2
Η κυρία Αιμίλια Βαλσάμη ήταν πάλι άγρυπνη ακόμη στο κρεβάτι της. Η απελπισία είχε ξεχειλίσει την καρδιά της. Όξω εξημέρωνε.
Ω! δεν μπορούσε να υπομείνει πλια εκείνο το ψυχομάχημα της αγάπης της, που εβαστούσε τώρα τόσους μήνες. Δεν το ’βλεπε λοιπόν πως δεν ήθελε πλια ο Γιώργης να την αγαπάει, πως της έκανε ό,τι μπορούσε να τα βαρεθεί κι η ίδια, πως όταν μιλούσε εξέφευγε το βλέμμα της, πως άδραζε κάθε ευκαιρία για να χύσει λίγο φαρμάκι ακόμη στην καρδιά της, για να την απονεκρώσει, αδιάφορος αυτός για τον πόνο που της προξενούσε; Και το ’ξερε πόσο τον αγαπούσε, ω, το ’ξερε.
Την επήραν τα κλάματα κι έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στο πουπουλένιο προσκέφαλο και τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της θερμά κι ήθελε εκείνο το κλάμα να μην ελάβαινε τέλος, ήθελε να ’λιωνε σ’ όλην αυτή τη συφορά της!
Απ’ όταν είχε πεθάνει ο Βαλσάμης, πόσες φορές είχε έρθει; Δυο; Τρεις; Πέντε; Εμετρώνταν στα δάχτυλα. Κι εκείνη τον ήθελε, ω, πόσο τον ήθελε, σαν πρώτα, πάντα σιμά της! Και πώς μπορούσε λοιπόν να την αφήκει σ’ αυτήν τη δίψα, σ’ αυτήν την ταραχή χωρίς να τη λυπάται, χωρίς να ραγίζεται η καρδιά της; Γιατί; Γιατί;
Αφού είχε πεθάνει ο άλλος, για μέρες πάλι ο Γιώργης δεν είχε έρθει στο σπίτι της. Ίσως είχε κάποιο δίκιο τότες. Μα η στιγμή είχε περάσει, είχεν αγαπήσει, είχε μπορέσει και πάλι να νικήσει. Ναι, είχε εκεί ομπρός της μ’ ένα αίσθημα τρόμου στην καρδιά, που το φανέρωνε το ανήσυχο βλέμμα του, το ωχρό του μέτωπο, το παράξενο βιασμένο χαμόγελο στα χείλη του. Είχε έρθει σε μίαν ώρα που ήταν ακόμη κόσμος εκεί, βέβαιος πως δε θα βρισκότουν ο καιρός για να ’ναι μονάχος μαζί της, αλλά τον είχε βαστάξει και δεν είχε λάβει τη δύναμη να της φύγει, όπως βέβαια ήταν η απόφασή του. Τον έβλεπε πώς εκοίταζε με στενοχώρια ολόγυρά του, σα να εζητούσε κάποιον που δεν ήταν πλια εκεί, πώς εκοίταζε την πόρτα σα να ανάμενε να ιδεί από στιγμή σε στιγμή να μπαίνει κάποιος αφανέρωτος ίσκιος! Έτσι της είχε ειπεί ο ίδιος κατόπι.
Επερίμενε να βρει εκείνην την ημέραν σ’ εκείνο το σπίτι αλλαγμένα τα πάντα, να ιδεί τα φυτά μαραμένα στο μεγάλον το διάδρομο, να ιδεί τους τοίχους του σπιτιού παλαιωμένους, να ιδεί πένθιμες τες γελαστές εικόνες που εστόλιζαν το σαλόνι, να βρει τέλος αλλιώτικην κι αυτήν την ίδια. Κι αυτός είχε βρει ξαφνισμένος πως όλα εξακολουθούσαν να υπάρχουν, όπως ήταν πριν πεθάνει εκείνος κι ούτε η καρδιά της, η δόλια η καρδιά της, που τον αγαπούσε όπως πάντα με πόνο και με πόθο δεν είχε καθόλου αλλάξει.
Και τον είχε σύρει η ίδια στην κάμαρή της, για να του δώκει θάρρος και του ’χε παραδώκει παράφορα το κορμί της και την ψυχή της, όπως παραδινότουν πάντα κι αυτός δεν είχε λάβει τη δύναμη να της αντισταθεί, αχ! όχι γιατί η αγάπη τον επλημμύριζε, όχι γιατί η ψυχή του ήταν αδύνατη κι ευκολονίκητη, γιατί είχε συνηθίσει να μην της αντιστέκεται! Αλλά εντρεπότουν εκείνην την αδυναμία του και της είχε μιλήσει παράξενα έπειτα κι έλεγε πως περιφρονούσε τον εαυτό του, γιατί ίσια ίσια έκανε ό,τι δεν ήθελε, ό,τι δεν έπρεπε, ό,τι δεν ήταν σύμφωνο με τη σκληρή μα χρειαστή και δίκαιη απόφασή του. Τέτοια ήταν η αγάπη του! Τέτοια!
Τώρα σε μια στιγμή παραφοράς είπε με το νου της:
-Ας έκανε και κείνη ό,τι έπρεπε σε μία τέτοια μεγάλη και σοβαρή ώρα. Αχ! αρκετά είχε παρακαλέσει, αρκετά είχε ταπεινωθεί, αρκετά είχε δείξει την αδυναμία της. Αρκετά είχε ακούσει πως δεν ήθελε να την πάρει γυναίκα του, έπειτα που την είχε τόσον καιρό ερωμένη του, αρκετά είχε περιμείνει. Ας τον έδιωχνε λοιπόν! Ας δοκίμαζε να του δείξει το θυμό της, την περιφρόνησή της, είχε όλα τα δίκαια, ας του έδειχνε πως θα μπορούσε και να τον μισήσει. Μα θα το κατάφερνε; Θα ’χε τη δύναμη; Ω, τον αγαπούσε! Μα ναι, και για τούτο έτσι θα ’κανε, έτσι έπρεπε να κάμει. Και την επήραν πάλι τα κλάματα…
Τι ιδέες της ερχόνταν στο μυαλό; Τι εικόνες εγεννούσε η φαντασία της; Χωρίς σειρά, χωρίς λογική, σα να μην κυβερνούσε πλια ο νους την κουρασμένη κι άρρωστη σκέψη της!
