Η αγόρευση αυτή είναι παρμένη από το
βιβλίο «Οι περιπέτειες της δημοτικής» του Γ. Λαμψίδη
(1993). Διατηρείται η ορθογραφία και η σύνταξη του πρωτοτύπου.
ΒΑΣΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ (βουλευτής
Αθήνας της Ν.Δ.)
Κύριε Πρόεδρε, κύριοι βουλευταί, είχα εκφράσει εντός και εκτός της Βουλής το
πολιτικό προαίσθημα, ότι επί πρωθυπουργίας Καραμανλή, η δημοκρατική
μεταπολίτευση θα φέρη και τη γλωσσική μεταπολίτευση
και την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Είναι εθνικό γεγονός και αποτελεί καλή τύχη
και μεγάλη τιμή για τα μέλη αυτής της πρώτης απελευθερωτικής Βουλής, ότι θα
μας απελευθερώση, θα μας λυτρώση
και από το γλωσσικό άγχος.
Νομίζω,
ότι η πίστη στη δημοτική και η χρήση της δημοτικής δεν έγινε πρώτη φορά τον
περασμένο αιώνα, όπως λέχτηκε στην αίθουσα αυτή, αλλά άρχισε πριν από 400
χρόνια. Η Νεοελληνική γιατί έτσι πρέπει να τη λέμε δεν είναι μόνο γλώσσα του
Δήμου, αλλά και των πνευματικών ανθρώπων και των διανοουμένων. Είχε γίνει ακόμα
και επίσημη γλώσσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όμως στο νεοσύστατο Κράτος των
Ελλήνων επεκράτησεν ο πιο αντιδραστικός λογιωτατισμός, γιατί το Κράτος εκείνο είχε βαυαρική δομή,
αλλά και σκοταδιστική πολιτική. Ώσπου, κατά την μεσαιωνική επταετία έγινε και
θύμα βαρβαρικής επιδρομής.
Στο κλασσικό διάλογο του
ποιητή με το σοφολογιώτατον του Διονυσίου Σολωμού, ο ποιητής του Εθνικού Ύμνου
του λέγει: «Είδαμε το όφελος που εκάματε με τα φώτα
σας στην επανάσταση της Ελλάδας. Ακούσαμε ποιητάδες ανόητους που ήθελαν να αθανατήσουν τους ήρωες και οι παινεμένοι ήρωες δεν
καταλάβαιναν λέξη».
Ο
Διονύσιος Σολωμός είχε ψυχρανθή ως και με τον αδελφόν του, που τότε Εθνική Συνέλευση είχε κηρυχθή, στο 1850, υπέρ της καθαρεύουσας. Αλλά αυτής της αντιδράσεως εκτοπλάσματα δεν
υπάρχουν στην αίθουσα αυτή. Το χειρότερο ήταν, ότι άρχισε να ταυτίζεται το
τυπικό της Γραμματικής με το αρχαίο. Δεν υπήρχε χειρότερος αρχοντοχωριατισμός.
Ρωτούσε ο Δημήτρης Βερναδάκης: «Πώς είναι δυνατόν να
κατάρτιση ποτέ εθνικήν γλώσσαν και φιλολογίαν το Έθνος, όπερ προσπαθεί να συγκαλύψη
και αποκρύψη την μητρικήν
του γλώσσαν εν παντί και πάντοτε και εκ παντός
τρόπου, προτιμά δε να ψελλίζη μάλλον φραγκιστί και να μεταχειρίζεται γλώσσαν ανύπαρκτον μάλλον,
παρά την μητρικήν του, ην νομίζει και ονομάζει χυδαίαν;».
Δίνουμε
την απάντηση τώρα, στο 1976. Όχι δεν μπορεί. Φτάνει πιά.
