Ήταν ένα βαθύ κι εξαίσιο βράδυ…

 

Ήταν ένα βαθύ κι εξαίσιο βράδυ,
–βράδυ λεπτό, κι ασύλληπτο, Χιμαίρας!
Ποτέ, τόσο πολύ, τέλος ημέρας,
δεν είχε λάμψει τόσο, σαν πετράδι...

Κατέβαινε το φως, –μιά ωχρή αγωνία,
σε κήπους, όλο βάλσαμα γιομάτους·
τ’ άνθη μεθούσαν από τ’ άρωμά τους,
μέσα σε μιαν ανείπωτη αρμονία...

Δεν είχε καν υπάρξει τέτοια δύση
μήτε στο νου των πιο γλυκών ζωγράφων:
ακόμα και τα μάρμαρα των τάφων,
μια δόξα μυστικά τα είχε κερδίσει...

Κι όταν το θάμπος άρχιζε να φθάνει,
κι η νύχτα τ’ αργά μάγια της να κλώθει,
το φεγγάρι, παντού, σα φλόγα απλώθη...
Κι ήταν το βράδυ αυτό που είχα πεθάνει...

 

 

Σύμφωνα με την έκδοση Φέξη γράφτηκε τέλη Φεβρουαρίου 1941 και δημοσιεύτηκε τον ίδιο χρόνο στη Νέα Εστία, ωστόσο υπάρχει στα χειρόγραφά του και διαφορετικό σχεδίασμα μάλλον παλιότερο. Το πήρα από το «Στέκι Περι-Γραφής» (www.peri-grafis.com). Έκανα αντιπαραβολή με την έκδοση του «Ζήτρου» και μικροδιορθώσεις.

 

 

Επιστροφή