Εκοίταξε το κόκκινο φως του καντηλιού που ετρεμόσβηνε, αναδίνοντας κάπου κάπου κόκκινες αναλαμπές, σαν την πνοή του ετοιμοθάνατου ανθρώπου κι εσύγκρινε με κείνο το ετοιμόσβηστο φως τον έρωτά τους! Τώρα έπρεπε λοιπόν κι αυτός να σβήσει; Κι όλα τα όνειρα που ’χαν κάμει και που τώρα ημπορούσαν να γίνουν αλήθεια, θα επήγαιναν λοιπόν στον άνεμο; Θα εκαταστρεφότουν λοιπόν έτσι η ζωή της; Όλη η ζωή της μέσα σ’ ένα άφεγγο σκοτάδι;
Και το καντήλι ανάδωκε τότες μία φωτεινότερη αναλαμπή, κάνοντας για μία στιγμή ν’ αχνίζουν οι χαραμάδες του παράθυρου, που εγλυκόφεγγαν από το φως της ημέρας. Έτσι θα ’σβηνε και η αγάπη, είπε με το νου της με μία στενοχώρια που της έσφιξε την καρδιά. Μα μία γυναίκα όπως ήταν η ίδια μία περήφανη, μία τολμηρή γυναίκα, θα παραδινότουν αληθινά άνοπλη στη θλίψη, στη λύπη; Όχι, όχι, αγαπούσε πάρα πολύ, για να μη θέλει στην απελπισία της να κάμει κακό, για να μη μισήσει! Όχι, δε θα ’χε την υπομονή! Αυτή δε θα υπόμενε με καρτερία την περιφρόνηση! Όχι, όχι! Αυτή θα ’καιε τριγύρω της, θα ’καιε, ναι, πολύ πλιο τρομερή από το μικρό καντήλι, που έτριζε τώρα, γιατί το γυαλί εραγιζότουν! Όχι δε θα κοίταζε ποια πρόσωπα θα ’βλαφτε, δε θα την έμελε για τες ανθρώπινες καρδιές που θα πάθαιναν… καλύτερα μάλιστα, αν θα επάθαινε κι εκείνος, δε θα την έμελε για τους πόνους που θα γεννούσε η εκδίκησή της. Τι την έγνοιαζε για τους άλλους, αφού η ίδια ήταν βυθισμένη στην πίκρα, αφού υπόφερνε τα πλιο μαύρα βάσανα, αφού εκαταφρονιότουν το κορμί της, η ψυχή της, ο πόθος της, η αγάπη της! Κι από ποιον; Από κείνον που ήταν το είδωλό της, που γι’ αυτόν θα ’ταν παρέτοιμη να θυσιάσει τα πάντα, ως και τη ζωή της, αν της την ζητούσε! Αν της την ζητούσε μ’ ένα βλέμμα αγάπης. Ω, πόσο τον αγαπούσε!
Κι εβάλθηκε πάλι να κλαίει μ’ ένα μικρό παράπονο. Τώρα πάλι η φαντασία της εδούλευε ακανόνιστα. Της παρουσίαζε σπαραχτικές εικόνες: φόνους, πυρκαγιές, καρβουνιασμένα χαλάσματα. Και η άρρωστη σκέψη της την ορμήνεψε άξαφνα πως έπρεπε να ’βρει τον τρόπο να ‘χει έτοιμη κιόλας την εκδίκηση. Και ήθελε να τον τιμωρήσει το Γιώργη, τον αγαπημένον άνθρωπο, το μισημένον άνθρωπο, που την άφηνε στο μαρτύριό της, χωρίς έλεος! Ναι, ναι! Και ποια θα ’ταν εκείνη η τιμωρία; Πώς θα ’σπερνε αυτή την καταστροφή ολόγυρά της, καθώς εταίριαζε σε μία γυναίκα σαν εκείνην, περήφανην και ταπεινωμένην, περιφρονημένην στον έρωτά της, σ’ ό,τι ήταν μεγάλο κι αληθινό και σαν άγιο μέσα στην ψυχή της, που δεν έκρυβε, όχι, κανένα ψέμα, καμίαν ποταπότητα!
Και μέσα στην αγωνία της συνεπάρθηκε αυτήν την στιγμή από μίαν αγνώριστη ευχαρίστηση, η καρδιά της εχτύπησε δυνατά, τα μάτια της άνοιξαν. Η αντιπληρωμή της στενοχώριας της, του πόνου της, θα ’ταν μία γλύκα για τη βασανισμένη ψυχή της, η μόνη γλύκα, που θα μπορούσε να δοκιμάσει, αν δεν θα ’χε πλια την αγάπη του.
