Το παραπάνω κείμενο, όπως και Ο πράσινος ελέφαντας, η τελευταία του δημοσίευση στο Σμαρτ Σετ (Οκτώβρης 1923), έδειξαν στον Χάμετ ότι πρέπει να στραφεί στις προσωπικές του εμπειρίες. Και φυσικά, το κοινό του Σμαρτ Σετ δεν ήταν κατάλληλο. Στρέφεται στα φτηνά, λαϊκά περιοδικά (τα λεγόμενα pulp, απ' το φτηνό χαρτί που χρησιμοποιούσαν) απ' τα οποία το επιφανέστερο είναι η Μαύρη Μάσκα. Τον Οκτώβρη του 1923 δημοσιεύει εκεί το Εμπρησμός την πρώτη ιστορία που έχει σαν ήρωα και αφηγητή τον ανώνυμο ντετέκτιβ του Ηπειρωτικού Γραφείου, τον Κοντινένταλ Οπ. Δεν τον δημιούργησε σκόπιμα ανώνυμο. «Αφού τα κατάφερε στον Εμπρησμό χωρίς όνομα», είπε αργότερα, «φαντάστηκα πως μπορεί να συνεχίσει ως το τέλος έτσι». Ο Εμπρησμός συν δεν είναι ούτε το πρώτο «σκληροτράχηλο» διήγημα του Χάμετ, ούτε το πρώτο της σκληροτράχηλης σχολής (προηγήθηκε κατά ένα χρόνο ο Κάρολ Τζον Νταλί). Ωστόσο, είναι ορόσημο και τον έφερε πολύ γρήγορα, μαζί με τον ανώνυμο ήρωά του, πολλές κλάσεις πάνω από οτιδήποτε άλλο. (Ενδεικτικό είναι ότι στις προηγούμενες του προσπάθειες ο Χάμετ συνήθως χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Πίτερ Κόλινσον. Στη σλαγκ, «Πίτερ Κόλινς» σημαίνει «ο κανένας, ο τρεχαγύρευε». Άρα, «γιος του κανένα».) Γρήγορα ο Χάμετ γίνεται γνωστός και καθιερώνεται στα φτηνά περιοδικά σαν εισηγητής ακριβώς της σκληροτράχηλης σχολής, θα δημοσιέψει συνολικά 26 διηγήματα και δυο μικρές νουβέλες με ήρωα τον Οπ, πριν περάσει στις μεγαλύτερες φόρμες. Βέβαια, τα οικονομικά του δεν είναι ανθηρά: η Μάσκα πλήρωνε δυο-τρία σεντς τη λέξη, ενώ τα «κομψά» περιοδικά έδιναν πάνω από ένα δολάριο. Ο Χάμετ ενοχλείται που για να ζήσει είναι αναγκασμένος να γράφει πολύ και άρα όχι καλά. «Το πρόβλημα», έγραψε, «μ' αυτόν τον ντετέκτιβ μου είναι ότι έχει εκφυλιστεί σε κουπόνι φαγητού. Στην αρχή μ' άρεσαν τα κόλπα του, αλλά τώρα τελευταία συνήθισα να τον ρίχνω στη δουλιά οποτεδήποτε ο σπιτονοικοκύρης, ο χασάπης ή ο μπακάλης δείχνουν σημάδια εκνευρισμού.
«Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να γράψουν έτσι, αλλά εγώ δεν είμαι απ' αυτούς. Αν μείνω σ' αυτά που θέλω να γράψω - σ' αυτά που μ' αρέσει να γράφω - τα καταφέρνω καλά, αλλά όταν προσπαθώ να σκαρώσω μια ιστορία επειδή βλέπω πως θα πουλήσει, βγάζω μια αποτυχία.
»Από 'δώ
και στο εξής,
όποτε
σκέφτομαι μια
ιστορία που
ταιριάζει
στον ντετέκτιβ
μου, θα τον
στέλνω στη
δουλιά, αλλά
δεν πρόκειται
πια να τον βάλω
να δουλεύει με
πρόγραμμα.»
