ΜΕΡΟΣ Γ’
1
Είχαν περάσει μήνες πάλι∙ κι ήταν άνοιξη πάλι. Στο ωραίο παλάτι του γιατρού Στεριώτη, σε μία μικρή, ψηλή κι ολοκαίνουργη κάμαρη, η Ευλαλία εκαθότουν μπρος στο πιάνο κι έπαιζε. Κι ο Γιώργης Οφιομάχος βυθισμένος σ’ ένα χαμηλό σοφά, με μισόκλειστα μάτια, παρακολουθούσε προσεχτικά τον αρμονικό σκοπό, που ρυθμικά περιπλεγμένος ξετυλιγότουν αδιάκοπα. Από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε δροσερός μπαλσαμωμένος[1] αέρας και ξάστερο φως. Ο νους τους ήταν αφοσιωμένος όλος στη μουσική εκείνες τες στιγμές, λησμονώντας τες καθημερινές φροντίδες.
Εφορούσε η Ευλαλία ένα ψιλό πράσινο φόρεμα και με πλατιά μανίκια, που άφηνε να φαίνεται ο αλαβαστρένιος λαιμός της και το νέο της πρόσωπο έλαμπε, ενώ τα δάχτυλά της γλιστρούσαν πάνου στα φιλντισένια τάστα, πότε αργά, πότε γοργά, πότε σμίγοντας μαζί, πότε ανοίγοντας, γεννώντας έτσι τη ρυθμική αρμονία και κάπου κάπου ένα πετράδι εσπιθίριζε. Η μεγάλη σονάτα που ’χε αρχίσει από έναν απλό σκοπό, με μία βαριά συνηχία[2], είχε σηκωθεί άξαφνα τεράστια, παρόμοια σ’ ένα μεγάλο οικοδόμημα, μπλέκοντας ξεχωριστές μελωδίες σε μίαν αψιά και παθητική αρμονία, που ολόκληρα και αδιάκοπα υψωνότουν, τρέμοντας, φωνάζοντας, κλαίοντας κι ολομεμιάς ησυχάζοντας∙ κι αδιάκοπα εγενότουν πολυπλοκότερη, προσπαθώντας να ξεχειλίσει στην ανθρώπινη καρδιά, να την κυριέψει με το πάθος της, με την τραγική τρικυμία της, που ανάγκη δεν είχε από λόγια και μεγαλόπρεπη τέλος εκλειούσε έπειτα από μια βαρυσήμαντη σιωπή, με μία νεκρώσιμη ακολουθία, κυλώντας αργά αργά, ρωτώντας κι απαντώντας, οδηγώντας έτσι στην τελική καταστροφή, με πόνο κι έλεος, σα για να δείξει κι εκείνη σκληρή κι άσκοπη μέσα στον κόσμο την ύπαρξη.
-Πόσο είναι όμορφη αυτή η σονάτα! είπε ο Γιώργης ακούοντας ακόμα στ’ αυτιά του όλες τες μελωδίες της.
-Πώς άρεσε και του Άλκη! είπε ντροπαλά η Ευλαλία, ταραγμένη ακόμη από τη συγκίνηση κι αντικρατώντας μ’ ένα χαμόγελο έναν αναστεναγμό, που της ανασήκωνε το στήθος.
-Δε λησμονάς ακόμη; της είπε ο Γιώργης πικρά.
-Ακόμη! του αποκρίθηκε κι ακολούθησε μία μακρινή και θλιβερή σιωπή.
Έφερε στο νου της τα περασμένα. Πόσος καιρός είχε περάσει απ’ όταν είχε παίξει αυτήν την ίδια σονάτα του Άλκη! Ήταν στο σπίτι του πατέρα της, εκεί που τώρα αυτή δεν ήταν πλια, γιατί ο γιατρός Αριστείδης Στεριώτης ήταν άντρας της, άντρας της αληθινά! Κι αυτή η ιδέα της θύμιζε τόσα πράματα, που ήταν υποχρεωμένη να τα κάμει, που δεν ήθελε να τα κάμει… μία ολόκληρη ζωή ανυπόφερτης σκλαβιάς, που εβάραινε απάνου της, αλλά έπρεπε αδιάκοπα να παραδίνεται στον άντρα που δεν αγαπούσε, που δεν έμοιαζε με τον Άλκη, που δεν ήταν ο Άλκης. Αχ! της εφαινότουν τώρα πως εκείνος την είχε μάθει να νιώθει και να αισθάνεται τη γλώσσα εκείνης της μουσικής. Μία γλώσσα σαν άλλου κόσμου, που ανάγκη δεν είχε από λόγια κι ορισμένες έννοιες για να ξηγά τη ζωή, την αγάπη, τον πόθο, για να γεννά μέσα στην καρδιά το φόβο και το έλεος. Εσωμάτωνε η μουσική, σα σ’ ένα όνειρο, την αρμονία της αγάπης, που έλειπε από τη ζωή της, τη δίψα ενού έρωτα, που ξεσκέπαζε της ζωής τα μυστήρια, το θλιβερόν πόνο, που εγινότουν μία άλλη θλίψη, ένα αναθύμημα παρμένο από τούτον τον κόσμο, που εσβηνότουν στον άλλον που τον εδημιουργούσε τ’ όνειρο μιας απέραντης ευτυχίας!
