Ο ντεκές του Νταλαβέρη – πώς ξεκίνησε
η ιστορία
Στην τελευταίαν άκρη, ακριβώς, εκεί που κλείνει ο μεγάλος γύρος, λίγο πριν απ’ τη μικρή γεφυρούλα, που φέρνει στων Δοκίμων τη σχολή, μέσα σ’ ένα λιμανάκι γραφικό, προφυλαγμένο απ’ όλες τις μεριές, ήταν στημένος ο ντεκές του Νταλαβέρη. Το ντεκέ αυτόν τον βαστούσε, εδώ και πέντε χρόνια, ένας παλιός και περιβόητος «ντερβίσης», που είχε πάει τρεις φορές -φόβητρο και τρόμος της μεριάς- ο Γιάννης ο Τσαρμπάρας. Το Νταλαβέρης ήταν παρατσούκλι. Λεγόταν, ακόμα, και Μεμέτης -ή Μεμετάκης, πιο χαϊδευτικά- ίσως γιατ' είχε ζήσει και στην Πόλη. Ψηλός, λιγνός, μαυριδερός -ένα λελέκι ίσαμ' εκεί πάνω- και, κοντά στ' άλλα, κοσμογυρισμένος, είχε κάνει όλες τις δουλειές, και τέλειωσε να γίνει μαγαζάτορας. Στα νιάτα του είχε δουλέψει μούτσος σε κάποιο φορτηγό, που πήγαινε ίσαμε την Καλκούτα, κάποτε κι ακόμα παρακάτω. Τώρα τελευταία, όμως, είχε τσακίσει λίγο, κι επί πλέον, το 'να του χέρι κρεμότανε παράλυτο. Με τα λίγα παραδάκια που του μέναν -είχε άλλοτε πολλά, αλλά τα είχε φάει, κάθε τόσο, σε λογής-λογής βρωμοδουλειές- θέλησε να νοικοκυρευτεί. Πήρε το ντεκέ κατάδικό του κι έπιασε μεγάλη πελατεία, ρίχνοντας τους άλλους τους ντεκέδες, χάρις στη θρυλική παλληκαριά του. Όποιος περνούσε στα γύρω του ντεκέ, δε θα 'βλεπε παρά ένα ξύλινο παράπηγμα, μια ξεβαμμένη κι άθλια παράγκα. Ίσως να το θαρρούσε κι ακατοίκητο. Μόλις, όμως, προχωρούσες παραμέσα, θα 'βρισκες τρύπες, κρυψώνες και σπηλιές, κι ένα βαθύ και σκοτεινό λαβύρινθο, σκαμμένο μες στο βράχο, που λέγαν πως, τα χρόνια τα παλιά, συγκοινωνούσε με την Αθήνα... Μέσα κει, ήταν ο ντεκες του Νταλαβέρη -ή «του κουμπάρου», καθώς ήταν γνωστός στην περιφέρεια.
Προτού να στήσει το ντεκέ του ο «κουμπάρος», στην ίδια θέση ακριβώς, ήταν ένας άλλος, ίσως ακόμα πιο ονομαστός - ο ντεκές του Μήτσου. Ο ντεκές εκείνος, στον καιρό του, είχε δει πολύ μεγάλα πράματα. Τον είχαν γράψει κι οι εφημερίδες.
Μα ο Μήτσος, ο «κουμπάρος», πέθανε, ή, καλύτερα, τον είχε σκοτωμένο κάποιος τσακωμένος παραγιός του, κι ο Νταλαβέρης μόλις είχε πρωτορθεί, κι έκανε με τρόπο κατοχή. Όμως, ο ντεκές κράταγε ακόμα τ' όνομά του - όνομα σχεδόν ιστορικό. Ο Νταλαβέρης, λείποντας τόσα χρόνια (η σωστή καταγωγή του ήταν απ' τ' Ανάπλι, αλλά, μικρός, ήταν φερμένος στον Περαία), δεν είχε τόσες γνωριμίες με την αστυνομία και θα βρισκόταν κάπως μπερδεμένος, αν δεν είχε συνεταιριστεί με τρεις άλλους ακόμα χασικλήδες, που είχανε τα μέσα, κι ο ένας, μάλιστα, ήταν κι ανηψός του αστυνόμου - το Μήτσουλα, τον κρητικό, τον Κουφογιάννη και το Ζαγκανά.
Μ' αυτούς μαζί εξακολουθούσε τη δουλειά του. Όλο το κλεφτόσογο, το άνθος της κλεψιάς και της μαγκιάς, όλο το κακό το συναπάντημα, συναζόταν τότε μέσα κει. Πολλές φορές γύρεψαν να του κάνουνε στραπάτσο - αλλά, θες που ο ντεκές ήταν σχεδόν απόρθητος, θες που ο αστυνόμος έκανε στραβά μάτια, εξαιτίας, ακριβώς του ανηψού του, κανείς δεν τα κατάφερνε ως τότε - κι όσοι τα βάναν με το Νταλαβέρη, είχαν πάντα ξεμπερδέματα κακά.