(Γράμμα στον εκδότη
της Μαύρης
Μάσκας, 1924)
Έτσι, το
1926 ο Χάμετ, αν και
ώριμος πια
συγγραφέας,
διακόπτει την
καριέρα του
για μια πιο
επικερδή:
γίνεται διαφημιστής
στο κοσμηματοπωλείο
Σάμουελς. Έχει
ήδη μια κόρη, τη
Μαίρη, πέντε χρονών
και η γυναίκα
του
ετοιμάζεται να
γεννήσει πάλι
(την Τζόζεφιν,
το Μάη του 1926). Ο
μισθός του στη
διαφήμιση
είναι σαφώς ανώτερος,
παρ' όλ' αυτά, η
κακή υγεία του
θα τον αναγκάσει
να εγκαταλείψει
μετά από έξι
περίπου μήνες.
Πήρε πολύ στα
σοβαρά τη νέα του
δουλιά, με
δημοσιεύσεις
στα ειδικά
περί διαφήμισης
περιοδικά,
όπου παραθέτει
Αριστοτέλη,
Τζόζεφ
Κόνραντ, Ανατόλ
Φρανς κ.ά.
Αισθάνεται ήδη
ώριμος και απ'
το Φλεβάρη του 1927
ξαναρχίζει να
δημοσιεύει.
Είναι η χρυσή
του περίοδος.
Παράλληλα,
αναλαμβάνει
κριτικός
αστυνομικών
βιβλίων στο Σάτερντεϊ
Ριβιού οφ
Λίτρατσουρ, όπου
επιμένει για
ρεαλισμό και
αποδεικνύεται
πολύ απαιτητικός. Το
Νοέμβρη του 1927
εμφανίζεται
στη Μαύρη
Μάσκα η πρώτη
απ' τις
τέσσερις
συνέχειες του
πρώτου
μυθιστορήματος
του, που έχει τίτλο
Κόκκινος
θερισμός. Ένα
χρόνο
αργότερα, πάλι
σε συνέχειες,
τυπώνεται η Κατάρα
των Ντέιν. Η
καριέρα του
ανώνυμου ήρωα
έχει φτάσει
στο αποκορύφωμα
της και ο Χάμετ
στρέφεται
αλλού, αν και θα
συνεχίσει να
δημοσιεύει πού
και πού
διηγήματα με
τον ίδιο ήρωα. Στο
μεταξύ, τον
Απρίλη του 1928
υποβάλλει τον Κόκκινο
θερισμό στον μεγάλο
εκδοτικό οίκο
Νοπφ. θα
τυπωθεί το Φλεβάρη
του 1929, με
μικρές
αλλαγές, και
τον Ιούλη θα
ακολουθήσει η Κατάρα
των Ντέιν. Η
επιτυχία τους
είναι εντυπωσιακή.
Αλλά δε
συγκρίνεται μ'
αυτήν που είχε
το Γεράκι της
Μάλτας. Εκδόθηκε
το Φλεβάρη του 1930, πάντα απ'
τους Νοπφ, αφού
είχε πριν
δημοσιευτεί σε
συνέχειες στη Μάσκα.
Ο ήρωας του, ο
Σαμ Σπέιντ,
όπως και το
βιβλίο, γνωρίζουν
αμέσως
τεράστια
δημοτικότητα (7
εκδόσεις σε 10
μήνες). Ο Χάμετ
καθιερώνεται.
Το Γυάλινο κλειδί,
με ήρωα τον
(όχι ντετέκτιβ) Νεντ
Μπιούμοντ,
εκδίδεται το
Γενάρη του 1931 και
θεωρείται το αποκορύφωμα
του.
Ο Χάμετ
έχει ήδη
μετακομίσει
στη Νέα Υόρκη,
έχει σχεδόν χωρίσει
με τη γυναίκα
του κι έχει
γνωριστεί (το
χειμώνα του 1930)
με τη
συγγραφέα
Λίλιαν Χέλμαν.