Κι η φαντασία της τής παρουσίασε πάλι μία μία τες περιπέτειες όλες κάποιου ονείρου, που εύκολα θα μπορούσε να γενεί πραγματικότητα, είδε μπροστά της όλα τα πρόσωπα που θα ’χαν μέρος σ’ ένα θλιβερό δράμα που θα τέλειωνε με μία γενική καταστροφή. Και τα πρόσωπα εκείνα ήταν ο άπιστος, αχ, ο σκληρός, ο αχάριστος, ο αγαπημένος, όχι, ο μισημένος άνθρωπος, που τώρα πλια είχε χορτάσει την αγάπη της, αφού της είχε πάρει όλη τη φλόγα της νιότης της και που θα την παραιτούσε τώρα, ζητώντας καινούριες περιπέτειες, άλλες αγάπες πλιο μικρές, πλιο ασήμαντες, πλιο εύκολες, αδιάφορος πλια για κείνην, που τον ελαχταρούσε και τώρα ακόμη, ενώ εμελετούσε τη σκληρή της εκδίκηση, γιατί η αγάπη του ήταν γι’ αυτήν μια ανάγκη της ζωής, μια στενοχώρια που της έσφιγγε την καρδιά κι εφοβέριζε να την πνίξει. Κι έπειτα η αδερφή του η Ευλαλία, αυτή που από την αρχή δεν την αγαπούσε, καθώς εβαριότουν κιόλας την οικογένεια του Γιώργη, αυτή, ναι, που την εθεωρούσαν όλοι το αγγελικό κι αθώο θύμα της κοινωνίας και που την εθύμωνε την κυρία Αιμίλια, γιατί επερνούσε τη ζωή της μέσα στο αγνό της μαρτύριο. Κι έπειτα ο άντρας της Ευλαλίας, ο δυνατός άνθρωπος, με το ξανθό γενάκι, ο άνθρωπος της μελέτης και της ενέργειας, που ήξερε πάντα τι ήθελε, που ελύγιζε όλα κάτου από τη θέλησή του, που υπόταζε τους άλλους και στο ύστερο ενικούσε. Και η σκέψη της άξαφνα εσταμάτησε, γιατί αναθυμήθηκε με στενοχώρια τη μορφή του ανθρώπου εκείνου, που στο μισοσκόταδο της κάμαρής της τής φάνηκε αδιόρθωτα άσκημη, αδριά, χοντρή, μεγάλη, χυδαία και την εσύγκρινε αθέλητα με το ευγενικό πρόσωπο του Γιώργη, με τη σπάνιά του χάρη. Κι εσυμπόνεσε την άτυχη Ευλαλία, που υποχρεωμένη ήταν να τον έχει πάντα σιμά της, να μοιράζει μ’ εκείνον το κρεβάτι της. Ω, αυτή η ίδια δε θα μπορούσε ποτέ της να το υποφέρει ένα πράμα τέτοιο. Το πρόσωπό του θα της κινούσε αδιάκοπα την αγανάκτησή της, δε θα μπορούσε ποτέ να συνηθίσει τους τρόπους του.
Τον έβλεπε τώρα συχνά, γιατί ήταν γιατρός της, γιατί της εχρειαζόνταν τα γιατρικά που της διόριζε, είχε ανάγκη από ησυχαστικά φάρμακα, από υπνωτικά, αλλιώς τα χαλασμένα της νεύρα θα ’σπαζαν, τόσο, της έλεγε, ήταν τεντωμένα. Τον έβλεπε κάθε μέρα, πες κάθε δεύτερη μέρα, δύο φορές τη βδομάδα τουλάχιστο. Επάσκιζε να δείχνεται ευτυχισμένος, ακόμη δεν έπαυε να εγκωμιάζει την Ευλαλία του, να κηρύχνει όλες τες χάρες της κι ωστόσο από τα ίδια του τα ενθουσιασμένα λόγια εφαινότουν πόσο ήταν εκείνη ψυχρή μαζί του, πόσο ήταν μάταιες οι προσπάθειες που έκανε, για να της βγάλει από το νου την αγάπη της την πρώτη, για να γένει τέλος πάντων δική του κι η ψυχή της γυναίκας του. Δεν είχε βέβαια παράπονο κανένα από κείνην, το εναντίο, αλλά την έβλεπε πάντα σα βαρύθυμη κι όταν εγελούσε κι όταν έπαιζε στο πιάνο τη σοβαρή μουσική της, είχε πάντα σαν ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη, που εκείνο ο γιατρός ήθελε να της το σβήσει με τα πλούτη του, με την αγάπη του, με την αδέξια αφοσίωσή του. Α, ήταν τόσο κωμικός με το ξανθό του γενάκι, όταν της εξομολογιόταν με αλλόκοτον τρόπο αυτά τα μυστικά του, που δεν ήταν ακόμη πικρά. Καθισμένος σιμά της, σα να της εγύρευε μια συμβουλή της. Και πώς εγέλασε μέσα της η κυρία Αιμίλια, γιατί ούτε ο γιατρός ούτε η Ευλαλία δεν της κινούσαν τη συμπάθεια.
Την άφηνε κιόλας να ιδεί με τα εγκώμια που έκανε στην οικογένεια των Οφιομάχων, πως και κάποια άλλα ιδιαίτερα τον εψύχραιναν. Κανένας απ’ όλους τους, ούτε η Ευλαλία ούτε τ’ αδέρφια της ούτε ο γέρος ούτε και η αρχόντισσα δεν τον εθεωρούσαν όμοιό τους, όλοι τους επροσπαθούσαν να του κρύβουν πως είχε κολλήσει ακάλεστος στο σπίτι τους, γιατί είχαν ξεπέσει και η προσπάθειά τους αυτή εφαινότουν κάθε στιγμή και δεν μπορούσε να τον αφήνει αδιάφορον κι αναγκαζότουν να προσπαθεί και κείνος να τους δείχνεται ανώτερός τους, προικισμένος με χαρίσματα αληθινά, που δεν τα ’βλεπαν οι Οφιομάχοι μήτε στ’ όνειρό τους, γι’ αυτό είχε δεχτεί την υποψηφιότητα που του πρόσφερνε ο κύριος υπουργός, γι’ αυτό έκανε τόσα γιατρικά υπομνήματα στην Ακαδημία των Παρισίων, ήθελε να τους δείξει πως ο ίδιος δεν ήταν ο πρώτος τυχόντας, ότι ήταν χρήσιμος στην κοινωνία, χρήσιμος στην επιστήμη, ανώτερος, πολύ ανώτερος απ’ όλους τους ντόπιους αριστοκράτες, απ’ όλους αυτούς τους ζητιάνους. Αυτός επεριφρονούσε τα μεγάλα ονόματα, έπρεπε να τον καταλάβουν οι Οφιομάχοι. Της μιλούσε συχνά για κάποια φυσιολογικά πειράματα που ήθελε να κάμει. Αυτή εβαρυνότουν τόσο τα λόγια του. Η μύγα, έλεγε, δείχνει τρομερή αντίσταση στα μικρόβια, στες τοξίνες, γιατί μ’ αυτά τρέφεται, το στόμα της είναι αληθινό απολυμαντήριο. Το ζήτημα είναι πώς μπορεί να μεταδοθεί αυτή η ανοσία στον άνθρωπο με κάποιον θεραπευτικόν ορό βγαλμένον από κείνην. Δεν είχαν τέλος αυτές οι ομιλίες του κι εγενότουν τόσο ενοχλητικός, ήταν τόσο ανυπόφερτη η συντροφιά του! Κι όμως, κι όμως… Αν έπρεπε αν εκδικηθεί το Γιώργη; Αν έπρεπε;
Η στενοχώρια της έσφιξε πάλι την καρδιά και την έκαμε να πονέσει και σε μία στιγμή πλιο μαύρης απελπισίας ακόμη, είπε παράφορα με το νου της. Και μ’ εκείνον! Και μ’ εκείνον!