-Γράφει ο Άλκης; ερώτησε άξαφνα κλειώντας τα μάτια.
-Είναι άρρωστος, της αποκρίθηκε ο Γιώργης, απ’ όταν έφυγε από το νησί μας. Τώρα γράφει κάποιο βιβλίο.
Ένα μαύρο σύγνεφο επέρασε μπρος στα μάτια της. Έμεινε κάμποσες στιγμές ακίνητη ακουμπώντας κλειστό στα γόνατά της της μουσικής το βιβλίο, αναστέναξε, εκούνησε έπειτα το κεφάλι θλιβερά, εσήκωσε τους ώμους κι εστήλωσε το βλέμμα της σα να ονειρευότουν.
Τέλος απίθωσε πάλι ομπρός της το ανοιχτό εκείνο βιβλίο κι εχτύπησαν πάλι τα δάχτυλά της τα φιλντισένια τάστα. Ξανάπαιζε την ίδια σονάτα. Όλη η κάμαρη εγέμισε από τες παθητικές αρμονίες της, που έμπαιναν μέσα στην καρδιά της, συνταράζοντάς την, κάνοντας να ανατριχιάζει το κορμί της, συμφωνώντας μέσα στα βαθύτατα του είναι της με τη λύπη της, σα να της έδινε της μουσικής ο ρυθμός μίαν άλλη ζωή, σα να την έκαναν πλιο πιαστή τα μελωδικά παράπονα.
-Πόσο όμορφη που ’ναι η σονάτα! της ξανάπε ο Γιώργης. Και το τέλος πόσο σπαραχτικό…
Και σε μια στιγμή επρόστεσε με πικρό σαρκασμό:
-Το νεκρώσιμο μέρος έπρεπε να το ’χαν παίξει οι μουσικές στο ξόδι του Βαλσάμη! Αλλά δεν ήρθαν.
-Του Βαλσάμη; είπε πικρά η Ευλαλία.
-Ο άνθρωπος, είπε ο Γιώργης συλλογισμένος, ήταν ανώτερος απ’ ό,τι εφαινότουν στη δυστυχία της ζωής του. Αγαπούσε την Αιμίλια κι επαραδεχότουν ό,τι κι αν έκανε, χωρίς ούτε έναν αναστεναγμό. Την αγαπούσε.
-Μονάχα εκείνος; του ’πε χαμογελώντας. Μα δε βλέπεις πώς παίζει τον Πέτρο Αθάνατο, που τη λατρεύει; Τον έχει μεσίτη για τες άλλες αγάπες της. Και σένα… και σένα!
Αυτήν τη γυναίκα την εφοβότουν. Άκουε τώρα συχνά και τον άντρα της να την εγκωμιάζει. Ήταν γιατρός της. Την εθαύμαζε. Του φαινότουν γυναίκα με δύναμη χαρακτήρα, με τρομερή θέληση, σαν καμωμένη για να εξουσιάζει άλλους ανθρώπους, γι’ αυτό της εσυμπαθούσε τα σφάλματά της, γι’ αυτό ενόμιζε πως δεν ήταν υποχρεωμένη και κείνη να υποτάζεται σ’ ό,τι ήταν το χρέος για τες άλλες γυναίκες. Είχαν, έλεγε ο γιατρός, αυτό το προνόμιο οι ανώτεροι άνθρωποι∙ και κείνοι μονάχα. Ενώ η Ευλαλία γροικούσε αντιπάθεια μόνο για τη γυναίκα, που ποδοπατούσε την αγάπη, πόκανε όποιον ήθελε να την αγαπήσει. Αισθανότουν μίαν ανίκητη αποστροφή για τη δύναμη του ωραίου κορμιού της και της δυνατής ψυχής της, δεν ήθελε να την ιδεί γυναίκα του αδερφού της, δεν ήθελε να τον φαντάζεται καταδουλωμένον και κείνον σαν τον Περικλή Βαλσάμη, δεν ήθελε να ακουστεί πως κι αυτός εκλειούσε τα μάτια μπρος σ’ όλα τα περασμένα, γιατί η κυρία Αιμίλια ήταν πλούσια! Και την ήξερε εκείνη τη γνώμη της ο Γιώργης.
