Μανάκι μου, μανάκι μου

 

 

 

Η παρέα, μες στη σπηλιά του Νταλαβέρη, τρα­γουδούσε.

Πρώτα το 'φερνε ο Ντάνας, με τη βαριά του, τη βραχνή φωνή, κι ύστερα το 'παιρναν οι άλλοι, στη σειρά, και το ξαναγύριζαν απ' όλες τις μεριές, θρηνητικά, μονότονα, με πάθος - με τα γυαλωμένα τους τα μάτια, σαν καρφωμένα σ' έναν εφιάλτη, με τις με­γάλες κόρες τους ακίνητες, σα φλογισμένες από μιαν ανείπωτη λαχτάρα, σαν απολιθωμένες σε μιαν έκ­σταση, σα φαγωμένες και πυρπολημένες από κά­ποιους έξαλλους και μαύρους πυρετούς:

 

Μανάκι μου, μανάκι μου, πονεί το κεφαλάκι μου!

 

Ο αέρας ήταν μολεμένος απ' τη βαριά θολούρα του καπνού, απ' τις ζεστές και σφυριχτές ανάσες, απ' την υγρή τη μυρουδιά της μούχλας, που πλημμυρού­σε γύρω τους τοίχους της σπηλιάς. Ένα καντηλάκι τρεμόσβηνε στην άκρη, κι έριχνε πέρα, στα σκαμ­μένα βράχια, τις μεγαλωμένες τους σκιές, που παί­ζανε, κι αυτές, φανταστικά. Ήταν καθισμένοι όλοι χάμου, στριμωγμένοι σ' ένα στενόν κύκλο, άλλοι σταυροπόδι κι άλλοι πεσμένοι δίπλα, κι άλλοι τ' ανάσκελα, βαριά μαστουρωμένοι, με τ' απλανή, τ' αλλοίθωρά τους μάτια, σβησμένα και χαμένα στο κενό. Ήταν οι περισσότεροι ξυπόλητοι. Κι αυτοί που ή­ταν καθισμένοι σταυροπόδί περνούσαν κάθε λίγο το μαρκούτσι, ένας στον άλλο, με μονότονες κινήσεις, βαριές, μηχανικές,ληθαργικές. Κι έκλαιγαν,πιο πολύ που τραγουδούσαν. Κι ο πνιγηρός, πηχτός κα­πνός, ανέβαινε ντουμάνι:

 

Μανάκι μου, μανάκι μου, πονεί το κεφαλάκι μου!

 

Κι ο ναργιλές γουργούριζε στη μέση - και κείνοι ήταν στοιβαγμένοι γύρω, κι όλο ρουφούσαν μ' α­γκομαχητά, σαν άνθρωποι που κρύβουν τον καημό τους, τον θάβουν στα κατάβαθα της γης, γιατί δεν πρέπει να βγει ποτέ στο φως, γιατί δεν πρέπει να τον δει το φως και φοβηθεί... Μόνος ο Νταλαβέρης ήταν σκυφτός στη μέση, και φυσούσε, πού και πού, το ναργιλέ, κι έβανε κάρβουνα, κι άλλαζε τουμπεκί. Και το μαρκούτσι γύριζε στα διψασμένα στόματα, γύριζε χωρίς να κάνει στάση, σα μια μεγάλη κολασμένη βρύση, που τη ζητούν, τη λαχταρούν τα χείλη κι οι καρδιές, λες για να πνίξουν το βαρύ τους άχτι, μ' έν' άλλο, πιο βαρύ και πιο πικρό... Κι ο γοερός, αλλό­κοτος σκοπός, όλο γυρνούσε και ξαναγυρνούσε, κι ο καημόςτου, κι η αλλοφροσύνη του, έσκαβε και βαθούλωνε τα βράχια. Και το καντηλάκι, φοβισμένο, σπαρταρούσε μες στα σκοτεινά, κάνοντας να χο­ρεύουν οι σκιές - σα να ζητούσε από κάπου μια βοήθεια, μες στο πέλαγος εκείνο του καημού, που τρά­νταζε και σάρωνε τα πάντα:

 

Μα-νά-κι μου, μα-νά-κι μου...,

πο-νεί το κε-φα-λά-κι μου...!

 

Ήταν κι ο Μάκιας, το καλντεριμάκι, με τα μεγά­λα τσίνουρα γύρω στα μαύρα μάτια, κι έσμιγε την ψιλή του τη φωνούλα, την κρυσταλλένια και σπαρα­χτική, μες στο γενικό το μοιρολόι.

Την ώρ' αυτή χτύπησαν τα παιδιά. Τα τραγούδια σταματήσανε με μιας. Ο Νταλαβέρης σηκώθηκε α­μέσως, και, δρασκελίζοντας καμπόσους κοιμισμέ­νους, πήγε και μισάνοιξε την πόρτα.

