Αντιθέσειςτου Τεύκρου Ανθία (1904-1968) |
|
|
|
Είναι μιαν ώρα, μια στιγμή,
που με κυκλώνουνε οι λυγμοί, και πάω να κλάψω δυνατά,
να λυτρωθώ απ΄ τα βάσανα, σ΄ αυτή την όμορφη βραδιά,
να κλάψω για όλα τα παιδιά που μες τους δρόμους
τριγυρνούν, απόκληρα, πεντάρφανα. Ιδού! ο μικρός μας Θοδωρής
κι ο πιο μεγάλος ο Ριρής, στο πεζοδρόμι κάθουνται,
χαζεύουν και καπνίζουνε, πιο πέρα ο Φάνης κι ο Τοτός,
που τους παιδεύει ο πυρετός, βρωμολογούν και βλαστημούν,
γελούνε και δακρύζουνε. Και κάποιος μορφινομανής,
γιος της μαντάμας της Φανής, – σκιάχτρο και φάντασμα
χλωμό, σαράβαλο κ΄ ερείπιο – περνάει μπροστά τους σιωπηλά,
τους αντικρύζει και γελά, με τ΄ άθλιο παντελόνι του
και το πουκάμισο το τρύπιο. Και μες τη σάλαν η κυρά,
πλημμυρισμένη από χαρά, παίζει Μπετόβεν και Σοπέν,
πιανίσσιμο και φόρτε, μερακλωμένη τραγουδά κ΄ έχει
στο πλάι το λαδά, που προσπαθεί πολύ κουτά
να της σερβίρει κόρτε.- |
|
|
|
Συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη, Αθήνα 1929, σ. 45. |