Συνδέονται
αμέσως και η
σχέση τους που
κράτησε
τριάντα
χρόνια, ως το
θάνατο του,
υπήρξε η
σημαντικότερη
της ζωής και
των δυο. Ο Χάμετ
έπαιξε καθοριστικό
ρόλο στο γράψιμο των
θεατρικών
έργων της
Χέλμαν, ρόλο
προσεκτικού
αναγνώστη,
αδιάλλακτου
κριτικού και
αυστηρού δάσκαλου.
Ωστόσο, όπως
εξομολογήθηκε
πρόσφατα, μετά
το Γυάλινο
κλειδί αισθανόταν
ότι έχει
ξοφλήσει σαν
συγγραφέας.
Η επιτυχία
όμως και τα
χρήματα είναι
αντιστρόφως ανάλογα
με το
δημιουργικό
του έργο. Ήδη
μένει στο Χόλιγουντ
και γράφει σενάρια με
μεγάλες
αμοιβές και
στις αρχές του 1934
εκδίδεται το
τελευταίο
και πιο
αδύνατο έργο
του, ο Αδύνατος
άνθρωπος, με
ήρωα τον
(χαρακτηριστικά,
τέως)
ντετέκτιβ Νικ
Τσαρλς, που
έχει εξαιρετικά
ευνοϊκή
υποδοχή. Το
Μάρτη του 1934
δημοσιεύεται
το τελευταίο
διήγημα του.
Ωστόσο, απ' τα
σενάρια για
ταινίες,
ραδιοφωνικά σίριαλ
και κόμικς, απ'
τα δικαιώματα
εκχώρησης των
ηρώων του γυρίσματος
των βιβλίων
του (όλα έγιναν
ταινίες, πάνω
από μια φορά) και
απ' τα
συγγραφικά του
δικαιώματα
(αυτά ήταν τα λιγότερα)
κερδίζει
τεράστια ποσά.
Την
περίοδο εκείνη
ο Χάμετ ζει
μεταξύ
Χόλιγουντ και
Νέας Υόρκης,
διάσημος,
πάμπλουτος και
περιζήτητος.
Ζωή πλέι-μπόι,
με πολύ ποτό,
ανάμεσα σε
διάφορες
εφήμερες και
μη
διασημότητες.
Ο Χάμετ
κράτησε
«περίεργη»
στάση απέναντι
στα χρήματα: τα
δάνειζε αφειδώς
και δεν
προσπάθησε να
τα αυξήσει
γράφοντας. Παρ'
όλο που τα
τελευταία του
διηγήματα (στο
«κομψό»
περιοδικό Κόλιερ)
του
απέφεραν
σχεδόν τόσα
όσα όλα τα
προηγούμενα,
έγραψε μόνο τρία.
Παρ' όλο που
πληρωνόταν
αδρά, σαν
σεναριογράφος
ήταν όχι παραγωγικός
και ιδιαίτερα
ασυνεπής -
ωστόσο τον επιζητούσαν.
Όσο για
τα ραδιοφωνικά
σίριαλ, απλώς
δάνειζε τους
ήρωες του, το όνομα του.
«Η μόνη σχέση
που θέλω να 'χω
μαζί τους», έλεγε,
«είναι ν'
ανοίγω κάθε
βδομάδα το
ταχυδρομείο
μου και να βλέπω
ένα τσεκ». Το 1937-38 είναι
ανάμεσα στους
δεκαπέντε
καλύτερα αμειβόμενους
συγγραφείς
του Χόλιγουντ,
αλλά έχει
πάψει προ πολλού
να είναι συγγραφέας.
