Α14

 

Η τύχη μάς αντάμωσε τους δυο,

μια στιγμή στην ακάθαρτη αγορά.
Είχα τριάντα χρόνια να σε διω.

Ήσουν εσύ της νιότης μου η χαρά.
Μας γέλασαν ξανά οι φευγάτοι χρόνοι,
και βιαστικά κι απάντεχα εκεί δα

των ερώτων τ’ αθάνατο τ’ αηδόνι
ξανάρχισε το θείο κελαηδισμό·
στον κήπο να! τ’ αγιόκλημα φουντώνει,

να το κορμί σου το λαχταριστό...
– Χοντρή γυναίκα εσύ
και σωμένος ψαρότριχος εγώ! –

Και χωριστήκαμε ήσυχα. Η ζωή.

 

 

Ακολούθησα την έκδοση του Ξ.Α.Κοκόλη.

 

Και πάλι, ένα ποίημα που δεν φαίνεται και πολύ σατιρικό εκτός ίσως από την ειρωνεία των τελευταίων στίχων.

 

 

Επιστροφή