Και αναταράχτηκε ανατριχιασμένη από αυτόν το στοχασμό, ανοίγοντας μεγάλα τα μάτια της, σφίγγοντας τα χέρια της, βαστώντας περίφοβη την πνοή της. Η σκέψη εκείνη ερχότουν βέβαια από την κόλαση, ήταν κάτι τρομερό, κάτι αδύνατο, που δε θα γινότουν. Η δόλια της καρδιά εδιψούσε μόνο την αγάπη! Ω, πώς θα φιλούσε εκείνην τη στιγμή, ίσια ίσια, το αγαπημένο στόμα του Γιώργη! Πώς θα ντρεπότουν μπροστά του γι’ αυτόν το στοχασμό της! Ας ήταν μονάχα σιμά της!
Αλλά η σκέψη της ωστόσο ξακολουθούσε το δρόμο της απελπισμένα: -Και μ’ εκείνον! Και μ’ εκείνον! Αυτή, ναι, γιατί αγαπούσε, θα ’χε την αληθινή δύναμη ν’ ανάψει μίαν πυρκαγιά! Εχαμογέλασε πικρά κι εκούνησε μέσα στα προσκέφαλά της το κεφάλι. Ήταν κι εκείνη δυνατός άνθρωπος, δυνατός και στην αγάπη και στο μίσος. Μα απόδιωξε πάλι την ιδέα που ήθελε να την τυραννήσει, πασκίζοντας να ξαναφέρει στο νου της τες πλιο τρυφερές στιγμές του έρωτά της, την αγάπη της μάνας της, τες στιγμές του θανάτου του πατέρα της, ό,τι της ήταν πλιο τρυφερά αλησμόνητο. Ω, η καρδιά της δεν ήταν σκληρή, ήταν έτοιμη πάντα ν’ αγαπήσει, πάντα να δακρύσει από αγάπη. Μα δεν μπορούσε, αχ, να παραδεχτεί τόση περιφρόνηση, τόσο άδικη κακία από μέρος εκεινού του ανθρώπου! Και για τούτο ήταν γλυκιά η εκδίκηση, για τούτο εγέμιζε κακία η καρδιά της, για τούτο ημπορούσε τώρα να πάρει αυτόν το γλιστερό κατήφορο. Τα πρώτα ποιήματα είχαν γίνει κιόλας, μόνο η αγάπη του πάλι θα την εγλίτωνε, ω ναι, η αγάπη του.
Κι εξακολούθησε να πλάθει φοβερά όνειρα. Επάσκιζε να μη βρίσκει τόσο άσκημη τη μορφή του γιατρού, επάσκιζε να θαυμάσει τη δραστήρια ψυχή του, το δυνατό χαρακτήρα του, τον πλούτο του, την επιστήμη του, το ανοιχτό στάδιο που ‘χε εμπρός του στην κοινωνία και στην πολιτική και τώρα εχαιρότουν η καρδιά της βλέποντας σε κείνο το όνειρο την πίκρα του Γιώργη που θα ζήλευε απελπισμένος, τη μετάνοιά του, γιατί είχε ξαπολύσει ο ίδιος τόσην καταστροφή απάνου στα θλιβερά χαλάσματα του σπιτιού του!
Κι άξαφνα η ιδέα της αποτυπώθηκε σε μια λιγόλογη φράση, που την επρόφεραν καθαρά τα φρυμένα της χείλη: -Θα τον έπαιρνε της Ευλαλίας! Θα κατέστρεφε, είπε, τους Οφιομάχους. Κι ετρόμαξε πάλι για την απόφασή της και σύγκορμη αναταράχτηκε κι ανατρίχιασε! Πόσο άρρωστα εδούλευε ο νους της! Ένας ίδρος ψιλός και κρύος επερίβρεχε το σώμα της και τα μάτια της ορθάνοιχτα εκοίταξαν και ερευνούσαν μήπως άνθρωπος κανένας ή φάντασμα κανένα την είχαν ακούσει. Αλλά πάλι μέσα από τα βάθη της ψυχής της ξαναβγήκε τυραννικά ένα ρώτημα. «Πώς, πώς θα το κατάφερνε την ώρα της ανάγκης;» Κι εκατάλαβε πως αγάλι ωστόσο εσυνήθιζε σ’ εκείνην την ιδέα, γιατί ο νους της εβρέθηκε παρέτοιμος στο ακατανόμαστο έργο. Δύσκολο δε θα ’ταν. Ήξερε πως άρεσε η ίδια του γιατρού, ήταν όμορφη, ήταν νέα! Και θα ’ξερε να τον τραβήξει σιμά της και να τον βαστάξει μ’ όλες τες τέχνες του έρωτα, μ’ όλες, μ’ όλες… και θα τον έπαιρνε για πάντα της Ευλαλίας, θα επικραινότουν η Ευλαλία, ήταν αδιάφορο, αλλά οι Οφιομάχοι θα ’χαναν το στήριγμά τους, τα χρέη θα τους εκυρίευαν, θα ’πεφταν πάλι στη φτώχεια, θα ’χαν άσκοπα θυσιάσει την Ευλαλία! Αυτή θα ’ταν η εκδίκησή της. Καλά εσυλλογιζότουν ο νους της. Ναι, ναι!
