Το ιστιοφόροτου Τεύκρου Ανθία (1904-1968) |
|
|
|
Σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε,
στον πόνο μας πιστοί, – ξένοι, που νοσταλγήσανε
πατρίδα όλη τη γη – κάποια αγωνία μάς έδερνεν
από το βράδι ως την αυγή, πως το κουράγιο μας γοργά σαν
κύμα θα σβυστεί, σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε,
στον πόνο μας πιστοί. |
|
|
|
Νύχτα ήταν τρισκότεινη,
δίχως μια λάμψη έστω μικρή, κ΄ είχε η ζωή μας
αιστανθεί μεγάλο απαυδημό· κ΄ είχε η καρδιά μας
σφαλιχτό, σα φυλαχτό της τον καημό και λέγαμε στενάζοντας :
«Πότε θα φτάσουμε αντικρύ;» Νύχτα ήταν τρισκότεινη,
δίχως μια λάμψη έστω μικρή. |
|
|
|
Μα, ως τόσο, κι αν
γινήκανε κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά, και το ιστιοφόρο μας
επνίγη στο βυθό, -ν- η τρικυμία εδιάβηκε
–γιατί να λυπηθώ;– και να! που φτάσαμε γεροί
σε φως κι απανεμιά, κι ας μείνανε στο πέλαγο
κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά. |
|
|
|
Δω πέρα θα ησυχάσουμε,
συντρόφοι, τώρα μια στιγμή, κ΄ ύστερα πια θα φτιάξουμε
καράβι πιο γερό, να μην τρομάζει κύματα
βαριά κ΄ ενάντιο καιρό, γιατί η ψυχή μας το ποθεί
πάντα να πελαγοδρομεί, προς νέες χαρές, νέους
καημούς, προς νέους ωκεανούς.- |
|
|
|
Από τη συλλογή ‘Αγιε Σατάν ελέησόν με, Αθήνα 1930,
σ. 9-10. |