Μέσα σ'
εκείνο το κενό
και κάτω απ' την
επιρροή της
Χέλμαν (αλλά
όχι
αποκλειστικά)
ο Χάμετ
αρχίζει να
παίρνει μέρος
στο αριστερό
και
αντιφασιστικό
κίνημα. Η πρώτη
ένδειξη γι'
αυτό, στις 13 του
Μάρτη 1937, είναι η
συνεισφορά του
υπέρ των
Δημοκρατικών της
Ισπανίας. Λίγο
αργότερα,
χρηματοδοτεί, μαζί
με άλλους, το γύρισμα της
ταινίας Η
ισπανική γη, που
έγινε στην
Ισπανία απ' τον
Χεμινγουέι
και τον Γιόρις
Ίβενς. Το
φθινόπωρο του
ίδιου χρόνου,
μάλλον,
έγινε μέλος
του ΚΚ ΗΠΑ. Από
τότε και στο
εξής αφοσιώνεται
στην
πολιτική. Παρ'
όλο που σήμερα
οι αμερικάνοι
κριτικοί θαυμαστές του
Χάμετ
προσπαθούν να
υποβαθμίσουν
τη συμμετοχή
του στο κομμουνιστικό
κίνημα,
υποστηρίζοντας
ότι ουδέποτε
πήρε πολύ στα σοβαρά
την ένταξη του,
αλλά απλώς
ακολουθούσε
«τη μόδα», τα
ντοκουμέντα
τουλάχιστον
δείχνουν το
αντίθετο. Οι
αρμοδιότητες που
ανάλαβε, οι
θυσίες που
έκανε και η
αταλάντευτη
επιμονή του
στην υπόθεση
του
κομμουνισμού,
σε όλες τις
δύσκολες
περιόδους που
ακολούθησαν,
πείθουν ότι ο
Χάμετ ήταν
πάρα πολύ
ειλικρινής στην
ένταξη του.
Οι δραστηριότητες του ήταν πολλές και ποικίλες. Μια απ' τις πρώτες, ήταν να οργανώσει τους σεναριογράφους του Χόλιγουντ στο ταξικό σωματείο, που είχε ιδρυθεί το 1936. Η ΜGΜ, η εταιρία με την οποία δούλευε ο Χάμετ, ήταν στην πρωτοπορία της αντίθεσης στο σωματείο, αλλά δεν μπορούσε ν' απολύσει τον Χάμετ, που το εκμεταλλεύτηκε για να προπαγανδίζει τους στόχους του σωματείου.
Τον
Αύγουστο του 1938 η
συνέλευση των
συγγραφέων με
μεγάλη πλειοψηφία
προτίμησε το
ταξικό
σωματείο απ' το
εργοδοτικό,
αλλά μόνο
μετά από τρία
χρόνια έγινε η
νίκη πλήρης.
Στο μεταξύ, ο Χάμετ
έδοσε το 1938 το
τελευταίο του
σενάριο,
πούλησε όλα
του τα δικαιώματα
στη ΜGΜ και το
συμβόλαιο τους
έληξε στα μέσα
του 1939,
προς χαρά και
των δύο. Εκτός
απ' τα
συνδικαλιστικά,
ο Χάμετ έδρασε
για την
εκδίωξη του
διεφθαρμένου
ρεπουμπλικάνου
κυβερνήτη
της
Καλιφόρνια,
υπόγραψε
πολυάριθμες
εκκλήσεις υπέρ
της Ισπανικής
Δημοκρατίας,
σε υπεράσπιση
της Σοβιετικής
Ένωσης, ενάντια
στο ναζισμό
κτλ.
Το Μάη του 1939
ιδρύει μαζί με
άλλους (Λίλιαν
Χέλμαν, Άλ-μπερτ Μαλτς,
Ντόροθι Πάρκερ
κτλ.) το περιοδικό
Ισότητα («για
την υπεράσπιση
των
δημοκρατικών
δικαιωμάτων,
ενάντια στον
αντισημιτισμό
και το
ρατσισμό») και
το 1940 εκλέγεται
πανεθνικός
πρόεδρος
της Επιτροπής
για τα
Εκλογικά
Δικαιώματα, που
επιχειρεί να εξασφαλίσει
την
υποψηφιότητα
του ΚΚ στις
διάφορες
πολιτείες των ΗΠΑ παρά
τους
αντιδημοκρατικούς
περιορισμούς.
