Απόσπασμα απ' το βιβλίο του Γ. Κοτζιούλα «Θέατρο στα βουνά»:
«Με παρακινούσε κι αυτός να συνεχίσω. Αλλά πιο επίμονος ήταν ένας άλλος,
περαστικός από κει, φιλοξενούμενός μας. Λεγόταν Δημήτρης Καλλιτέχνης. Το
δεύτερο ήταν ψευδώνυμό του. Αυτός περιόδευε μαζί με ένα συνεργείο φωτογράφων τα
τμήματά μας κι έβγαζαν αράδα φωτογραφίες με κάτι ειδικές μηχανές. Συγκέντρωναν
αυθεντικές μαρτυρίες για τις μέλλουσες γενιές. Τον θυμάμαι να μου λέει: Από
σένα απαιτώ να μην αφήσεις το θέατρο. Δεν ξέρω τι άλλα κάνεις, αλλά έχουμε
ανάγκη από Θέατρο. Είδες πόσο τους αρέσει, πόσο σε χειροκρότησαν προχτές; Εγώ
προκάλεσα το ανέβασμά σου στη σκηνή. Ήθελα να σε δέσω. Τους άκουσες. Τους
είδες. Τώρα έδεσες συμβόλαιο μαζί τους. Ετσι δεν είναι; Θα γράφω. Υποσχέθηκα και
στρώθηκα στο γράψιμο... Γύριζαν από τις μάχες οι αντάρτες και ρωτούσανε:
Θάχουμε τίποτε την Κυριακή; Θα 'πρεπε νάσαι αναίσθητος για να μην τους
ετοιμάσεις κάτι. Αυτοί ξεθεώνονταν στις πορείες, φύλαγαν σκοπιές σε μέρη άγρια,
μάζευαν ξύλα, παιδευόντουσαν. Για φαγητό είχανε κουρκούτι και γυφτοφάσουλα. Μα
δεν τους άκουγες να μουρμουρίζουν. Ηταν πάντα έτοιμοι να τρέξουν για τη μάχη,
μην ξέροντας αν θα γυρνούσαν ζωντανοί. Μπορούσες λοιπόν να μη χρωστάς σε τέτοια αυτοθυσία»;