Το στόμα της ήταν φρυμένο, το καντήλι είχε σβήσει, αναζήτησε με το χέρι του νερού το ποτήρι, που ήταν σιμά της και το χέρι της άγγιξε την κρύα μεριά του κρεβατιού κι ανατρίχιασε. Και την ίδια στιγμή στην κάμαρα έτριξε κάποιο έπιπλο και με φόβο υποψίασε πως άνοιγε σιγά σιγά η πόρτα και της εφάνηκε πως κάποιος έμπαινε μέσα εκείνην τη στιγμή κι αυτός ο κάποιος ήταν ο ίσκιος εκείνου κι εφαντάστηκε τρομαγμένη από την εντύπωση πως ο ίσκιος επροχωρούσε, πως ήθελε να ’ρθει να πλαγιάσει σιμά της και το μισό της κορμί εκρύωσε και το αίμα επάγωσε μέσα στην καρδιά της. Δεν ημπόρεσε να βγάλει παρά μία μικρή μουγγή φωνή κι αναπετάχτηκε στη στιγμή κι έκαμε φως με το κερί της. Και το φως την ησύχασε αμέσως, εκοίταξε ολόγυρά της. Είχε ξημερώσει. Όλα τα έπιπλα ήταν στη θέση τους, το ρολόγι ακολουθούσε τον ατέλειωτο δρόμο του. Στο κρεβάτι της ήταν μονάχη, όπως είχε πλαγιάσει. Η πόρτα ήταν κλειστή.
Εχαμογέλασε ησυχασμένη.
Αλλά το ονειροπλάκωμα έδωκε άλλην τροπή στη σκέψη της. Το χαμόγελό της εγίνηκε πικρό. Κι είπε με το νου της, ενώ εξαναπλάγιαζε κουρασμένη: Εκείνος απέθανε! Κι εσυλλογίστηκε τον άτυχον άνθρωπο που ’χε σταθεί ο πρώτος της άντρας. Εθυμήθηκε την άχαρη ζωή του σιμά της και τον πρώιμο θάνατό του. Ηθέλησε να ξαναφέρει στο μυαλό της το γλυκό του το πρόσωπο, όπως το ’χε γνωρίσει τον πρώτο καιρό του γάμου τους, αλλά το ’χε λησμονήσει. Η αρρώστια τον είχε αλλάξει τόσο, που οι παλαιές του φωτογραφίες δεν του ’μοιαζαν πλια καθόλου. Δεν ήταν πλια ούτε όμορφος, ούτε γερός, ούτε πρόσχαρος σαν τότες. Της ήρθε στο νου η κίτρινη χλωμάδα του, η αδύνατη και διάφανη όψη του, η φωνή του, που μεταβιάς ακουόταν, τα βουλισμένα μάτια του που ο πυρετός τα θόλωνε κάθε βράδυ. Τον τελευταίο καιρό μάλιστα είχε καταντήσει σαν σκέλεθρο και όλα τα πιθέματά του ελέγαν τον πόνο της ψυχής του. Αχ! ως και η ίδια τον είχε κάμει να υποφέρει, και δεν της το ’δειχνε… Εθυμότουν πώς την εκοίταζε, σαν κάτι ανώτερο από τον εαυτό του, υποταγμένος χωρίς θυμό, χωρίς παράπονα κι έτσι είχε περάσει χρόνια σιμά της, περισσότερο πατέρας παρά άντρας της, θυσιάζοντας κάθε στιγμή κάτι από τον εαυτό του, παρέτοιμος πάντα να τη συνοδεύει παντού, σε χορούς, σε θέατρα ευτυχισμένος, όταν έβλεπε να βασιλεύει.
Η αρρώστια του όμως όλο δούλευε, όλο επροχωρούσε μέσα του, σαπίζοντας τα σπλάχνα του, λιώνοντας το σώμα του, βαθουλώνοντας τα μάγουλά του, που εφαινόνταν συχνά ροδοκόκκινα. Και έτσι εσβηνότουν σιγά σιγά ο μάρτυρας, που δεν είχε μπορέσει ποτέ ούτε ν’ αγαπήσει με πάθος ουδέ να μισήσει με πάθος και που έμνησκε σαν αδιάφορος στον πόνο δεχόμενος τη σκληρή τη μοίρα, καταπεισμένος πως αλλιώς δεν ήταν δυνατό να ζει κανείς, παρά κουβαλώντας μ’ υπομονή τον άθλιο σταυρό του. Και του εφαινόνταν οι γεροί άνθρωποι, όπως ήταν αυτή η ίδια, όπως ήταν ο Γιώργης, σαν πλάσματα άλλου κόσμου, με δικαιώματα απάνου στη ζωή και την ευτυχία, γιατί ήξεραν να υποτάξουν τη ζωή και να της πάρουν τα καλά της. Η κυρία Αιμίλια αναθυμότουν το υγρό του βλέμμα, που την παρακολουθούσε, όπου κι αν επήγαινε μέσα στην κάμαρα, βλέμμα ανθρώπου νικημένου, που δεν τολμούσε πλια να ζητήσει τίποτα, βλέμμα κρυφής αγάπης ίσως, γιατί παρόμοια εκοίταζε και το φίλο του, τον Πέτρο Αθάνατο, που εβρισκότουν όλες τες στιγμές στο προσκέφαλό του και που εγελούσε συχνά με το άσκημο γέλιο του. Κι είχε έρθει τέλος η μέρα του θανάτου του.
