σταματούσα γιά νά ανάψω ένα τσιγάρο καί νά συλλογιστώ καλλίτερα τί είχε ένας άνθρω- πος επάνω του καί τόν προτιμούσε και πόσοι περνούσαν τήν ζωή τους δίπλα του στριφογυρίζοντας θυμωμένοι γιατί δέν τούς πρόσεχε. Μέ διάλεγαν συχνά νά εκπροσωπήσω διάφορους κόσμους, όταν έφτανε η ώρα νά πούν τό μεγάλο ναί ή τό μεγάλο όχι. Βέβαια, τό συχνά, είναι τρόπος τού λέγειν. Δέν πρόφταινα νά κάτσω νά ξεκουραστώ, μέ τά παπούτσια μου γεμάτα λά- σπες ακόμα απ' αυτούς τούς παλιόδρομους που αναγκαζό- μουν νά περνάω νυχτιάτικα, όταν η πόρτα μου χτυπούσε ξα- νά, μόλις προλάβαινα ν' αρπάξω ένα κομμάτι ψωμί κι όσο τυρί μούχαν αφίσει τά ποντίκια, έσβηνα τό κερί καί ξεχυνό- μουν μέ τήν απάντηση σφιγμένη στήν χούφτα μου, πίσω μου άκουγα κιόλας τά βήματα τού επόμενου κόσμου νά στρίβουν τήν γωνιά... Τό τί συνέβαινε μ' αυτούς, ή τό πιά ήταν η επιλογή τους, που φυσικά είχαν προαποφασίσει καί εγώ απλώς μετέφερα, δέν μ' ενδιαφέρει καθόλου. Εκείνο που μ' ενδιαφέρει είναι ότι ζώ ταυτόχρονα σέ πολύ περισσότερους κόσμους απ' ό,τι φανταζόμουν στήν αρχή, τά χτυπήματα στήν πόρτα μου γί- νονται συχνότερα, έχω φτάσει νά κοιμάμαι μέ τό παλτό καί τά γάντια. Δέν μού έμενε καθόλου καιρός. Έπρεπε συνεχώς νά μεταφέ- ρω τίς αποφάσεις τών κόσμων στούς οποίους ζούσα. Ευχα- ρίστως διέθετα τόν χρόνο μου. Καμμιά επίσης διάκριση δέν επέτρεπα στόν εαυτό μου νά κάνει ανάμεσά τους. Είχαν όλοι ίσα δικαιώματα απέναντί μου καί δέν σκόπευα ποτέ νά εκ- μεταλλευθώ τίς λεπτές διαφορές τίς οποίες η κάθε απο- στολή μου δημιουργούσε στήν ευαίσθητη ισορροπία μεταξύ τους, τόσο δύσκολα κερδισμένη στήν απέραντη διάρκεια τών προσπαθειών τους νά ημερέψουν. Άλλωστε ήταν όλοι κόσμοι μου, ζούσα σ' αυτούς, ίσως, άν αφίσω τόν εαυτό μου ελεύθερο, νά παραδεχτώ ότι μέ κάποιον τρόπο τούς αγαπού- σα καί υπέφερα μαζύ τους. Κάποτε, όταν αντικατασταθώ καθώς είναι αναπόφευκτο, μέ μιά τιμητική σύνταξη στήν τσέπη, έναν ήρεμο χώρο όπου καμμιά σκέψη δέν θά βιάζε- ται, άφθονο χρόνο νά διαθέτω εδώ κι εκεί, ίσως ασχοληθώ μέ τό σπουδαίο θέμα που μέ προβλημάτισε όλα αυτά τά χρό- νια: γιατί έπρεπε κάθε στιγμή γιά κάθε πράξη νά αποφασί- ζουν άν αυτή ήταν τό μεγάλο ναί ή τό μεγάλο όχι; Ο κόσμος είχε κιόλας στρίψει τήν γωνιά, τά μεγάλα του βή- ματα χτύπαγαν βαρειά πάνω στίς πλάκες, μιά δυό ξεκουνη- μένες που πλατσούρισαν βουλιαγμένες απ' τό νυχτερινό ανε- μοβρόχι τόν έκαναν νά μουγκρίσει θυμωμένα, βγάλε περίπα- το έναν κόσμο τό βράδυ στό πεζοδρόμιο, βρεμένο καλά όλη τήν ημέρα, άμα θέλεις νά μάθεις ποιός είναι, πέταξα τήν τσαλακωμένη απάντηση τού προηγούμενου στά νερά, αυτό τό απέραντο