Τώρα θα καθιερωθή η δημοτική χωρίς υπερβολή, χωρίς
εκζήτηση, γιατί αλλιώς θα ήταν και αυτή μια γλώσσα φκιαχτή,
όπως η ψυχαρική. Αλλά τι σημαίνει υπερβολή; Δεν
δέχομαι ότι υπερβολή θα εσήμαινε η κατάργηση του
πολυτονικού συστήματος;
Ως
προς τούτο, προ μηνός είχα δημοσιεύσει την άποψη μου, ότι όπως η Εκτελεστική
Εξουσία θεσμοθετεί την νεοελληνική γλώσσα σε όλες τις βαθμίδες της εκπαιδεύσεως,
ευκταίο θα ήταν να θεσπίση και την κατάργηση του
πολυτονικού συστήματος. Είχα προσημειώσει, ότι η κατάργηση του πολυτονικού
συστήματος πρέπει να γίνη αναπόσπαστα με την
καθιέρωση της δημοτικής.
Κύριοι
βουλευταί, γνωρίζω, ότι υπάρχουν και άλλες απόψεις.
Θα ήθελα να σας πείσω όσο μπορώ, ότι τούτο δεν αποτελεί νεωτερισμό. Οι
εφημερίδες της δικής μας παρατάξεως, με τους πιο εκλεκτούς συνεργάτες τους
κηρύχθηκαν υπέρ της καταργήσεως του πολυτονικού συστήματος.
Στην έρευνα του Κώστα
Τριανταφυλλίδη, που και άλλος αξιότιμος αγορητής υπέμνησε, την 21.9.75, τίθεται
κρυστάλλινα το θέμα έτσι:
«Το πολυτονικό σύστημα είναι εφεύρεσις αλεξανδρινή για να μαθαίνουν οι Ασιάτες και οι
Αφρικανοί να προφέρουν σωστότερα τα ελληνικά. Οι οξείες, οι βαρείες, οι
περισπωμένες, οι ψιλές και οι δασείες, δεν έχουν καμμιά
απολύτως σχέση την ιστορική μας ορθογραφία. Άλλωστε η ραγδαία εξέλιξη του
ζωντανού ελληνικού λόγου, του πρώτου κιόλας αιώνα μετά την εφεύρεση τις
αχρήστευε, πολύ ενωρίς, ακόμη και διά τους ξένους. Η
επιβίωση στο γραπτό λόγο κατετυράννησε 2000 χρόνια
τους Έλληνες». Αυτά στην «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ».
Στη
«ΒΡΑΔΥΝΗ» γράφει σχετικά ο Κυριάκος Σιμόπουλος, ένας από τους πιο καλλιεργημένους
δημοσιογράφους και λόγιους της γενιάς μας, που έγραψε και το βιβλίο «Η γλώσσα
και το 21».
Ο
διαπρεπής γλωσσολόγος Χατζηδάκης ζητεί την πολυτονική μεταρρύθμιση από το 1911:
«Επειδή τας μεγίστας
δυσκολίας ευρίσκουσιν οι μαθηταί
ευθύς εν αρχή της γραμματικής τουτέστιν εν τοις διδάγμασι
περί τόνων και πνευμάτων, μεθ' ων συνάπτονται τα περί
μακρών και βραχέων φωνηέντων... κλπ.».
Ο
κορυφαίος αρχαιολόγος Τσούντας έγραψε το 1913: «Χάριν
της απλοποιήσεως της ορθογραφίας ημών δέχομαι αδιστάκτως
την κατάργησιν των τόνων και των πνευμάτων».
Θα
ήθελα να μου επιτραπή να σας επιστήσω την προσοχή ότι
εκείνοι που κηρύχθησαν υπέρ της καταργήσεως του
πολυτονικού συστήματος δεν ήσαν αυτοί που λέγονταν στην εποχή τους
προοδευτικοί, ή ριζοσπάστες, ήσαν πνεύματα συντηρητικά. Και δίνει μια θαυμάσια
ανάλυση του θέματος ο καθηγητής Ξηροτύρης, μόλις στο
χθεσινό φύλλο της «Καθημερινής». Ο Ξηροτύρης ήταν,
όπως ξέρετε βασικό στέλεχος, νομίζω και Πρόεδρος της επιτροπής Παιδείας του
Υπουργείου. Και η Επιτροπή Παιδείας τότε όχι επί της Υπουργίας του κ. Ράλλη -
είχε αποφασίσει κατά πλειοψηφίαν την κατάργηση του
πολυτονικού συστήματος, αλλά ο προκάτοχος σας δεν το είχε δεχθή.
