«Εκείνη δεν απήντησεν...»του Τεύκρου Ανθία (1904-1968) |
|
|
|
Αλήτικη ζωή! δε σε
βαρέθηκα, μ΄ όλο που μ΄ έκανες
ερείπιο. (Γελώ και καμαρώνω, εδώ
που βρέθηκα, το παντελόνι μου το
τρύπιο). |
|
|
|
Κοιτάζω το σακάκι μου το
νόστιμο, και το θρηνώ, χωρίς αιτία. (Το κλάημα μου προσφέρεται
σαν πρόστιμο για την αθλία μου
αλητεία). |
|
|
|
Κρατώ ένα μικρουλάκι
ξεροκόμματο, και μες στο δρόμο το
σπαράζω. Κινούμαι βλακωδώς, καθώς
αυτόματο, και με τον κόσμο
διασκεδάζω. |
|
|
|
Ιδού! κάποια μαντάμ
κρατάει τη τσάντα της κι ενώ με βλέπει,
χαχανίζει. Και γνέφει στον ηλίθιο τον
άντρα της, που κάπου εκεί κάτι
ψωνίζει. |
|
|
|
Γιατί, παρακαλώ, μαντάμ,
γελάσατε; Πως είμαι αλήτης σιωπηλός; Αχ! φαίνεται ποτέ σας δεν
πεινάσατε... ...Με συγχωρείτε... είμαι
τρελός... |
|
|
|
«Εκείνη δεν απήντησεν...»,
ως έγραψε μια συγγραφεύς ρομαντική. Γελούσε, ναι, γελούσε και
δεν έπαψε, -ν- ώσπου τραβήχτηκα από
κει. |
|
|
|
Αλήτικη ζωή! δε σε βαρέθηκα, μ΄ όλο μου μ΄ έκανες ερείπιο. (Γελώ και καμαρώνω, εδώ
που βρέθηκα, το παντελόνι μου το τρύπιο).- |
|
|
|
Από τη συλλογή Τα σφυρίγματα του αλήτη, Αθήνα 1929,
σ. 61-62. |