Ο Άρης νεκρός (απόσπασμα)

 

Ωχ,  Άρη, δεν το λόγιαζα, πιστός σου εγώ, θυμήσου,

να γίνω τόσο γλήγορα και μοιρολογητής σου.

Μα όχι, δεν πρέπουν κλάματα σ’ εσέ, δεν πρέπουν θρήνοι,

παρά για μέθυσμα κρασί να πιω με το λαγήνι

κι αλαλιασμένος, με το νου φευγάτο, δίχως γνώμη,

για τ’ όνομά σου δεύτερα και για το παρανόμι,

προς τα ηπειρώτικα βουνά κοιτώντας τάχα πέρα,

κουμπούρα μια και δυο βολές ν’ αδειάσω στον αέρα

και ματαπάλι, να βροντάει άπαυτα μέσαθέ μου

σα διπλοκάμπανο ή καθώς τρουμπέτα του πολέμου,

για να δοκιέμαι, τρέμοντας ως μες στο φυλλοκάρδι,

το χρέος οπόχουν το σκληρό στα χρόνια μας οι βάρδοι.

 

26-27.6.45

 

Είναι οι τελευταίοι στίχοι του εκτενούς αυτού ποιήματος, που αρχικά εντάχθηκε στη συλλογή «Ο Άρης», που κυκλοφόρησε το 1946, και μετά στον τρίτο τόμο των Απάντων του.

 

 

 Επιστροφή