Όταν θα’ ρθει κάποια φορά

 

Όταν θα’ ρθει κάποια φορά που θα γεράσεις –συμφορά–

κι άσπρα τα μαύρα σου μαλλιά θε να τα βάψει ο Χρόνος,

θα νιώσεις τότε, πως για μπρος δεν πάει άλλο πια, και πως

μονάχα η θύμηση σκοπός Νινόν σου μένει μόνος!...

 

Και τότε, με κάποια ορμή στο κυρτωμένο σου κορμί

τα «τραγουδάκια» μου θα βρεις σ’ ένα κρυφό συρτάρι

κι αναγερτή σ’ ένα φωτέιγ, μπρος στη θερμάστρα που θα καίει,

στο διάβασμά τους θ’ αφεθείς, που θα σε συνεπάρει!...

 

Κι όταν τελειώσεις, σιωπηλή, θα ονειρευτείς ώρα πολλή

τα Ερωτικά μας Κύθηρα που θα’ χει θάψει η λήθη,

κι ενώ τα δάκρυα θα κυλούν, στα μάγουλά σου, θα ιστορούν

τα οράματά σου… του φτωχού Ποιητού το παραμύθι…

 

Μα εκεί, που δεκαοχτώ χρονών, παιδούλα, θα μεθάς Νινόν

στην αγκαλιά μου και γλυκά ερωτόλογα θα λες,

θα’ ρθουν τα εγγόνια σου δειλά, κι αφού προσέξουνε καλά,

θα σε ρωτήσουν ξαφνικά: «Γιατί γιαγιάκα κλαις;»

 

Τότες κι εγώ, στην αγκαλιά της Γης γερμένος, τα παλιά

μέσ’ απ’ του Χάρου το πυκνό θ’ αναθυμιέμαι βέλο,

κι ωσάν σε ρεσιτάλ, ωιμέ, τους στίχους που έγραψα για σε,

μες στους αιώνες, στα έκπληκτα σκουλήκια, θ’ απαγγέλλω!

 

 

Το πήρα από το τομίδιο της σειράς «Εκ νέου» των εκδόσεων Γαβριηλίδη (επιμ. Βαγγέλη Κάσσου). Διόρθωσα τα «Κύθειρα» σε «Κύθηρα».

Επιστροφή