Το '40 και το '41 είναι χρόνια
έντονης
δραστηριότητας.
Μιλάει, μεταξύ
άλλων, για
την «υπόθεση
της
μυστηριώδους
εξαφάνισης της
ελεύθερης ψηφοφορίας»,
υπογράφει
πάμπολλες
εκκλήσεις και
ο φάκελος του στην FΒΙ
που είχε
ανοίξει κατά
λάθος το 1934
(κάποιος χαφιές
υποψιάστηκε
αδίκως ότι το
κόμικ του Μυστικός
πράκτορας Χ-9 δυσφημεί την
FΒΙ) μεγαλώνει
διαρκώς για να
φτάσει τελικά
τις 278 σελίδες.
Τα
οικονομικά του
τονώνονται
όταν αρχίζουν
πάλι
ραδιοφωνικά σίριαλ
με τους ήρωες
του και νέο
ενδιαφέρον
προκαλείται
για τα έργα
του όταν
προβάλλεται το
κλασικό σήμερα
Γεράκι της
Μάλτας του Τζον
Χιούστον.
Ωστόσο, η μόνη
συγγραφική
δραστηριότητα
του Χάμετ,
πέρα απ' τις
ανοιχτές
επιστολές για
πολιτικά ζητήματα,
είναι βαθιά
πολιτική.
Γράφει το
σενάριο του
έργου Βάρδια
στο Ρήνο, προσαρμογή
του ομώνυμου
θεατρικού
έργου της
Λίλιαν Χέλμαν.
Πρόκειται
για μια
αντιφασιστική
ταινία που
έγινε πολύ
ευνοϊκά δεκτή.
Το
Σεπτέμβρη του 1942,
ο φυματικός
Χάμετ, 48 ετών,
κατατάσσεται
εθελοντής στο
στρατό,
πείθοντας με
ταχυδακτυλουργικό
τρόπο τους
γιατρούς ότι
τα σημάδια
στις
ακτινογραφίες των
πνευμόνων του ήταν
ασήμαντη
υπόθεση. Ήταν η
τέταρτη
προσπάθεια του
να καταταγεί
-τις
προηγούμενες
φορές τον
είχαν απορρίψει
για την ηλικία
του, τη
φυματίωση του
και τα
χαλασμένα δόντια
του, αλλά
τελικά τους
έπεισε. Στο
στρατό θα
μείνει επί
τρία χρόνια, ως
το Σεπτέμβρη του
'45. Φαίνεται
αστείο, αλλά η
FΒΙ όλο αυτό το
διάστημα
προσπαθούσε
να εξακριβώσει
αν όντως
υπηρετεί: στο
μητρώο του
στρατού είχε
καταχωρηθεί
κατά λάθος σαν
"Ντάσιερ
Χάμετ". (Μάλιστα,
επειδή
κάποιοι
χαφιέδες τον
είχαν δει με
στολή, η FΒΙ σκεφτόταν
να τον μηνύσει
για αντιποίηση
στολής!) Επειδή όμως
τόσο το
στρατόπεδο
Σενάγκο στην
Πενσιλβάνια
απ' όπου πέρασε,
όσο και το
νησί Άντακ
στις
Αλεουτίους,
οχτακόσια
μίλια έξω απ'
την Αλάσκα,
όπου τελικά
υπηρέτησε,
ήταν γνωστοί
τόποι συγκέντρωσης
«ανατρεπτικών»
στοιχείων,
πρέπει να
υποθέσουμε ότι
κάποιοι δεν
τον ξέχασαν.