Ήταν άνοιξη κι ήταν απόγιομα. Ένας βήχας ξερός και μία στενοχώρια απαρηγόρητη τον είχε τυραννήσει όλην την περασμένη νύχτα και στες πρωινές ώρες εκείνη η στενοχώρια του είχε αξήσει τόσο, που ο άρρωστος περιμαζεύοντας τη λίγη δύναμή του επάσκισε για στερνή φορά να πεταχτεί από το κρεβάτι, προσπαθώντας ακόμη να ξεφύγει το θάνατο. Κι έπειτα προς το μεσημέρι είχε ησυχάσει πάλι, είχε ξαναπλαγιάσει στο κρεβάτι και το ιδρωμένο και διάφανο πρόσωπό του είχε πάρει μίαν αλλόκοτη ειδή που κανείς στη ζωή δεν του την είχε γνωρίσει. Από τ’ ανοιχτά παράθυρα έμπαινε στην κάμαρα ο ήλιος, ένας ήλιος ζεστός και κόκκινος. Και μία αχτίδα χρυσή του ’λουζε το κεφάλι πλέκοντας γύρω στα μαλλιά του σαν ένα φωτοστέφανο και ακουόνταν στα κλαριά των δέντρων, σιμά πολύ στα παράθυρα, δύο πουλιά που εκελαδούσαν και έμπαινε μέσα η μυρωδιά της άνοιξης από κείνα τα δέντρα που ολοένα ανθούσαν.
Κι ήταν γύρω στο κρεβάτι ο γιατρός Στεριώτης, που ήθελε να φύγει, βλέποντας που δεν είχε πλια να βοηθήσει κι ο Πέτρος Αθάνατος μ’ όψη σκληρή κι ασυγκίνητη και ο ίδιος ο Γιώργης Οφιομάχος κι εκείνη. Κι εγρικούσαν όλοι σε κάθε μακρινή αναπνοή του αρρώστου, ένα ρίγος στο κορμί τους, γιατί επερίμεναν από στιγμή σε στιγμή το θάνατο και δεν εμιλούσε κανείς τους και κανείς δεν εκοίταζε τον άλλον, παρά ήταν όλοι συγκινημένοι από την απλή και τρομαχτική μεγαλοπρέπεια εκείνης της ώρας. Ο άνθρωπος επέθαινε με κατάνυξη, καθώς το ‘χε προμελετήσει. Ο γιατρός Στεριώτης άλαλος του ‘δωκε το χέρι και τον εκοίταξε με περίλυπο βλέμμα και μ’ ένα πικρό χαμόγελο. Και ο ετοιμοθάνατος μη μπορώντας ν’ αποδώσει το χαιρετισμό εκούνησε ανάλαφρα ένα δάχτυλό του κι είπε με σβησμένη φωνή: «Αύριο υπογράφεις, γιατρέ, τη θανή μου!» Κι επικροχαμογέλασε κι εκείνος. Κι έριξε έπειτα ένα βλέμμα συμπόνιας κι ευγνωμοσύνης στον Πέτρο κι ένα δάκρυ χοντρό εκύλησε από τα μάτια του, ενώ τα χείλη του του ‘λεγαν: «Γεια σου!» Κι έφερε το βλέμμα του γύρω σα να ‘θελε ν’ αποχαιρετήσει ως και τα πράματα που αγαπούσε κι εκοίταξε τέλος πικρά αυτήν την ίδια με μία ματιά που εφανέρωνε έναν άπειρον πόθο αγάπης κι ένα χαμόγελο έφεξε στα χείλη του, το στερνό της ζωής του! Κι αυτήν τη στιγμή εταράχτηκε όλος κι εκοίταξε την πόρτα, σα να ‘θελε να ριχτεί όξω, σαν κάτι να τον έδιωχνε από κείνο το σπίτι. Κι εκείνη η ίδια ηθέλησε κάτι να ειπεί κι άρχισαν να κινιούνται τα χείλη της για να μιλήσουν, μα αυτήν τη στιγμή τα μάτια του Βαλσάμη εστυλωθήκαν κι εθόλωσαν μαζί με την αχτίδα του ήλιου που δεν έπεφτε πλια απάνου στα μαλλιά του.
Το κερί ήταν αναμμένο σιμά της, αλλά ήταν μέρα∙ και κουρασμένη η κυρία Αιμίλια από την ανησυχία όλης εκείνης της νύχτας, έκλεισε τα μάτια της κι αποκοιμήθηκε.
Εξύπνησε προς το μεσημέρι κι έμαθε από την υπηρέτρια πως ο Γιώργης επερίμενε από ώρα στο σαλόνι∙ δεν είχε θελήσει εκείνος να την ξυπνήσουν.
Τον εδέχτηκε στο κρεβάτι. Ήταν σκοτάδι εκεί μέσα∙ το κερί χωνεμένο έκαιε ακόμη αλλ’ εφώτιζε λίγο την κάμαρη. Κι ο Γιώργης, θαμπωμένος από το φως της μέρας, άκουσε μόνο τη φωνή της που τον εχαιρετούσε και δεν είδε ευθύς αμέσως παρά τες μπρούτζινες κολώνες του κρεβατιού που το φως του κεριού τες έκανε να λάμπουν. Σιγά σιγά όμως εσυνήθιζε στο λίγο φως κι είδε το κεφάλι της με τες χοντρές πλεξίδες, μέσα από τα μεταξωτά σκεπάσματα και το λευκό γυμνό της χέρι που επρόβαλλε από το λευκό πλατύ ποκάμισο και που απλωμένο τον χαιρετούσε.
Τον εκάλεσε να καθίσει σιμά της σε καρέκλα, που ήταν δίπλα στο προσκέφαλο.
Την άκουσε. Της χαμογέλασε κοιτάζοντάς την και της έπιασε το χέρι.
-Τι νύχτα ήταν τούτη! του ‘πε κουνώντας τ’ όμορφο κεφάλι της η κυρία Βαλσάμη, ο νους μου απόψε, χωρίς να το θέλω, εδούλευε στο κακό, εμελετούσε καταστροφές μονάχα! Και ξέρεις γιατί; Είναι περίεργο, γιατί η καρδιά μου σ’ αγαπά πάρα πολύ. Μα εσύ δεν το βλέπεις.
