|
|
|
Αλητισμόςτου Τεύκρου Ανθία (1904-1968) |
|
|
|
|
|
|
|
«Τι τρομερός, τι τρομερός, πούναι κι αυτός ο αλητισμός!» Τέτια μιλώ, παραμιλώ, την κάθε μέρα και γελώ με τον ανόητο εαυτό μου, |
|
πόχει πιστέψει στη ζωή και
την ερμιά του κόσμου. |
||
|
|
|
|
|
|
|
«Σήμερις έχουμε ψωμί, κι αν δεν υπάρχει, θα βρεθεί!» Με τέτια σκέψη τριγυρνώ εδώ κι εκεί κι όλο περνώ πάντα μες τ΄ όνειρο, στην
πλάνη, |
|
και το κουφάρι μου γερνά,
κοντεύει να πεθάνει. |
||
|
|
|
|
|
|
|
«Κάποιαν αγάπη καρτερώ και θάρθει σύντομα, θαρρώ». Φτωχή καρδιά, καρδιά τρελή, πόχεις πεποίθηση πολλή στα μαδημένα τα φτερά σου, |
|
είν΄ ο αγέρας δυνατός κι
ανάλαφρη η χαρά σου. |
||
|
|
|
|
|
|
|
«Δεν ήρθε απόψε. Τι μ΄ αυτό; Στη μοναξιά θ΄ αναπαυτώ». Ίσως και νάρθει την αυγή, εδώ στον πάγκο να με βρει, μ΄ ένα φιλί να με ξυπνήσει. |
|
Τάχα γιατί ν΄ απελπιστώ κι
αν λίγο ακόμη αργήσει; |
||
|
|
|
|
|
|
|
«Ω τι γλυκός, ω τι γλυκός, πούναι κι αυτός ο αλητισμός!» Τέτιον επίλογο θα πω, σα μια νυχτιά θα κοιμηθώ στον ουρανό από κάτου |
|
και θ΄ απλωθεί τριγύρω μου
το σκότος του θανάτου.- |
||
|
|
|
|
|
|
|
Συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη, Αθήνα 1929, σ. 7-8. |