1939
Τώρα , που γυρίζει πάλι,
προς την άνοιξη ο καιρός,
κι ο ήλιος , σαν καρδιά μεγάλη,
μας αγγίζει φλογερός·
που όλα γύρω, απ’ του χειμώνα
λυτρωμένα την οργή,
παύουνε να ζούνε μόνα,
λαχταρούνε για στοργή,
κι όλα βρίσκουν το’ να τ’ άλλο,
σα χαμένο θησαυρό,
με το νού μου είπα να βάλω
κι εγώ κάτι πως θα βρω…
Και κινώντας ένα γιόμα,
σαν αλήτης που πεινά
(και απ’ αυτόν ίσως ακόμα
πιο βουβά και ταπεινά)
και με κάποιον κρυφό τρόμο,
στην ψυχή την ορφανή,
γύρεψα δειλά, στο δρόμο,
κάτι, Θε μου να φανεί!
Μα δεν πρόκανες, ελπίδα,
Μια στιγμή να μου φανείς
Και για μένα, αμέσως, είδα,
Πως δε βρίσκεται κανείς,
και χωρίς να ρίχνω πίσω,
μάτια πόθου φλογερά,
πρέπει ν’ αποχαιρετήσω
κάθε σκέψη και χαρά…
Τι κι αν όλα λένε, γύρα,
πως δεν ήταν ως εκεί,
κι αρχινάν, της γης τα μύρα,
την παλιά τους μουσική;
Τι κι αν φέγγει, απάνωθέ μου,
πλούσιος ο ήλιος ο παλιός;
Όλ’ αυτά, για μένα, Θε μου,
πόσο, τότε, ήταν αλλιώς…
Κι έτσι, ανοίγοντας τη θύρα,
που οδηγεί προς τα Παλιά,
να σκορπίσουν όλα, γύρα,
σαν ανώφελα πουλιά,
θα βαδίσω προς το Πέρα,
δίχως τίποτα να πω,
χωρισμένος κάθε μέρα
κι από κάτι π’ αγαπώ,
καρτερώντας ως την ώρα,
πάλι, Θε μου, που θενά
σμίξουμε, για πάντα τώρα,
μες στο Μέγα πουθενά…
Στην έκδοση Φέξη βρίσκω
ότι, σύμφωνα με το χειρόγραφο του ποιητή, γράφτηκε μέσα με τέλη Μαρτίου 1939.
Το πήρα από το poiein.gr και έκανα αντιπαραβολή με την έκδοση του Ζήτρου και αρκετές διορθώσεις.