διάστημα που προσπαθούσαν νά ημερέψουν τούς είχε φαρμακώσει τήν καρδιά, δέν ήθελα νά πέσω στά χέρια του έτσι όπως βλαστημούσε, πήρα μιά απότομη στρο- φή καί προχώρησα βλαστημώντας κι εγώ πρός τό μέρος του. Συναντηθήκαμε στήν πόρτα μου καί πρόλαβα νά τής τραβή- ξω μιά κλωτσιά τήν ώρα που σήκωνε τό χέρι του νά τήν χτυπήσει. "Τί αριθμό έχετε;", τόν ρώτησα φτύνοντας τό νερό που κατρακύλαγε στό πρόσωπό μου χωρίς νά σηκώσω τό κεφάλι μου. "Γιατί;", απάντησε προσπαθώντας νά μέ ξεχω- ρίσει στό σκοτάδι. "Έρχεσθε από τό μαθηματικό τμήμα; Ε- μείς έχουμε ονόματα". "Ποιό είναι τό όνομά σας τότε;", ρώ- τησα ξανά γεμάτος περιέργεια. "Γιάννης", είπε. ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ "Κύριε Γιάννη", είπε ο μικρός υπηρέτης μου, χώνοντας τό κεφάλι του στήν πόρτα τής βιβλιοθήκης. "Πρέπει νά 'ρθείτε. Σάς ζητά κάποιος κύριος". Άν καί μέ δυσαρεστούσε ιδιαίτε- ρα νά μέ διακόπτουν όταν έγραφα -ήξερα καλά πως ό,τι άφι- να στή μέση δέν φαίνονταν ποτέ ίδιο στά μάτια μου μετά τήν έστω καί γιά λίγα λεπτά απουσία μου-, δέν μπορούσα βέβαια νά μήν κατέβω στό σαλόνι, όπου ένας σωματώδης άνδρας, νέος ακόμη καί ντυμένος κομψά χωρίς εκζήτηση, άν καί κάπως αυστηρά, έστρεψε δυό μάτια μ' ένα παράξενο φώς μέσα τους πρός τό μέρος μου καί είπε: "λέγεσθε Ιωάν- νης Καβάφης;". 30-3-1994 Τό μεγάλο ναί καί τό μεγάλο όχι περπατούσαν ξυπόλυτα στό πεζοδρόμιο μέ τίς μύτες τούς νά τρέχουν καί τό στόμα τους μπουκωμένο. Ο καιρός ήταν καλός κι ο ήλιος μπορού- σε νά φωτίσει ακόμα καί τόν λαιμό ενός χαμινιού, δείχνο- ντας τίς βρώμικες γαλάζιες φλέβες νά χτυπούν, μέ κάτι ψιλά γραμματάκια κεντημένα επάνω τους, τόσο κομψά καί φωτισμένα από ένα τέτοιο φώς, που όπως σ' όλα τά χαμίνια τού κόσμου λές καί λέει μέσ' στής καρδιάς τά φύλλα: γλυ- κειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα (Δ. Σολωμός: Ελεύθεροι πολιορκημένοι). Κανείς δέν ξέρει από ποιάν γεννιούνται τά παιδιά του. Πάρ- τε εμένα. Διαρκώς σκουπίζω τά χείλια μου. Όχι, όχι απ' τά φιλιά τους. Κάτι μέ φτύνει στό στόμα. Πάει καιρός που τό υποψιάζομαι. Στήν άκρη τής πόλης, σέ κάτι νερά, έπαιζε έ- να χαμίνι. Ο ήλιος φώτιζε τόν λαιμό του. Γιατί σταμάτησα τ' αμάξι; Εγώ τά κυνηγάω κάτι τέτοια. Χαίρομαι τήν λύσσα τους. Τήν βρεμμένη τους βλαστήμια. Κάτι μού θυμίζει. Τέ- λος πάντων. Γιατί σταμάτησα; Ποιοί τό 'χαν γεννήσει; Τί τό 'θελαν; Άνοιξα τό τζάμι καί τό φώναξα. Μ' έφτυσε στό στόμα αλλά ούτε μ' ένοιαξε. Στή φλέβα τού λαιμού του μέ είχε γραμμένο. Έβλεπα καθαρά τό όνομά μου νά χτυπάει: Γιάννη, Γιάννη. Πού χτυπούσε τό σπέρμα μου τίς νύχτες; Μπάρμπαρα, κόρη τού βουλευτή, σκύλα, ποιανής