-Και τώρα, του ξανάπε, τι θα γένει, αδερφέ;
-Τι θα γένει; της απάντησε αναποφάσιστος. Μα ποιος το ξέρει; Πάρε παράδειγμα τον εαυτό σου. Δεν είδες πως η θέλησή μας δεν καταφέρνει τίποτα; Τα πράματα τραβούν το δρόμο τους, δε μας ρωτούν, μας υποτάζουν στην ανάγκη και μας παν όπου θέλουν.
-Μα τι λογαριάζεις να κάμεις; του ’πε πάλι καθίζοντας σιμά του και πιάνοντάς του το χέρι.
-Η πολλή σκέψη κουράζει! της αποκρίθηκε. Ω, παίξε καλύτερα άλλο ένα κομμάτι, θα ξεδώσουμε έτσι κι οι δύο!
Του χαμογέλασε πικρά, τον άκουσε κι εσηκώθηκε χωρίς να ειπεί άλλο λόγο. Εκάθισε μπρος στο πιάνο, εγύρισε καμπόσα φύλλα από το μουσικό βιβλίο κι εχτύπησε την πρώτη συνηχία του καινούριου κομματιού. Αλλά σα να ’θελε ακόμα να ειπεί μίαν ύστερη σκέψη της, εγύρισε το κεφάλι και του ’πε χαμογελώντας πικρά:
-Είσαι σκλάβος της πάλι! Αυτή είναι η ιδέα μου!
Κι εξακολούθησε το παίξιμό της.
Ο Γιώργης δεν της απάντησε. Την εκοίταξε μ’ ένα βλέμμα αγάπης. Πόσο ήθελε να ’ναι στη ζωή της ευτυχισμένη εκείνη! Του μιλούσε, γιατί δεν ήξερε το πάθος της άλλης γυναίκας, γιατί η περασμένη ζωή της την έκανε εκείνην αξιοκατάκριτη στη συνείδηση θυσιασμένης γυναίκας! Την εκοίταζε σιωπηλός.
Η Ευλαλία έπαιζε μία μουσική φαντασία σπαρταριστή και γεμάτη ζωηρότητα. Έπαιζε, έπαιζε, έπαιζε. Τα δάχτυλά της πετούσαν πάνου στα τάστα και το πρόσωπό της χαμογελούσε κι έλαμπε από τη συγκίνηση. Τώρα πίσω από τες πλάτες της η πόρτα της κάμαρης άνοιξε σιγά και ο γιατρός Στεριώτης εμπήκε μέσα, κάνοντας νόημα του Γιώργη να μη μιλήσει κι έμεινε ορθός, μη θέλοντας να την ταράξει.
Ήταν καλοντυμένος, χαρούμενος, το πρόσωπό του εφεγγοβολούσε μ’ ένα χαμόγελο ανάμεσα στα ξανθά του μουστάκια και στα γένια του που δεν ήθελαν ν’ ασπρίσουν κι εφαινόνταν τα μεγάλα του δόντια. Επερίμενε τες ύστερες νότες κι άμα το πιάνο είχε σωπάσει, εγέλασε δυνατά, μ’ ένα πήδημα εβρέθηκε σιμά στο Γιώργη, έτριψε τα χέρια του, τον εχαιρέτησε κι είπε με την χοντρή φωνή του:
-Α,α! διασκεδάζετε εδώ μέσα περίφημα τα δύο αδέρφια!
Η Ευλαλία εγύρισε και τον εκοίταξε μ’ ένα χαμόγελο. Η καλοσύνη της έκανε πάντα εντύπωση. Κι εκείνος επρόστεσε συλλογισμένος:
-Εδώ είναι παράδεισος! Αλλά ο δύστυχος εγώ είμαι άνθρωπος της εργασίας, της επιστήμης και δεν έχω τον καιρό να χαρώ όσο θα ’θελα τη γλυκάδα της μικρής φωλιάς μου. Και την έχτισα εγώ!