Και του ‘σφιξε το χέρι∙ και τα μάτια της τον εκοίταξαν παράφορα ζητώντας το φιλί, που αργούσε να το δώκει. Γιατί αργούσε; Και μάλιστα εκείνην την ημέρα που έπρεπε να σβηστεί τόση στενοχώρια, που έπρεπε να λησμονηθούν τόσοι πικροί στοχασμοί, τόσες άσκημες ώρες;
Της χαμογέλασε σα φοβισμένος και της είπε σκεφτικός:
-Οι τελευταίες στιγμές του ήταν τόσο θλιβερές!
-Ναι, του απάντησε αλλά η ζωή μένει δική μας! Και του τίναξε μ’ ένα άλλο χαμόγελο το χέρι και τον εκοίταξε ξεταστικά στο πρόσωπο. Ένα χαμόγελο της εφώτισε την όψη: Ερχότουν σήμερα εκεί ο Γιώργης μετανιωμένος ζητώντας πάλι την αγάπη της, θέλοντας να της ξηγήσει τη διαγωγή του; Η χαρά έκαμε να χτυπήσει γλήγορα η καρδιά της. Τον εκοίταξε τρυφερά.
Ο Γιώργης της φίλησε το χέρι που βαστούσε το δικό του και μια σιωπή ακολούθησε. Αλλά εκατάλαβαν πως για πρώτη φορά στη ζωή τους ο ένας εφοβότουν τον άλλον, ο ένας εκρυβότουν από τον άλλον. Κάτι ηθέλησε να του ειπεί που δεν εβγήκε από τα χείλη της και το λησμόνησε αμέσως, γιατί την κοίταξε κατάματα.
-Θα ‘σαι δικός μου; του ξανάπε με πάθος, καθίζοντας στο κρεβάτι της και ρίχνοντας πίσω τες βαριές της πλεξίδες, ω Γιώργη, ω Γιώργη!
Κάτου από τες δαντέλες του ποκάμισού της, ο κόρφος της έτρεμε. Έσιαζε μ’ ένα χέρι τα μαλλιά της και το μάτι της ακατάπαυτα τον εκοίταζε υγρό∙ με μία φλόγα προσπαθούσε να μπει στην καρδιά του. Και του ‘πε πάλι με το ίδιο πάθος:
-Πώς σ’ επερίμενα! Ω, δεν μπορείς παρά να ‘σαι δικός μου, δεν είναι αλήθεια; Το κατάλαβες και γι’ αυτό ήρθες. Δεν είναι αλήθεια, αγαπημένε;
Και ενώ επρόφερε τούτα τα λόγια αισθανότουν μια γλύκα αδιήγητη και μιαν αλάφρωση ωραία στην καρδιά της. Πόσο ήταν ευτυχισμένη εκείνην τη στιγμή, πόβλεπε πως ήταν ανάγκη να ‘ναι σκληρή, πως η ζωή της αυτή θ’ άλλαζε δρόμο από κείνην την ημέρα κι αυτή η άδολη χαρά που ησύχαζε έτσι την ταραγμένη ψυχή της εκαθρεφτιζότουν στο πρόσωπό της, στα ωραία της τα μάτια, στα σαρκερά της χείλη που χαμογελούσαν ακόμα.
Του χάιδεψε τρυφερά το κεφάλι, τον εκοίταξε στα μάτια, έμεινε σιωπηλή κάμποσες στιγμές, σα να ρωτούσε αν αληθινά ήταν εκείνος σιμά της και ποθώντας ν’ ακούσει τη φωνή του. Και του ‘πε πάλι με καρδιοχτύπι:
-Θα σ’ αγαπώ, θα σ’ αγαπώ! Δε σ’ αφήνω πλια να φύγεις από σιμά μου, μέσα από τα χέρια μου, ω Γιώργη, ω Γιώργη! Ω, μίλησέ μου!
Και του αγκάλιασε άξαφνα με το ένα της χέρι το λαιμό και του ‘σφιξε το αγαπημένο κεφάλι πάνω στο πλούσιο στήθος της κι επέρασε τα δάχτυλά της ανάμεσα στα μαλλιά του κι ένας βαθύς αναστεναγμός εβγήκε μέσα από τα βάθη της καρδιάς της. Κι ο Γιώργης σα μεθυσμένος εκείνην τη στιγμή από τα χάδια της, συνεπαρμένος απ’ όλην εκείνη τη γυναικεία σάρκα, που εσπαρταρούσε τόσο σιμά του και που τον ετραβούσε με ανίκητη δύναμη, εφίλησε πρώτα το μπράτσο της Αιμίλιας που ‘χε γυμνωθεί, γιατί ένα κομπί είχε ξηλωθεί στο αγκάλιασμα κι εκατάλαβε πως κι εκείνην την ημέρα ο πόθος του για την όμορφη γυναίκα ήταν δυνατός τόσο, όσο και τες πρώτες μέρες της γνωριμίας τους. Εβρέθηκε στην αγκαλιά της. Τα φιλιά τους έπεφταν τώρα βροχή, δυνατά, φλογερά, χωρίς τέλος. Αυτές τες στιγμές ελησμονούσαν κι οι δυο τους τα πάντα. Τους στοχασμούς τους, τες πίκρες τους. Δεν εθυμότουν πλια ο Γιώργης τι είχε αποφασίσει να της πει εκείνην την ημέρα, δεν εθυμότουν πλια η Αιμίλια τους σκοτεινούς σκοπούς της, παρά το χέρι του έσφιγγε παράφορα τη μέση της, το στόμα της παράφορα εζητούσε το δικό του, το κορμί τους έτρεμε, τα ρουθούνια τους ανοιγοκλειούσαν και κάθε στιγμή το αγκάλιασμά τους εγινότουν σφιχτότερο και τα φιλιά φλογερότερα κι ο νους τους όλο εθολωνότουν σε μια μέθη αχόρταστης επιθυμίας.
Ήταν τώρα καθισμένος σιμά της και της είπε σα να αποτέλειωνε κάποιον συλλογισμό του:
-Ω, να μην ήσουν πλούσια!