τή μήτρα φόραγες; Στά άγρια νερά τών χειμάρρων μας, πάνε τά μικρά χαντά- κια τών δρόμων τής εξοχής. Στίς πόλεις μέ τά πεζοδρόμια καί τίς ξεκουνημένες πλάκες που πλατσουρίζουν κάτω απ' τά βαρειά βήματα, είναι κανείς τυχερός άν γλυτώσει τίς σχάρες τών υπονόμων. Μπορεί κι ο καιρός νά 'ναι καλός. Ίσως ο ήλιος καταφέρνει νά φτάσει σέ κάτι στενά όπου τά σπίτια τής μιάς πλευράς τού δρόμου ακουμπούν σχεδόν στήν άλλη, όπως στίς συνοικίες τής Νάπολης ή στίς πόλεις από ντενεκέδες καί παράγκες που οι άνθρωποι αναγκάζουν τούς ανθρώπους νά ζούν χαμογελώντας στραβά. Όπως συμ- βαίνει σέ όλους τους κόσμους που τό ιδιαίτερο χαρακτηρι- στικό τους είναι ότι χρησιμοποιούν τά παιδιά γιά νά ισορ- ροπήσουν, υπάρχουν αρκετοί κι εδώ που καταλαβαίνουν τήν φρίκη τής δικαιοσύνης. Αυτό τό κομμάτι κρέας που φύτεψε ο άλλος μέσ' στήν κοι- λιά σου, γλυκειά μου κοπέλλα, καί που τό μεγαλώνεις εν- νιά μήνες πρίν σέ ξεσκίσει γιά νά βγεί, μπορεί νά σού μοιά- ζει, μπορεί νά μοιάζει καί στόν άλλον, αλλά η μυστική φλέ- βα που χτυπάει μέσα του καί κάνει τήν ζωή του νά μοιάζει μόνο μέ τόν εαυτό της, είναι ένα φιλί απ' τόν αληθινό του συγγενή, που μέσα στήν τρώγλη του, μέ τήν ευαισθησία τής μιάς δεκάρας που περίσσεψε απ' τά ποσά τών δικών σου σπουδών, μαθαίνει τήν γλώσσα τού βούρκου στόν γιό σου καί στήν κόρη σου, καί πώς στήν σκοτεινή μεριά τού μυα- λού τους θά σ' αναγνωρίσουν, όταν θά μεγαλώσουν καί θά μπορούν νά σού κόψουν τόν λαιμό καί νά σέ ονειρεύονται. Σέ κάποια φυλακή καλή μου, που θά ήταν δυνατόν κάποτε μέ άλλες κυρίες νά έχεις επισκευθεί, πρόσεξε μή δείς τά μά- τια τών παιδιών σου. Κάποια γιορτή γιά όλους μας· τούς ορφανούς· που μάς γεννούν καί μάς μιλούν οι ξένοι. Μεγάλη Δευτέρα 20;-4-1994 Μού έκαναν εγχείρηση (εμβολισμό). Δέν μπορώ νά γράψω καθόλου. Τά γράμματά μου είναι σάν τής πρώτης δημοτι- κού. Τά γράφω ένα ένα καί πρέπει νά σταματάω μετά από κάθε λέξη. Νοιώθω σάν τόν Τσάρλυ (Daniel Keyes: Λουλού- δια γιά τόν Άλγκερνον). Μόνο που εκείνος δέν πάθαινε κρί- σεις. Σήμερα πέθανε ο Γεννηματάς. Όλος ο κόσμος τόν αγάπαγε. Ήταν 55 χρόνων. Ο γιατρός σήκωσε τό κεφάλι του καί μέ κοίταξε· "μή λές ψέμματα", είπε. Ρέπω στό ψεύδος Τό κεφάλι μου ήταν εκεί ακριβώς που κοιτούσε. "Μή λές ψέμματα", είπε. Σφύριξα θυμωμένα. Τό σάλιο μου χτύπησε τό μάτι του μπαίνοντας βαθειά κάτω απ' τό βλέφαρο... Ο πιό γρήγορος δρόμος γιά τό μυαλό. Σφύριξα σιγανά. Είδα τά μάτια του νά μεγαλώνουν καθώς σήκωσε τό κεφάλι του καί μέ κοίταξε, είμαστε συνομήλι- κοι, ένοιωθα τίς γενιές τών προγόνων του νά κοιτούν τούς δικούς μου μέ τήν ίδια αρχαία φρίκη