Άλλωστε δεν το
έκρυβε. Όσο
ήταν στις Αλεουτίους
ήταν συνδρομητής
της Ντέιλι
Ουόρκερ και
διάβασε - για
τρίτη φορά - τα διαλεχτά
έργα του Μαρξ.
Στο
στρατό ο Χάμετ
θα γίνει
θρύλος ανάμεσα
στους εικοσάχρονους
συναδέλφους
του. Τους
έπεισε, με
κάποια δυσκολία,
να μην τον φωνάζουν
«κύριο», αλλά τον
έλεγαν «παππού». Ανάμεσα
στ' άλλα, εκδίδει
την εφημερίδα
του μετώπου
των Αλεουτίων (Δι
Αντάκιαν) με μεγάλο
ενθουσιασμό
και στο
επιτελείο του
προσλαμβάνει
και μαύρους,
παρ' όλο που ο
υπόλοιπος
στρατός ήταν
φυλετικά
διαχωρισμένος.
Γράφει ένα
προπαγανδιστικό
φυλλάδιο για τον
πόλεμο και γενικά
φαίνεται ν'
απολαμβάνει
αρκετά αυτή τη
δεύτερη
θητεία. Απολύεται
με τιμές,
λοχίας και
πάλι.
Είναι
διάσημος,
πλούσιος, (1300
δολάρια τη
βδομάδα απ' τα
σίριαλ),
πενήντα ένα
χρονών και ζει
στη Νέα Υόρκη. Η
πίστη του στο
κόμμα είναι
ακλόνητη, το
ίδιο και το
πάθος του για
το πιοτό. (Για
τις πολιτικές
δραστηριότητες
του των ετών 1945-1949
δες περισσότερα
στο
παράρτημα.)
Διδάσκει
συγγραφή
αστυνομικών ιστοριών
στη μαρξιστική
σχολή
Τζέφερσον,
όπου
συμμετέχει και
στο συμβούλιο των
Επιτρόπων. Τον
Ιούνη του 1946
εκλέγεται
πρόεδρος της
Επιτροπής
Πολιτικών
Δικαιωμάτων
Νέας Υόρκης,
θέση που θα
κρατήσει για
δέκα χρόνια. Το
1948 παθαίνει μια
κρίση
ντελίριουμ
τρέμενς και, κατά
γενική
κατάπληξη των
φίλων του,
κόβει το πιοτό,
θυμάται η Λίλιαν
Χέλμαν: «Αργότερα
είπα στον
Χάμετ ότι ο
γιατρός δεν πίστευε
ποτέ πως θα
'κοβες το ποτό. Ο
Ντας φάνηκε
έκπληκτος: "Αφού
του έδοσα το
λόγο μου!" Είπα:
"Και τον
κρατάς το λόγο
σου πάντα;"
"Σχεδόν
πάντα", είπε,
"ίσως επειδή
τον δίνω τόσο
σπάνια!"»
Ο Χάμετ
θα πληρώσει ακριβά
αυτό το
αίσθημα τιμής
και την προσήλωση
στις αρχές του.
Ανάμεσα στις
υποθέσεις που
αναλαμβάνει η Επιτροπή
του, είναι η
αποφυλάκιση μ'
εγγύηση των διωκόμενων
αγωνιστών.
(Ανάμεσα σε
άλλους,
αποφυλάκισε μ'
εγγύηση τα δεκαέξι
στελέχη της
Ομοσπονδίας Ελληνικών
Ναυτεργατικών
Οργανώσεων,
της περίφημης
ΟΕΝΟ, που
κρατούνταν το
Νοέμβρη του 1949 στο νησί
Έλις έξω απ' τη Ν.
Υόρκη.) Όταν ο
Γκας Χολ, σημερινός
γραμματέας του
ΚΚ ΗΠΑ, μαζί με
άλλους τρεις κομμουνιστές
απελευθερωμένους
μ' εγγύηση, δεν
εμφανίζονται
για να
δικαστούν, το
μακρύ χέρι του
νόμου θα πιάσει
τον Χάμετ και
την Επιτροπή
της οποίας
είναι
πρόεδρος.
