του Γιάννη Οικονομίδη
|
Τα κόκκινα φτερούγια τα πλατιά τεντώνει ένα παράξενο γεράκι, που πίσω ακολουθάνε βιαστικά ρασοντυμένοι, ολόμαυροι κοράκοι. Διαβαίνει... Από τις άκρες των φτερών σταλάζουνε οι αιμάτινες σταγόνες στις ήσυχες τις όψες των νερών, που τάπηξαν οι ολόψυχροι χειμώνες. Στις πολιτείες τον άγριο του ερχομό πικροί, λυγροί τον συνοδεύουν θρήνοι, και μες στο σπαραγμό και το χαμό βυθίζεται και χάνεται η γαλήνη. Πούθ΄ έρχεται, ποιος ξέρει ναν το ειπεί, το γέρικο όσο ο κόσμος το γεράκι; Μια συνοδεία μακριά το ακολουθεί : ρασοντυμένοι, ολόμαυροι κοράκοι. Με κάθε του ανατάραγμα φτερών, σκορπίζοντας παντού αιματένιους τρόμους, τη μοίρα, λες, ξυπνάει των συμφορών, για να ερημώσει ολόγυρα τους δρόμους. Κι ο νους μας, όπου μπόρεσε να βρει για μας τους χίλιους τρόπους του θανάτου, δε μπόρεσε μια αγιάτρευτη πληγή στ΄ αλύγιστα ν΄ ανοίξει τα φτερά του.- |
|
|
|
Από τη
συλλογή Όλεθροι (1927), σ. 18-19. |