Έτσι που γυρίσαμε
γυαλίζουνε οι ράγιες στο σκοτάδι
απ’ την πολλή σιωπή
έτσι που γυρίσαμε
βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους
και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο
θα μας περισσεύει
και τα τέσσερα χρόνια
γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας
θα μας λείπουν
έτσι που γυρίσαμε κi οι δρόμοι προχωράνε
τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία
σε πένθιμους φακέλους
κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
Θεέ μου! ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
κι ας μου ζητούσε
την ταυτότητά μου.
Γράφτηκε το 1952 και δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952) και μετά στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974. Το πήρα από τον δικτυακό τόπο paremvaseis.org και έκανα αντιπαραβολή με τη συγκεντρωτική έκδοση. Το ποίημα έχει μελοποιηθεί από τον Μιχ. Γρηγορίου στο δίσκο "Ανεπίδοτα γράμματα" (1975)
Επιστροφή