Τότε τα παιδιά μπήκανε μέσα, και τράβηξαν α­μίλητα στο βάθος. Ήταν εκεί μια δεύτερη σπηλιά, ακόμα πιο στενή και σκοτεινή. Μέσα κει βρισκόταν κάποιος άνθρωπος, που κάτι πάλευε μονάχος στη γωνιά. Ήταν καμιά σαρανταριά χρονών, ψηλός, ξερακιανός, μαυριδερός. Μόλις μπήκαν μεσάτα παι­διά, γύρισε, τα κοίταξε, κ' έπειτα ξανάρχισε τη σκοτεινή δουλειά του. Ο Νότης τότε σίμωσε και κάτι του ψιθύρισε στ' αυτί. Κι ο άνθρωπος χαμήλωσε και κεί­νος τη φωνή, και κάτι αποκρίθηκε, σε τόνο θυμωμέ­νο. Κι έπειτα ξανάπε δυνατά:

- Άσ' τη να κουρεύεται, την παλιοξεσκισμένη... Αυτή δεν παίρνει από λόγια, ναν το ξέρεις!

- Γιατί, ρε Κόλια; Δε θαν της ξηγήθηκες καλά!

- Εγώ δεν της ξηγήθηκα καλά; Αλλά, έννοια σου, και δε θαν της περάσει... Θαν της στήσω άλλη μηχα­νή! Πού θα μου πάει; Δε θα μου γλυτώσει! Θαν της αλλάξω τον αδόξαστο, της βρώμας! Να μη με λένε Μπακουρέλια, θαν το δεις...

Έφτυσε χάμου, κούνησε το χέρι, κι έπεσε πάλι με τα μούτρα στη δουλειά.

Οι άλλοι πήγαν κι έκατσαν τριγύρω στο λουλά.

Και το τραγούδι πήρε πάλι φόρα. Πιο γερό και πιο σπαραχτικό, έμοιαζε να μην έβγαινε από αντρίκια χείλη, αλλ' από μαύρα στήθη κολασμένων, που καίγουνται και ψήνουνται στα φλογισμένα τάρ­ταρα...

Κι ο Μπακουρέλιας άφησε και πάλι τη δουλειά του, κοίταξε κατάματα το Νότη, κι ήρθε και του τρά­νταξε τους ώμους:

- Άκου δω, ρε Νότη... Σου μιλάω τώρα γω, ο Μπα­κουρέλιας! Μη νταλαβερίζεσαι με βρώμες...

Ο Νότης χαμήλωσε τα μάτια. Κι έπειτα τα κάρ­φωσε στο φως του καντηλιού. Πού και πού δάγκω­νε τα χείλη του μονάχα, σα να τον έτρωγε μια τύψη μυστική, που δε μπορούσε να την αποφύγει.

Κι ο Μπακουρέλιας εξακολουθούσε:

- Να 'μουν εγώ εδώ, πάει καλά. Αλλά θα φύγω πάλι, σε τρεις μέρες, κι ούτε ξέρω πότε θά 'ρθω πί­σω... Είσαι κουρνάζος, ναι, το παραδέχουμαι, αλλά μπορεί να βρεις και το μπελιά σου... Ακου ντε, και μένα, τι σου λέω, και μην κάνεις όλο του κεφαλιού σου, γιατί θα πέσεις όξω, ναν το ξέρεις...

Ο Νότης τότε του 'ριξε μια βλοσυρή ματιά:

- Εγώ τα 'κανα καλά, ρε Μπακουρέλια, κ' είμ' ά­ξιος και ναν τα βγάνω πέρα...

Ο Μπακουρέλιας σήκωσε τους ώμους.

- Κάνε καλά, τι να σου πω και γω;... Και ξαναπήγε μέσα.

Ο Νότης γύρισε βαρύς, κ' έκατσε με τους άλλους.

- Τι έγινε; τον ρώτησε ο Νίκος.

Ο Νότης δεν του μίλησε. Κάθησε βουβός, συλλο­γισμένος. 'Εστριψ' ένα τσιγάρο, και το σάλιωσε, κι ύστερα τ' άναψε, με νευρικές κινήσεις.

Κι ο Σκουντής ο Λιας, που δεν φαινόταν ως εκείνη τη στιγμή, πήγε και πήρε το μπαγλαμαδάκι, κι άρχισε κι αυτό να τσαγκρουνίζει το σκοπό που τραγουδούσαν όλοι:

 

            Έλα μου δω, χρυσέ μ’ αητέ,

            δε σ’ είδα σήμερα κι εχτέ.

 

            Έλα, πουλί κι αηδόνι μου,

            να γιατρευτούν οι πόνοι μου!

 

            Λιώσαν τα χιόνια, λιώσανε

            και μεις δεν ανταμώσαμε…

 

 



Επιστροφή