Τα δύο αδέρφια εγέλασαν.
-Μα τώρα είμαι άνθρωπος άλλος, ξανάπε ο γιατρός.
-Πού ήσουνε, τον ερώτησε η Ευλαλία ρίχνοντάς του μία φιλική ματιά.
-Ωχ, έκαμε εκείνος, κατεβάζοντας τα μάτια και κοιτάζοντας κρυφά το Γιώργη, σα να τον εφοβότουν. Μου μήνυσε πάλι η Βαλσάμη, ωχ, αυτή η γυναίκα είναι υστερική… Τώρα φοβάται κι αυτή το θάνατο και θα ‘θελε ολημέρα το γιατρό στο προσκέφαλο, για να τον διώχνει από σιμά της! Αλλά ήμουνα απ’ έξω κάμποση ώρα και σας άκουα. Δεν ήθελα να σας ενοχλήσω. Αλλά τώρα, Ευλαλία, παίξε και για μένα κάτι! Τα βαθιά πράματα ξέρεις δεν μπαίνουν στο μυαλό μου. Και φυσικά η μουσική δεν είναι η δουλειά μου. Όχι βέβαια! Θέλω μόνο μα με διασκεδάζει έπειτα από την εργασία μου. Να με ξεκουράζει. Ω, παίξε μου κάποιο τραγουδάκι, ίσως από τη Μαντάμ Ανγκό[3].
Και η Ευλαλία έκλεισε το βιβλίο που ’χε μπροστά της, εσήκωσε τες πλάτες κι άρχισε να παίζει απ’ έξω μία γνωστή μελωδία. Ο γιατρός την είχε πλησιάσει στο πιάνο και την εκοίταζε μ’ αληθινό θαυμασμό. Και μέσα του εσυχαιρόταν τον εαυτό του με περηφάνεια, γιατί αυτός ήταν ο άντρας εκείνης της νέας κι όμορφης γυναίκας! Άξαφνα εμουρμούρισε με την άθλια γαλλική προφορά του (δεν ημπορούσε να μάθει καμία ξένη γλώσσα), την τελευταία στροφή του τραγουδιού και ξαναγέλασε ξεκαρδισμένος τη στιγμή που το κομμάτι ετέλειωνε.
Εγέλασαν πάλι και τα δύο αδέρφια. Σε λίγο είπε ο Στεριώτης ευχαριστημένος από τον εαυτό του:
-Η συμφερότερη πράξη της ζωής μου ήταν σίγουρα ο γάμος μου! Σας το είπα. Εδώ μέσα είναι παράδεισος.
Κι έκλεισε ξανά τα μάτια. Κι έπειτα συνομίλησαν κι οι τρεις τους για πράματα αδιάφορα κάμποση ώρα.
Η Ευλαλία μία στιγμή είχε φύγει. Κι ο Γιώργης τον ερώτησε τότες ανήσυχος.
-Τι έχει η Βαλσάμη;
-Ω, τίποτα! του αποκρίθηκε μ’ ένα χαμόγελο κλειώντας του το ένα μάτι, της εδιόρισα λίγο μπρομούρο[4]… Κι έπειτα από μία στιγμή ξακολούθησε συλλογισμένος: Ωραία γυναίκα όμως! Ναι, μα την αλήθεια! Στον τόπο δεν είναι παρά δύο γυναίκες, η μία φυσικά είναι η δική μου, η άλλη είναι η Αιμίλια Βαλσάμη… Χα, χα!
Ο Γιώργης εγέλασε ένα γέλιο βιασμένο. Κι εγέλασε κι εκείνος ανοιχτόκαρδα κοιτάζοντας την Ευλαλία, που ξανακάθιζε στο πιάνο. Η μουσική ξανάρχισε κι οι δύο άντρες άκουαν σκεφτικά τώρα κι οι δύο.
Σε λίγο μία καλοντυμένη υπηρέτρια εμπήκε μέσα κι είπε πως στο γραφείο ο Μίμης Χαντρινός επερίμενε. Το πιάνο έπαψε.
-Ας έρθει εδώ, είπε ο γιατρός.
