Νάρκισσος
Απόψε αγάπησα τα μάτια μου,
κοιτώντας τα μες στον καθρέφτη:
να ’ταν το φως, που, μες στην κάμαρα,
τόσο λεπτά κι ανάερα πέφτει;
Nα ’ταν το ρόδο το
απριλιάτικο,
που το ’χα βάλει στη γωνία,
να μην το δω να παραδίνεται
στη βραδινή την αγωνία;
Να ’ταν, αλήθεια, το τριαντάφυλλο,
που ξεψυχούσε στο ποτήρι,
– ή κάποιοι πόθοι που με παίδευαν,
και που είχαν απομείνει στείροι;…
Το ρόδο που ’σβηνε, το πάθος μου,
το παραθύρι που δεν κλείνω,
– ή μήπως επειδή σε κοίταξαν
τόσο πολύ, το βράδυ εκείνο;
Κατά τον Α. Δικταίο γράφτηκε πριν από το 1930, ενώ συμπεριελήφθη στην έκδοση του 1939. Το βρήκα σε κάποιο ιστολόγιο που τώρα δεν μπορώ να εντοπίσω. Έκανα αντιπαραβολή με την έκδοση του Ζήτρου.