Ελπίζω να γίνη αποδεκτό από σας, γιατί είναι και αυτή
μία ιστορική επιταγή.
Και
πέρα από τον Χατζιδάκη, το 1932, ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης μας είπε ότι, «το ζήτημα των τόνων
είναι το μεγαλύτερο βάσανο». Το είχε εισηγηθή τότε
στον Μεταξά. Εκείνος μάλλον το ήθελε, αλλά είχε ενδοιασμούς. Φοβόταν την
αντίδραση. Και όταν για να τον πείση, τον ηρώτησε τι τόνο ήθελε το ξίφος, ο Μεταξάς -που δεν είμαι
εγώ εκείνος που θα υποτιμούσα την μόρφωση του- έκαμε λάθος!
Το
1939 ο Πρόεδρος της Ακαδημίας Μπαλάνος, κατά τον
Προεδρικό του λόγο, επρότεινε την κατάργηση των
τόνων. Το 1949 υπεστήριξε το ίδιο στη «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ».
Θα ήθελα να πάω σε ένα άλλο
θέμα, το οποίον έθιξε ο σεβαστός μου συνάδελφος κ. Ζακυθηνός.
Είπε, ότι η αρχαία λέξη είναι αυθύπαρκτη αξία. Πολύ σωστά. Αλλά από εκεί και
πέρα οι σκέψεις μας χωρίζουν. Είναι αυθύπαρκτη αξία, αλλά ο σκοπός είναι να την
νοιώσουμε όχι σαν μουσειακή αξία, αλλά σαν ζωντανή πνευματική αξία για το
γένος.
Ο
ερωτάς μας για την αρχαιότητα, που είναι η λαμπάδα της ιστορίας, δεν πρέπει να
μας οδηγήσει σε αυτό που ο Φώτος Πολίτης εχαρακτήριζε
σαν προγονοπληξία. Δεν πρέπει να μας οδήγηση στην τυπολατρεία,
αλλά στην μέθεξη στην αρχαία σοφία.
Και
πρέπει να σας εξομολογηθώ, κύριοι συνάδελφοι, ότι εγώ που δεν είχα κακό βαθμό
στα αρχαία, αρίστευσα από τότε που μου άνοιξαν τα μάτια στο αρχαίο πνεύμα οι
μεταφράσεις του Γρυπάρη. Τότε είπα, ότι πρέπει αυτή την αυθύπαρκτη αξία να την
ενστερνισθώ.
Κύριοι
συνάδελφοι, ακόμη από το 1850 ο Τυπάλδος έγραφε: «Από το ζήτημα της γλώσσας
κρέμεται η ζωή και η πρόοδος του Έθνους όλου, αν ήταν αλήθεια ότι η ζωντανή
γλώσσα είναι ανάξια να γράφεται, τότε τι ανήκουστη δυστυχία για το Έθνος...»
Ο
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης το 1863: «Η γλώσσα των ξεπερασμένων είναι πλασμένη με
την στάχτη των πεθαμένων και η γλώσσα η ζωντανή είναι ζυμωμένη με το αίμα της
ψυχής των Ελλήνων».