Κι όταν η υπηρέτρια είχε ξαναβγεί επρόστεσε:
-Μυστικό δεν είναι, θα μου μιλήσει για τες δουλειές σας, γιατί να με βγάλει από σιμά σας;
Η Ευλαλία τον εκοίταξε πειραγμένη, αλλά δεν επρόφερε λέξη.
Σε μια στιγμή ο Χαντρινός εχαιρετούσε με σέβας τα δύο αδέρφια κι έδινε φιλικά του γιατρού το χέρι κι αμέσως άρχισε την ομιλία του καθίζοντας σιμά του.
-Τα χαρτιά, σου τα ’φερα, του ’πε μ’ ένα άσκημο χαμόγελο βγάζοντας ένα μεγάλο πλίκο[5] από τη μέσα τσέπη του, αλλά ξέρεις γιατρέ, η υπογραφή του κόντε έχει τώρα πέραση. Δεν κάνουν πλια καμιά συγκατάβαση οι δικαστές, από την ώρα που ’μαθε η πιάτσα πως του λόγου σου πλερώνεις.
-Τους αφήνουμε να κουβεντιάσουν, είπε τώρα πειραγμένος κι ο Γιώργης, κοκκινίζοντας όπως κι εκείνη. Θα προσμείνουμε στο σαλόνι.
-Καλά! τους είπε αδιάφορα ο γιατρός που δεν επρόσεχε τώρα παρά τα χαρτιά του. Καλά! θα σας κράξω.
Κι ενώ τα δύο αδέρφια έβγαιναν από την κάμαρα, τον άκουσαν να λέει σοβαρός του τοκογλύφου:
-Μη βάλεις στο νου σου πως έχεις να κάμεις και τώρα με τον πεθερό μου. Εμέ, Μίμη, δεν μπορείς να με γελάσεις και να θέλεις.
-Εγώ; είπε γελώντας ο άλλος∙ μα σ’ έχω σαν παιδί μου, Αριστείδη μου! Εγώ, εγώ είμαι ο τύπος τση τιμής και τση δικαιοσύνης. Μα τι να σου κάμω; Για τα τρία άλλα χαρτιά που εξέπεσαν θέλουνε όλους τους τόκους απάνου στο λεφτό, δε χαρίζουνε τίποτα!
-Φέρ’ τα! του ’πε αποφασιστικά, πρέπει αυτή η φασαρία να ’χει τέλος! Η αρχή ήταν κακή! Δεν έπρεπε να φορτωθώ τόσες σκοτούρες!
-Εδώ τα ’χω, αποκρίθηκε ο άλλος μ’ ένα δειλό χαμόγελο.
Ο γιατρός τα πήρε στα χέρια του, τα κοίταξε καλά ένα ένα, εκοίταξε έπειτα προσεχτικά τον άνθρωπο και του ’πε ψυχρά:
-Συμφωνάς, Μίμη, με τον πεθερό μου κάποια απάτη! Θα θέλει να ’χει λεφτά για να τα χαλάει… και τα φτιάνετε, φαίνεται, αυτά τώρα! Το μελάνι το βλέπω χλωρό!
Ο τοκογλύφος δεν εφάνηκε πειραγμένος από την προσβολή, εκατέβασε μόνο το βλέμμα και του αποκρίθηκε ήσυχα.
-Εγώ, Αριστείδη μου; Εγώ είμαι ο τύπος τση τιμής και τση δικαιοσύνης! Είμαι κουτός κι αγράμματος και θα ’πρεπε να ’χω την εξυπνάδα σου και τα γράμματά σου, για να μου κατεβαίνουν τέτοιες ιδέες. Ναι, μα την αλήθεια!
-Δεν πλερώνω άλλα, του ’πε αποφασιστικά ο γιατρός. Αυτά είναι όλα;
-Όλα.
-Πήγαινε τώρα! του ξανάπε. Θα τα λογαριάσω με υπομονή.
Κι ενώ ο τοκογλύφος ετοιμαζότουν να φύγει, άνοιξε την πόρτα κι έκραξε με μια φωνή το Γιώργη. Τα δυο αδέρφια ξανάρθαν στο μικρό σαλονάκι.