που είχε καί τό δικό του βλέμμα, τό πόδι του υψώθηκε κι η καρδιά μου χτύπησε σάν τρελλή από τόν φόβο που δέν θά φύγει ποτέ όσο υπάρχει αυτή η ράτσα γλυκά μου αδέρφια, άκουσα τό ουρλιαχτό τής φωνής του καθώς τράβηξε τήν σφεντόνα που κρέμονταν από τήν τσέπη τής άσπρης του μπλούζας κι έσκυψε επάνω μου. Ήμουν δεμένος στό φορείο από τότε που μέ πιάσαν αλλά δέν είχε καμμιά ελπίδα. Πίεσα μέ τήν γλώσσα μου τόν αδέ- να που γέμιζε δηλητήριο τό σάλιο μου. Δέν θά καταδεχό- μουν ποτέ νά τόν δαγκώσω. Στό παραμορφωμένο του πρό- σωπο, τό ασπράδι τών ματιών του τραγουδούσε ένα κομμάτι από τό παγωμένο χρώμα τής ανθρώπινης δικαιοσύνης. Τά βλέφαρά τους γλίστρησαν κλείνοντας. Πόσο αργά κινείται τό βλέφαρο αυτού τού ζώου! Τό δηλητή- ριο είχε περάσει τόν κερατοειδή, είχε απορροφηθεί από τά αγγεία καί κυκλοφορούσε στό αίμα όταν άρχισε νά κλείνει· σφύριξα σιγανά, ένα στά τρία πουλιά κατάφερνα νά προλά- βω τότε που κυνηγούσα όταν μόλις είχε μείνει μιά χαρα- μάδα ανοιχτή, ορθώθηκα σ' όλο τό περήφανο ανάστημα τής ράτσας μου, μπορεί κάποτε νά μάς τσάκιζαν τά κεφάλια, αλλά τώρα πιά δέν σερνόμαστε στά πόδια τους. Τού έπιασα μαλακά τούς ώμους καί τόν ακούμπησα πάνω στό γραφείο. Αρκετά κυβέρνησε ο υιός τού ανθρώπου αυτόν τόν κόσμο. --------------- 14-6-1994 Τί έχω κάνει; Κάθομαι εδώ μέ τήν αρρώστια μου, ακόμα καί στό μπαλκόνι μου είναι δύσκολο πιά νά βγώ, ίσως ο καιρός που δέν θά μπορώ νά κάνω τά λίγα βήματα μέχρι τήν πόρτα χωρίς κάποιον νά μέ στηρίζει δέν είναι μακρυά, τό παντζού- ρι μου δέν τολμώ νά τ' ανοίξω από τότε που τά μάτια μου δέν αντέχουν τό φώς (τό φώς δέν μπορούμε νά τό δούμε, μάς βοηθάει όμως όταν τά μάτια μας δέν τρέχουν νά βλέπουμε τά πράγματα γύρω μας, π.χ. έναν άνθρωπο που μάς έχει γυρίσει τήν πλάτη), κουράστηκε κι αυτό που έδειχνε μιά καλοσύνη μέσα μου καί τάϊζε όσα φοβήθηκαν καί έχουν κρυφτεί στό σκοτεινό εσωτερικό τού ανθρώπου· αξιαγάπητα πλάσματα, πώς νά τά διώξω, πώς νά ρίξω ξανά πίσω στόν κόσμο εκεί- να που τόσα χρόνια μέ παρακαλούν νά τά κρύψω βαθύτερα, χτυπούν τήν μικρή γροθιά τους στό στήθος μου μ' έναν αβά- σταχτο ρυθμό καθώς τό κεφάλι μου γέρνει, σπρώχνουν μέ μιάν απέραντη υπομονή πάλι έξω τόν αέρα που θέλει νά μέ γεμίσει, κι άν έχω λίγο χώρο μέσα μου σ' αυτά τόν χρωστώ, θά μέ είχε πλημμυρίσει ο κόσμος, τόσο άπληστος, τόσο ύ- πουλος, τόσο πρωτόγονος, τόσο πανταχού παρόν, τόν ακούω νά τριγυρίζει σφυρίζοντας σιγανά από πείνα, εμάς, μόνον ε- μάς έχει στό μυαλό του, τρίζουν τά δόντια του τίς νύχτες που χαλαρώνουμε, δέν έχεις παρά νά σηκώσεις τό κεφάλι σου νά τά δείς, κοφτερά σάν διαμάντια αστράφτουν