Εμένα, την καρδιά μου δεν τη θόλωσαν
τα χρόνια, και τα βάσανα κι οι πόνοι:
ένα μικρούλι προσωπάκι, ολόχαρο,
εμένα την καρδιά μου τη θολώνει…

Τ’ αστέρια μη ρωτάς και τα τριαντάφυλλα,
γιατί δεν είμαι πρόσχαρος σαν πρώτα:
δυο μενεξέδες βελουδένιους και γλυκούς,
που ανθούν σε δυο ματάκια, μόνο, ρώτα!

 

Ήρθαν κρυφά, μια νύχτα στα ολοσκότεινα,

και την καρδιά μου αρπάξανε, με πλάνη,

– και τόση καρδιά μ’ άφησαν, τ’ αλύπητα,

όση για να πονώ, μονάχα φτάνει…

 

Τ’ αστέρια μη ρωτάς και τα τριαντάφυλλα·

νιώθουν τα νυχτολούλουδα κι οι κλώνοι;

Εμένα την καρδιά μου, κάποιο ολόχαρο,

μικρούλι προσωπάκι τη θολώνει…

 

Και τα μενεξεδένια μάτια είν’ άπονα:

ξέρουν να κλέβουν τις καρδιές μ’ αγάπη,

– μα, πάντα, απ’ την καρδιά μας κάτι αφήνουμε,

και πώς πονεί, πώς σφάζει, αυτό το κάτι…

 

Από την έκδοση του Ζήτρου.




Επιστροφή