-Γιατί να φύγετε; τους είπε μ’ ένα χαμόγελο. Μυστικά δεν ελέγαμε. Τώρα όλα τα χαρτιά τα ’χω μαζεμένα στο πορτοφόλι μου. Τ’ αγόρασα με ξεπεσμό. Μα τι έκαμε αυτός ο γέροντας όλον τον καιρό! Θα σας κάμω ένα δάνειο με μακρινή προθεσμία, που θα πλερωθεί λίγο λίγο, θ’ αξήσουν και τα εισοδήματα, γιατί εγώ με το Μίμη θα κυνηγήσω τους χωριάτες όσοι χρωστούνε… έγνοια τους! Και θα φτιαστούνε τα πράματα γλήγορα.
Κι εγέλασε.
-Αυτά όλα, του ’πε με αδιαφορία ο Γιώργης, τα λες με τον πατέρα μου.
-Είδες, είδες, καλή καρδιά που ’χει ο γαμπρός σας; είπε ο Χαντρινός με ψεύτικη συγκίνηση, σαν τη δική μου, μα την αλήθεια. Και το καλό αυτό, αφέντη, μου το χρωστάτε εμέ του ζωύφιου. Ναι, μα την αλήθεια. Και τι κεφάλι τετραπέρατο, ε, ο κυρ Αριστείδης; Σοφό! Ανώτερο από του πατέρα του, που ’καμε την κατάσταση! Ο καλότυχος ο κυρ Αριστείδης έχει όλην την πιάτσα στο συρτάρι του κι έχει τόσες άλλες δουλειές στο νου του! Κι όλες πάνε ρολόγι!
Και λέγοντας έτσι εκουνούσε το ένα του χέρι με τα δύο πρώτα δάχτυλα ενωμένα, ενώ τα μάτια του ελαμπύριζαν μέσα στ’ ωχρό πρόσωπό του. Ο γιατρός ευχαριστημένος από την κολακεία εκοίταξε ολόγυρά του. Κι ο Χαντρινός τους αποχαιρέτησε κι εβγήκε βιαστικά από την πόρτα.
Τώρα κι ο Γιώργης ήθελε να φύγει.
-Δεν έρχεσαι μαζί μας; τον ερώτησε ο γιατρός.
-Όχι, είπε σκεφτικός∙ πρέπει σήμερα κάτι να αποφασίσω.
Και η Ευλαλία είπε:
-Θα ’χα όρεξη να μείνω κι εγώ στο σπίτι∙ έπειτα από τόση μουσική είναι βαριά η καρδιά μου.
-Μη δεν είσαι καλά; της είπε ανήσυχος ο άντρας της μ’ ένα χαμόγελο, απλώνοντας από συνήθεια το χέρι του για να της πιάκει το σφυγμό.
-Όχι καλά είμαι, του ’πε, αλλά θα προτιμούσα να μείνω στο σπίτι.
-Ω, πήγαινε ντύσου! της αποκρίθηκε μ’ ένα άλλο χαμόγελο, υποψιασμένος μην τα λόγια της έκρυβαν κάποια άλλην ιδέα. Δεν επήρα γυναίκα όμορφη κι αρχόντισσα για να την κρύβω από τον κόσμο! Εγώ θέλω να με ζηλεύουν. Πήγαινε ντύσου, Ευλαλία!
Ο Γιώργης την εχαιρέτησε κι εβγήκε από την πόρτα. Και η Ευλαλία δεν έκαμε πλια αντίσταση. Και σε λίγο το αντρόγυνο ανέβαινε στο μονόζυγο αμάξι τους, που ευτύς εξεκίνησε προς το δρόμο της ακροθαλασσιάς.
Ο γιατρός εκαθότουν μέσα περήφανα. Η Ευλαλία βαστούσε χαμηλωμένο το βλέμμα της. Κόσμος πολύς έκανε ξέγνοιαστα τον περίπατό του κι εχαιρότουν το ανοιξιάτικο βράδυ. Οι πρώτοι γνώριμοι που τους εχαιρέτησαν ήταν ο γέροντας ποιητής που ’χε τονίσει σ’ όλους τους ρυθμούς πατριωτικά μόνο κι αυλικά τραγούδια και που παχύς και δυσκολοκίνητος επερπατούσε σιγά με το χρεοκοπημένο τραπεζίτη, τον άντρα της κυρίας Θεοφανώς Χρυσοσπάθη. Και κατόπι σ’ ένα καφενείο είδαν καθισμένον τον τραπεζίτη Αρκούδη, που με το περίλυπο πρόσωπό του θλιβερά εχαμογελούσε κι εστράβιζε∙ ήταν καθισμένος ανάμεσα στες δύο κυρίες Καλλέργη και μαζί τους ήταν και η κυρία Ουρανία Δαφνοπάτη, που εκείνην τη στιγμή ζωηρά τους μιλούσε γελώντας. Κι έπειτα εχαιρέτησαν κι άλλους πολλούς. Κι είδαν ακόμη και το γέρο Οφιομάχο, που τυλιγμένος στην παλιά ρεδιγκότα του, μπρος, σκεβρωμένος, με το χαμόγελο στα χείλη, εγύριζε εκείνην την ώρα σπίτι του. Εσυνόδευε τη γριά του αρχόντισσα, που εκοίταζε περίφοβη γύρω της, σα να μην επρόσμενε τίποτα καλό ούτε αυτήν τη στιγμή και τη θυγατέρα του τη Λουίζα, που έριχνε κάπου κάπου μία ματιά οπίσω της, χωρίς όμως να γυρίζει και το κεφάλι. Ο Γουλιέλμος Αρκούδης με το ψάθινο καπέλο του στο χέρι, ντυμένος με ρούχα εγγλέζικης μόδας, τους ακολουθούσε από σιμά.