Βρισκόμαστε
στα 1951, στην αρχή
της βασιλείας του
γερουσιαστή
Μακάρθι στην
εποχή του κυνηγητού
των μαγισσών
και της
αντικομμουνιστικής
υστερίας. Πληρώνονται
οι παλιοί
λογαριασμοί
και όσοι
διατέλεσαν
μέλη μετωπικών
και αντιφασιστικών
οργανώσεων,
ακόμα και
προπολεμικά,
σύρονται στα
δικαστήρια
και στις
διαβόητες
επιτροπές σαν
υπονομευτές
του αμερικάνικου
τρόπου ζωής. Οι
αριστεροί του
Χόλιγουντ χτυπιούνται
ιδιαίτερα
(να
μνημονεύσουμε,
εν παρόδω, και
τους Δέκα του
Χόλιγουντ:
Τζον Χάουαρντ
Λόσον, Ντάλτον
Τράμπο, Άλβα
Μπέσι, Ρινγκ
Λάρντνερ
τζούνιορ,
Σάμιουελ
Όρνιτζ,
Άλμπερτ Μαλτς,
Άντριαν Σκοτ, Έντουαρντ
Ντμίτρικ,
Χέρμπερτ
Μπίμπερμαν,
Λέστε Κόουλ). Οι
κατηγορούμενοι
επικαλούνται
την πρώτη
τροπολογία του
Συντάγματος (που
εγγυάται την
ελευθερία του
λόγου) ή την
πέμπτη (που
δίνει στον
πολίτη το
δικαίωμα να
μην πει τίποτα
που να τον
ενοχοποιεί). Στο
παρανοϊκό αυτό
θέατρο των
δολοφόνων, η
επίκληση του
Συντάγματος
εκλαμβάνεται
σαν ομολογία
συμμετοχής στο
ΚΚ και η δραστηριότητα
των ... επιτροπών
υποστήριξης
του Συντάγματος
θεωρείται
κι αυτή
αδίκημα. Οι
επίτροποι του
κονδυλίου για
τις αποφυλακίσεις
με εγγύηση (ο
Χάμετ ως
πρόεδρος, ο
Φρέντρικ
Βάντερ-μπιλτ
Φιλντ
κομμουνιστής
εκατομμυριούχος,
ο μαύρος
διανοούμενος Δρ.
Αλφίους Χάντον
και ο Άμπνερ
Γκριν) καλούνται
να αποκαλύψουν τα
ονόματα όσων
έδοσαν χρήματα
στον έρανο.
«Γιατί δεν τους λες
ότι δεν ξέρεις
τα ονόματα;»
ρώτησε η Χέλμαν
τον Χάμετ το βράδυ της
δίκης. «Τη μισώ
αυτή τη
συζήτηση»,
απάντησε ο
Χάμετ, «αλλά... κι
αν ήταν
περισσότερο
από τη φυλακή,
αν ήταν η ίδια μου
η ζωή,
θα την έδινα γι'
αυτό που
πιστεύω πως
είναι δημοκρατία
και δε
θ' άφηνα τους
μπάτσους ή
τους δικαστές
να μου πουν τι
να πιστεύω
πως είναι
δημοκρατία».
Την άλλη μέρα
στην επιτροπή,
το μόνο
που καταθέτει
είναι ότι
ονομάζεται
Σάμιουελ
Ντάσιελ Χάμετ.
Επικαλείται
την πέμπτη
τροπολογία και
το ίδιο βράδυ
καταδικάζεται για
«εγκληματική
περιφρόνηση
του δικαστηρίου»
σε έξι μήνες
φυλακή. Ήταν
έτοιμος γι'
αυτό: Ο Φρεντ
Φιλντ είχε
καταδικαστεί μόλις
πριν.
Συνέχεια
Επιστροφή
Αρχική σελίδα