V. 120 Οι ερωτευμένοι δεν ταιριάζει να κοιμούνται

Καὶ νυκτὸς μεσάτης τὸν ἐμὸν κλέψασα σύνευνον

ἦλθον καὶ πυκινῇ τεγγομένη ψακάδι.

τοὔνεκ΄ ἐν ἀπρήκτοισι καθήμεθα κοὐχὶ λαλεῦντες

εὕδομεν͵ ὡς εὕδειν τοῖς φιλέουσι θέμις;

 

1.  Μετάφραση Γ. Καραμανώλη

Ξεγέλασα τον άνδρα μου κι ήρθα μέσα στη νύχτα,

  μούσκεμα από τη δυνατή βροχή.

Ταιριάζει λοιπόν να μένουμε έτσι άπραγοι, αντί να μιλάμε

  και να πλαγιάζουμε μαζί όπως κάνουν οι ερωτευμένοι;

 

 

2. Μετάφραση Α. Λεντάκη

 

Μεσάνυχα και σκαστή απ’ τον σύγκλινό μου

  και μέσ’ τη μεγάλη βροχή ήρθα.

Άπραγοι λοιπόν θα καθόμαστε και δε θα συνομιλούμε

  πλαγιάζοντας, ως πρέπει να πλαγιάζουν εραστές;

 

 

3. Μετάφραση Ν. Χουρμουζιάδη

 

Και στα μεσάνυχτα τον άντρα μου για σένα ξεγελώντας

  έφθασα εδώ κι απ’ τη ραγδαία βροχή πνιγμένη.

Γι’ αυτό καθόμαστε άπραχτοι; γι’ αυτό κοιμόμαστε σιωπώντας,

  λες και στον ύπνο έχουν δικαίωμα οι ερωτευμένοι;

 

 

 

Επιστροφή στον Φιλόδημο