Και η Ευλαλία παρατήρησε με μίαν ανατριχίλα πως μία στιγμή ο Γουλιέλμος είχε ζυγώσει την αδερφή της και της άφηκε στο χέρι ένα χαρτάκι, που εκείνη το πήρε βιαστικά και το τρύπωσε μέσα στο χερόχτι της. Εκατάλαβε πως η αδερφή της γλιστρούσε γοργά προς την καταστροφή∙ μα αιστάνθηκε κιόλας πως η ίδια δεν είχε μέσα της τη δύναμη να τη σταματήσει, όπως δεν είχε λάβει τη δύναμη να λυτρώσει τον εαυτό της! Τους εχαιρέτησαν με το χέρι και μ’ ένα χαμόγελο.
Κι έπειτα ο γιατρός εχαιρέτησε πρώτος την κυρία Θεοφανώ Χρυσοσπάθη, εκείνην την ίδια που ήταν σαν αδερφάδες με κάποια βασίλισσα και που ’χε αφιερώσει όλην της τη ζωή στη φιλανθρωπία για μνημόσυνο του πεθαμένου αγαπητικού της. Ήταν σ’ ένα όμορφο αμάξι μαζί με την άσκημη θυγατέρα του Αστέρη και με τον ανιψιό της, που τον είχε φέρει επίτηδες από τα ξένα για να τον παντρέψει.
Και η Ευλαλία εθυμήθηκε πικρά τον άλλον αδερφό της και τες χαμένες ελπίδες του.
Κι έπειτα η άμαξα έφερε το γιατρό και την Ευλαλία έξω από το προάστιο, κυλώντας με γληγοράδα στον καλοστρωμένο δρόμο κι ακολουθώντας πάντα το χαμηλό ακρογιάλι. Η θάλασσα ήταν σαν ένας απέραντος καθρέφτης και ο ήλιος βασιλεύοντας εχρύσωνε τα βουνά σ’ ένα τελευταίο αγκάλιασμα κι έριχνε φως κόκκινο και μαβί και χρυσό στον ουρανό, στα δέντρα, στο πέλαγο. Μία τράτα ψαράδες μισόγυμνοι, πιλαρωμένοι ως το γόνυ ετραβούσαν ρυθμικά τα δίχτυα τους, τραγουδώντας ένα βαρύθυμο τραγούδι για να αλαφραίνουν τους κόπους της άχαρης δουλειάς τους. Και μία γλώσσα γης αντίκρυ είχε πάρει εκείνην την στιγμή πλήθια χρυσοκόκκινη λάμψη κι εκαθρεφτιζότουν γιγαντένια μέσα στη θάλασσα, βάφοντας όλα τα νερά που ανάλαμπαν, ξεκολλώντας μέσαθε από τη σειρά των βουνών που απλωνόνταν πίσωθέ της. Ήταν το παλιό βενέτικο ρειπισμένο κάστρο. Και η Ευλαλία αναθυμήθηκε με ανατριχίλα εκείνην την ώρα, που της μετάδινε τη μελαγχολία της, μ’ έναν πικρόν αναστεναγμό τον Άλκη Σωζόμενο και τα ονείρατα που ’χε κάμει κι εκείνος βλέποντας αυτό το ίδιο ερείπιο, λουσμένο ως και τότες από το ίδιο φως του ήλιου, που δοξασμένα εβασίλευε.