Πριν από ένα αιώνα το έλεγε
και πλέον! Και μόλις τώρα η γλώσσα, η δική μας, η ζωντανή, γίνεται θεσμός, με
παρόρμηση πρωθυπουργική, με υποδομή διακομματική, με συναίνεση ενθουσιαστική,
πανελλαδική, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαιδεύσεως, η δημοτική. Όλα τα σχολικά
βιβλία στη δημοτική. Αλλά για το Θεό, όχι, κ. υπουργέ, τα Νεοελληνικά της Ε'
και ΣΤ' του Γυμνασίου έχουν μόνον ένα ζωντανό
ποιητή, ανάμεσα στους 28. Και βέβαια ανάμεσα στους νεκρούς δεν έχουν τον
Βάρναλη, ενώ θα μπορούσαν οπωσδήποτε να τον έχουν, όπως και μία άλλη τάξη ήδη
τον έχει.
Ιδιαίτερα ας μην πούμε ότι
είναι αποκυήματα του ιστορικού υλισμού τα έξοχα ποιήματα του για την Παναγία.
Έχουν βαθειά ανθρωπιά.
Άνδρες πολιτικοί μάταια
διεκδικούν την δημοτική. Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου
το 1908. Του οφείλει πολλά το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, που από το βήμα
αυτό του απευθύνω θερμό χαιρετισμό για τα 50 χρόνια που γιορτάζει σε λίγο, και
μένω με την προσδοκία ότι ο αξιότιμος υπουργός της Παιδείας θα ικανοποιήσει
την ελπίδα για την ίδρυση εκεί Σχολής Καλών Τεχνών.
Ο
Γεώργιος Παπανδρέου το 1932 ως υπουργός, το 1964 ως πρωθυπουργός με τον κ.
Παπανούτσο, που είχε στη σύσκεψη για την παιδεία πολύτιμη συμβολή καθρεφτισμένη
και στη σημερινή του ομιλία, την τόσο ουσιαστική.
Ο
Ίων Δραγούμης το 1911. Αλλά ο Μυστριώτης βέβαια έλεγε
ότι «η χυδαία γλώσσα δύναται να χρησιμεύση ως
διευθυντής των βλακών και ουχί των απογόνων του
Πλάτωνος, του Αριστοτέλους, και του υιού της Ολυμπιάδος».
Προοδευτικοί
δημοσιογράφοι του απαντούσαν με κύρια άρθρα στη γλώσσα του λαού, όμως οι
σκοταδιστές τους σπάζουν την πέννα.
1913: Για πρώτη φορά
φωτισμένα πνεύματα, αποκτούν νεοελληνικά αναγνώσματα και στη δημοτική. Μα το
1914 φέρνει τον γλωσσικόν ερμαφροδιτισμό.
1917: Ελευθέριος Βενιζέλος: «Εθέσαμε σήμερα τα θεμέλια ενός μεγάλου έργου. Εύχομαι να
έλθη εις αίσιον πέρας για το καλό του Έθνους». Δεν ήλθε εις πέρας. Δεν το επρόλαβε. Σήμερα γίνεται με θεσμοθέτη τον Κωνσταντίνο
Καραμανλή και με αυτήν την Βουλήν ομοψηφούσαν σε
διακομματική βάση, όπως τόνισε πολύ χαρακτηριστικά ο Αρχηγός της Αξιωματικής
Αντιπολιτεύσεως κύριος Γεώργιος Μαύρος. Αυτή είναι μάλιστα αλλαγή.
Βιβλία
της δημοτικής είχαν ριχτή στη πυρά σε μεσαιωνικές λειτουργίες με την κατηγορία
ότι «οι συγγραφείς σκοπούσι να διαπλάσωσι
μαθητάς απάτριδας». Όμως η συμφιλίωση
της γλώσσας με τη ζωή περπατούσε, παρά τις αντιδράσεις της πολιτείας. Έγραφε ο Ελισσαίος Γιαννίδης: «Τώρα μπορεί
να μιλά κανείς την δημοτική ασκαντάλιστα».
Ο Τριανταφυλλίδης με τον
Δελμούζο είχαν διωχτεί από το Υπουργείο Παιδείας. Αργότερα ευτύχησα να ακούσω
την διδαχή του πρώτου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Το 1928, το Συντακτικό της
δημοτικής του Τζάρτζανου απετέλεσε σταθμό. Το 1932, η Γραμματική για τα
Ελληνόπαιδα της Ρωσίας του Ηλία Βουτιερίδη. Τρία
άρθρα του Φώτου Πολίτη στην «Πρωΐα» το 1934
απέρριπταν την μικτή γλώσσα.