έτοιμα νά πέσουν επάνω μας, λίγο σάλιο στάζει από τίς άκρες τών χειλιών του καθώς ξημερώνει, ανοίγω τά μάτια μου καί θυ- μάμαι: τί μπορεί νά είναι χειρότερο από τό ουρλιαχτό ενός κόσμου τήν ώρα που γεννιέται;, τό μισό κορμί του έξω νά παραμερίζει αυτά τά τρυφερά πράγματα, τό άλλο μισό ακό- μα μέσα έχει αρπαχτεί από τό χέρι μας γλυκά μου αδέρφια, καθώς τά γλιστερά τοιχώματα τόν σπρώχνουν, δέν θέλει νά βγεί, δέν θέλει νά τόν διώξουν, πιάσ' τον!, κράτα τον!, δώσ' του τό χέρι σου!, στήν ευγένεια τής φύσης μας χρωστάμε αυ- τή τήν απίστευτη ζωή αδέρφια μου, εντελώς τυχαία, έτσι δέν είναι;, εντελώς τυχαία περνούσαμε από 'κεί, ο δρόμος ή- ταν σκοτεινός καί γλίστραγε, κάτω απ' τήν τελευταία λά- μπα τής γωνιάς ένας κόσμος παραπατούσε, πιάστονε, θά πέ- σει, δώσ' του τό χέρι σου, γεννιόμαστε άρα διαρκώς από δώ καί μπρός μαζύ του, αλλά γιατί μάς μισεί;, γιατί μάς κατα- στρέφει;, ακούστε, ξέρουμε ότι ένας κόσμος τρέφεται μέ χώ- ρο, αλλά τέτοια πείνα;, τούς πιό πολλούς από εμάς δέν τούς αφίνει κάν νά μεγαλώσουν, εντάξει, ζούμε επάνω του, χρη- σιμοποιούμε τά υλικά του, φτιάχνουμε κάτι που τό χρειάζε- ται, σιγά σιγά, σπρώχνοντας, ένας καινούργιος χώρος φυ- τρώνει, ραγίζει σάν άσφαλτος τό πρόσωπό του κι ο καθένας από μάς ξεπηδάει σάν όμορφο λουλούδι εσωτερικότατα α- δέρφια μου, μέ τήν εσωτερικότητά του νά κάνει εκείνον νά ξερογλύφεται, αλλά φταίμε εμείς που αυτός δέν έχει καθό- λου εσωτερικό;, είναι δικό μας λάθος που αυτός, όπως όλοι οι κόσμοι, έχει μόνο εξωτερικό καί που σέ 'μάς δόθηκε αυτό τό χάρισμα νά φτιάχνουμε δηλαδή ένα εσωτερικό γιά νά α- ναπτυχθούμε μέσα του;, κι ακόμα που αυτός, ο λαίμαργος, μάς επιτίθεται από φόβο πρίν κάν μεγαλώσουμε σωστά, τρώγοντας τά φλούδια γύρω γύρω καί φτύνοντας στό πάτω- μα τά κουκούτσια που, πιστέψτε με, πιάνουν;· κοιτάξτε τώρα τί έχει κάνει, η σάρκα φεύγει κάτω απ' τό δέρμα μου κυνηγημένη πρός τό κέντρο αφίνοντας πίσω της ένα κενό που δέν προλαβαίνω νά συμπληρώσω, καθώς τά σκεπάσμα- τα τρίβονται πάνω μου τόσα χρόνια δέν έχει μείνει παρά ένα λεπτό χαρτί γιά νά τόν εμποδίζει νά φτάσει τίς μικρές κόκ- κινες φλέβες, "σπρώξτε", τούς φωνάζω, "σπρώξτε", ανεβά- ζω τήν πίεσή μου, ώς πότε θά καταφέρνω νά τόν αντέχω χω- ρίς τό κρέας μου, κοιτάξτε, έχω μαραγκιάσει, ζαρώνω, ξε- ραίνομαι, επιτρέπεται, σάς ρωτάω, επιτρέπεται νά δείχνει κανείς τήν φρίκη τού εσωτερικού του, επιτρέπεται νά αφί- νει νά τόν αναστρέφουν, τά όργανά του που ποτέ καμμιά αι- σθητική δέν μάς βοήθησε νά τά συμπαθήσουμε, νά δεχτούμε τίς γραμμές τους, ίσως ίσως -καί γιατί όχι- νά ανακαλύ- ψουμε ακόμα τήν κρυφή