Ο ντεκές εκείνος είχε γίνει ένα είδος στρατηγείου, που βγαίναν όλες οι μεγάλες διαρρήξεις, όλες οι σοβαρές επιχειρήσεις. Οι αλεπούδες Αθηνών και Πειραιώς είχαν στημένο, εκεί μέσα, το λημέρι τους. Πολλές φορές είχαν συμβεί μεγάλοι τσακωμοί, και το αίμα είχε βάψει τη σπηλιά - τόσο στα χρόνια του Μήτσου, «του κουμπάρου», όσο και στον καιρό του Νταλαβέρη. Αλλά, το περισσότερο, βασίλευε μια σχετική ομόνοια, ένα πνεύμα φιλικής αλληλεγγύης, κάποτε και μια θερμή συμπάθεια, μια στοργή ειλικρινής - όπως συμβαίνει πάντα ν' αναπτύσσεται σε κάθε τόπο μυστικής συνενοχής...
Κι έπειτα, η
ασφάλεια, η σαν ασυδοσία του ντεκέ, τους είχε τόσο
ξεθαρρέψει όλους, τους είχε τόσο φοβερά αποθρασύνει, που καθένας πήγαινε σ'
αυτόν, με το θάρρος που πηγαίνει σπίτι του! Παλιοί απόφοιτοι των φυλακών,
αλάνια των πειραϊκών τριόδων, διαρρήχτες φωτογραφισμένοι, είχαν εκεί το καταφύγιο
τους, το προσωρινό τους αποκούμπι, στις σοβαρές και δύσκολες στιγμές...
Μες στους παλιούς αυτούς δασκάλους της κλεψιάς, ξεχώριζε ο Ντάνας, ο επικαλούμενος «θερίο» - ένας τρομερός μουστακαλής, που είχε κάνει κάμποσα χρονάκια φυλακή και είχε δραπετεύσει δυο φορές -την πρώτη, μάλιστα, πέφτοντας στη θάλασσα- κι ήταν γιομάτος ερημοδικίες - ένας άνθρωπος αποφασιστικός, έν' απ' τα πρώτα παλληκάρια του ντεκέ! Αυτός στεκόταν ο διαιτητής σε κάθε σκοτεινή διαφορά, κι έβγαινε μπροστά, σε κάθε κίνδυνο. Μολαταύτα, στην αλλόκοτη ψυχή του, απ' τις πολλές και μεγάλες περιπέτειες, είχε γεννηθεί σαν ένας οίκτος, ένα πνεύμα συναδελφωσύνης, που τον έκανε να φαίνεται ιππότης, αν όχι κι ώρες-ώρες αγαθός.
Στην αρχή, άλλος ντεκές αντίπαλος, ήταν ο ντεκές του Μπακουρέλια. Ο Μπακουρέλιας, ή, αλλιώς, Καράφτουλας, είχε κάνει χρόνια σωματέμπορας, κι είχε στήσει το ντεκέ του παρακάτω, πέντ'-έξη χρόνια πριν απ' του «κουμπάρου». Όταν ο Νταλαβέρης άνοιξε το δικό του, ύστερ' απ' το σκοτωμό του Μήτσου, δοκίμασε να παραβγεί μαζί του και να του κάνει σχετική χαλάστρα. Αλλά δεν τα κατάφερε. Αποτέλεσμα αυτής της απόπειρας ήταν να του ξεκάνουν, το 'να κατόπι στ' άλλο, τα δυο πρωτοπαλλήκαρά του, τον Τρέλιακα και τον Τσουπό, τον επιλεγόμενο και, «Τέσσερο» -άλλοτε μάστιγα πραγματική της Τρούμπας- που τους καθάρισαν παιδιά του Νταλαβέρη, από εκδίκηση για κάποιο φόνο, πάλι άλλου παλληκαριού του Νταλαβέρη, απ' το Μπακουρελέικο σινάφι. Στο τέλος, είδε πια κι απόειδε, κι αναγκάστηκε, κι αυτός, να υποκύψει, ίσως για να γλυτώσει το τομάρι του - και να προέλθει, καταθέτοντας τα όπλα, σ' ένα είδος συνδιαλλαγής. Παράτησε την τάπια του και γύρισε στη γνώριμη του τέχνη, στη σωματεμπορία και στο τζόγο. Έγινε, μάλιστα, και κάτι παραπάνω: Μάστορης, καθώς ήταν, στη δουλειά του, έγινε γενικός προμηθευτής του οίκου Νταλαβέρη-Συντροφία, κι επίσημος, να πούμε, τροφοδότης, κάνοντας ταξιδάκια, που και πού, και κουβαλώντας πράμα διαλεχτό.
Κι ως εδώ πέρα όλα βάδιζαν καλά, και τα παλιά είχαν λησμονηθεί. Όμως, καθώς θα δούμε παρακάτω, τα παλιά μίση δεν ξεχνιούνται τόσο εύκολα, αλλά μένουν κοιμισμένα για καιρό, και περιμένουν, μοναχά, την ευκαιρία, για να ξαναβγούν στην επιφάνεια...