Ιδού κάτι μαργαριτάρια από
παλιά αλφαβητάρια, εγκεκριμένα από την Κρατική Επιτροπή: Ωτα,
ία, ωά (αλφαβητάριο Παπαμάρκου).
Τα κακά παπία
κίκι τας κακάς πάπιας (αλφαβητάριο Οικονόμου 1916). Ρίς, Ίρις, Ζίζυφον (Κρατικόν αλφαβητάριον 1910).
Για φαντασθήτε,
κύριοι συνάδελφοι! Αυτά έπρεπε να καταλάβουν τα μικρά παιδιά και να μάθουν να
μιλούν έτσι. «Οι χοίροι νίκτουν, τα χοιρίδια κουΐζουσιν, οι όφεις υΐζουσιν».
Φράσεις από το αλφαβητάριο του Παπαμάρκου το 1921.
Ακούω
τη φωνή του Γιώργου Σεφέρη: «Πέρασαν 20 αιώνες περίπου από την εποχή των
ευαγγελίων, ως τα χρόνια που προετοίμαζαν τον Παλαμά, ως τα χρόνια που ξυπνά το
σκλαβωμένο Έθνος. Έχουμε την εντύπωση πως γυρίζουμε πίσω από κλειστό πύργο, που
δεν θα ανοίξουμε ποτέ. Κείμενα νεκρά και η γλώσσα τους νεκρή».
Μα
από τώρα ζωντανά, προσιτά, σε όλα τα επίπεδα τα εκπαιδευτικά. Άλλωστε τίποτε
δεν υπάρχει πιο πλαστό, από την αντίθεση της εκκλησίας, στη γλώσσα του λαού.
Είναι μία δεισιδαιμονία, είναι ένα ψέμα αυτό. Εμψυχώνοντας το 1570 ο Δεσπότης
Πάφου Κονταρίνης το ποίμνιο του, για αντίσταση κατά
των Τούρκων, μιλούσε στη ψυχή του με τη δημοτική. Μα βέβαια ακατάλυτη θα μείνη και ψαλλόμενη η γλώσσα η εκκλησιαστική. Μόνον
άξεστοι, μόνον φωτοσβέστες, όπως οι Απριλιανοί, θέλησαν κάτω από τις θεομπαιχτικές αψίδες της «Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών», να
μας κάνουν κατήχηση με την παπαδοπουλική ασυνταξία
που την μυκτήριζε η λαϊκή θυμοσοφία και με εκείνο το απερίγραπτο «περί εθνικής
γλώσσης» βιβλίο του Αγγελή.
Η
Εκκλησία πρωτοπόρησε και προσημείωσε στη διαμόρφωση και στη διδαχή της
δημοτικής. Πρώτος συντάκτης της «Γραμματικής Νεοελληνικής γλώσσας», ένας
Κερκυραίος θεολόγος στη Βενετία, ο Νικόλαος Σοφιανός, πριν από το 1554, «για να
διορθωθή -όπως έγραφε- το πάθος απαιδευσίας
και να ανακαινισθή και να αναφτερουγιάση
το σκλαβωμένο γένος. Για την δική μας ομιλία, οπώχει
τέτοια ευταξία και αρμονία». Πρόλογος του...
Κύριοι
βουλευταί, νομίζω ότι έξω από την τροπολογία την
οποία ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολιτεύσεως εισηγήθηκε και την προσυπογράφω
οποιαδήποτε αναδιατύπωση άρθρου του νομοσχεδίου αυτού, θα αποτελέσει ζημία και
όχι κέρδος. Είναι το καλύτερο νομοσχέδιο που θα μπορούσε ποτέ να έλθη στη
Βουλή».
Επιστροφή