γοητεία που περιμένει υπομονετικά μέσα στίς λειτουργικές παραλλαγές μιάς κατ' αρχήν απο- κρουστικής όψης, τά όργανά του λοιπόν, ακόμα μασώντας, ακόμα αχνίζοντας, στάζοντας μέ τόση ακρίβεια τήν αναλο- γούσα ποσότητα, στήν αρχή ενός επιταχυντικού παροξυ- σμού, έχοντας μόλις σταματήσει τρέμοντας νά υπακούουν σέ μιάν ασύνετη καταστροφική εντολή, λιποθυμώντας προτι- μότερα, νά τά βγάζουν έξω στόν αέρα, καί ποιός;, ο ίδιος ο κόσμος, κυνηγώντας τα, βρίζοντάς τα, μέ τούς αφρούς νά στάζουν απ' τό στόμα του, τόση λύσσα, δέν πρέπει νά δια- μαρτυρηθεί, δέν πρέπει νά αρνηθεί νά υπακούσει;, μάς ενδια- φέρει εδώ τό κόστος;, εδώ... έχει γίνει πενήντα χρονών, για- τί νομίζει ότι μεγάλωσε;, γιατί νομίζει ότι τόν έτρεφαν;, ποιός στ' αλήθεια πιστεύει ότι είναι ο μεγαλύτερος κίνδυ- νος που μπορεί νά τόν απειλήσει;, ποιά είναι η μεγαλύτερη παγίδα που μπορεί νά τού στήσουν;, ακούστε... γιατί μέ φο- βάται;, γιατί κάνει έτσι;, είμαστε συνομήλικοι, τί τόν έπια- σε τώρα;, εγώ δέν ξέρω γιά ποιόν μιλάω, δέν ξέρω πού νά τοποθετηθώ, δέν ξέρω πού βρίσκομαι, κι έπειτα ποιός είναι αυτός ο κόσμος;, μέχρι πού φτάνει;, κι άν τό κορμί αυτό τού ανήκει, επιτρέπεται νά τού φέρεται έτσι μόνο καί μόνο γιά νά βρεί πού κρύβομαι;, νά τού λειώνει τό κρέας!, νά εκθέτει τά όργανά του!, ένας συμμαθητής μου!, ένας συνομήλικος!, εγώ... σχεδόν δέν τό ακουμπάω αυτό τό κορμί, ούτε κάν ξέ- ρω τήν γλώσσα του, έπαιζα λίγο μαζύ του, ναί, θυμάμαι, αλ- λά αυτό αποτραβήχτηκε, έκλεισαν τά μικρά παράθυρα απ' ό- που φαίνεται ο νούς κι ο θόλος όπου ζεί τό μυαλό σφράγισε τίς ραφές του, μέ έσπρωξαν ευγενικά πρός τά έξω, ούτε κάν μπουσούλαγα τότε, έκατσα στό μπροστινό σκαλοπάτι καί κοιτάζω τόν δρόμο, ούτε μέσα του, ούτε μακρυά του μπορώ νά πάω, είναι τόσο δύσκολο νά μέ βρεί κανείς;, γιατί κάνει πως δέν μέ βλέπει;. -------------- 14-7-1994 Αξιαγάπητα πλάσματα. Είναι δυνατόν αυτός ο κόσμος νά φιλοξενήσει; Μικρές, τρυφερές υπάρξεις, τόσο διαφορετικές από τήν δικιά μου ουσία κι όμως τόσο συγγενείς· πράξεις που ταξιδέψατε: ένα χάδι, ένα φιλί, ένα γοργό βλέμμα πό- θου, μιά αστραπή μίσους καθώς κάτι αγαπημένο παρασύ- ρεται, τά κουρέλια κάποιας εκδίκησης, η λυπημένη έκφρα- ση μιάς απελπισίας που αναγκάστηκε νά χτυπήσει μιά καρ- διά, σφιχτείτε επάνω μου, αγκαλιάστε με, δέν υπάρχει σπίτι γιά μάς, εκείνο, θυμάμαι, έκλεισε τρομαγμένο τίς χαλαρές ραφές που πίσω τους άκουγε τό μυαλό, ούρλιαξε γιά μιά στιγμή καθώς ο νούς γέμισε τά μάτια χώμα, χτύπησε τά χέ- ρια στόν αέρα καί σωριάστηκε, από τόν αφαλό τό είχαν αρ- πάξει, ο κόσμος τού ήπιε τή ζωή μέ μιά γουλιά. ΤΕΛΟΣ ΕΝΑΤΟΥ 24