Τραγούδι
Το δρομάκι το παλιό,
που ευωδάν οι κρίνοι,
το δρομάκι το καλό
σε μια πόρτα κλείνει·
μέσα κει που φύσημα
δε σε φτάνει, ανέμου,
μακρινός κι αθώρητος
κάθεσαι, ακριβέ μου…
Ήρθ’ απόψε, από νωρίς
για να σ’ ανταμώσω:
μα ήμουν, απ’ τις ευωδιές,
λαγγεμένος τόσο,
με τα μάτια έτσι τυφλά,
σαν από κραιπάλη,
που δε σ' ηύρα πουθενά
και θα φύγω πάλι...
Γράφτηκε τη νύχτα της 6 προς 7.2.1925.
Από το παλιό αφιέρωμα του Κομνά. Έγινε αντιπαραβολή με την έκδοση του Ζήτρου.