Τον εκοίταξε παράξενα ανησυχώντας άξαφνα και του απάντησε μ’ ένα χαμόγλεο:
-Τι σκέση έχει αυτό με την αγάπη;
Και του αγκάλιασε πάλι το κεφάλι, σα να ‘θελε να μην τον αφήκει να μιλήσει.
-Είμαι πλούσια, του ξανάπε με το ίδιο χαμόγελο. Και για ποιον άλλον, παρά για σε; Για ποιον άλλον; Ποιος θα ‘ναι στον κόσμο ευτυχισμένος όπως εσύ;
Εμιλούσε σα μέσαθε από ένα όνειρο και σαν ευχαριστώντας τον για τες στιγμές της ευτυχίας. Πώς μπορούσε όμως εκείνος ο ίδιος άνθρωπος να συλλογίζεται ακόμη και να διστάζει; Πώς μπορούσε να μη βλέπει ομπρός του, όπως το ‘βλεπε εκείνη, πως στο χέρι τους ήταν να γίνει παντοτινή η ευτυχία τους;
-Αχάριστε! του ξανάπε με το ίδιο χαμόγελο.
Δεν της απάντησε. Τον εκοίταξε μ’ ένα βλέμμα θολό, γιατί της ξαναρχότουν στο νου η στενοχώρια της περασμένης νύχτας, όλη η λύπη του τελευταίου καιρού που την ετρόμαζε και που δεν ήθελε να ξαναρχίσει. Και τα μάτια της έλαμψαν. Του είπε με πάθος:
-Δεν αξίζει λοιπόν στα μάτια σου τίποτα ο έρωτας μιανής γυναίκας; Ο έρωτάς μου;
-Πώς, πώς! διαμαρτυρήθηκε ζωηρά.
Κι η φωνή εκείνη έβγαινε αθέλητα από το στόμα του. Αμέσως εστοχάστηκε όλην την αδυναμία του χαρακτήρα του. Ήταν κι αυτός γιος του πατέρα του. Είχε έρθει εκεί χωρίς να το θέλει, για να της εξηγήσει, έλεγε με τον εαυτό του, αυτό που ενόμιζε πως ήταν το χρέος του. Αυτή η φορά θα ‘ταν η ύστερη που επήγαινε στο σπίτι της, αφού εκείνη δεν ήθελε να ξακολουθήσει πλια η παράνομη σκέση τους. Ένα όμως ήταν βέβαιο, πως αυτός δεν ημπορούσε να πουληθεί στα πλούτη της. Η καρδιά του δεν το ‘στεργε, όσο ο νους του μπορούσε σωστά να δουλεύει δεν θα το ‘κανε, δεν έπρεπε ποτέ να το λησμονήσει αυτό. Όχι, αυτό δε θα το ‘κανε. Κι ήξερε ωστόσο πως ο χωρισμός του ήταν δύσκολος, γιατί κιόλας τον εσυγκινούσε η γυναίκα που αγαπούσε, γιατί δεν επιθυμούσε να την πικράνει κι έβλεπε πως τον επαράσερνε, πως έκανε στο τέλος εκείνη ό,τι ήθελε, έβλεπε πως έμενε ομπρός της βουβός ή εμιλούσε αλλιώς παρά όπως είχε αποφασίσει, κι εφοβότουν μήπως έπαιρνε αδιόρθωτα τον κατήφορο. Όχι, όχι, αυτό ήταν το μόνο πράγμα που δε θα ‘κανε αυτός ο Γιώργης Οφιομάχος.
-Λοιπόν; του ξανάπε ανήσυχη.
Της εχαμογέλασε κατεβάζοντας το βλέφαρο αθέλητα πάλι.
-Ω Γιώργη, του φώναξε με το ίδιο πάθος, μ’ αγαπούσες, το ξέρω. Μία γυναίκα ποτέ δε γελιέται κι ήσουν ο πρώτος, ήσουν εσύ που μ’ έκαμες να γνωρίσω τι είναι αγάπη, να ζήσω την ανησυχία της, πάντα μ’ ένα χτυποκάρδι, πάντα φοβισμένη μην την έχανα! Ω Γιώργη, το ξέρεις. Και η αγάπη μου δεν έσφαλε σε τίποτα.
-Όχι, της είπε συγκινημένος, σε τίποτα. Κι εκατέβασε το βλέμμα θυμώνοντας με τον εαυτό του, γιατί έδειχνε πάλι την αδυναμία του.
-Λοιπόν; του ξανάπε μ’ ελπίδα.
Εκείνος αναστέναξε βαστώντας χαμηλωμένο το πρόσωπο.
-Πόσους καιρούς είσαι μαζί μου! Ο κόσμος περιμένει το γάμο μας. Με ρωτούν για σένα, σα να ‘σουνε κιόλας άντρας μου… Δεν το βλέπεις πως ό,τι άλλο εγενότουν θα ‘ταν παράξενο;
Τα λόγια της όμως δεν τον ξαρμάτωσαν. Δεν ήταν εκείνα πόπρεπε να ειπεί αυτήν τη στιγμή. Τον έκαμαν αντίς, να βρει το θάρρος του και της είπε:
-Μιλούν έτσι κρίνοντας βέβαια από τον εαυτό τους!
Τον εκοίταξε κατάματα πειραγμένη από την περιφρόνηση. Ο θυμός τής ανέβαινε στο κεφάλι, αλλά εκρατήθηκε, θέλοντας ακόμη να βαστάξει ζωντανή την ελπίδα.
Της ξανάπε γλυκά:
-Αστόχαστη δεν είσαι, Αιμίλια. Μα κατάλαβε τέλος πως τα πλούτη σου είναι αδιόρθωτο εμπόδιο. Πώς να στο πω;
Τα ρουθούνια της ανοιγόκλεισαν, η όψη της αγαπούσε πάντα εκείνον τον άνθρωπο, που ήταν παρέτοιμη να τον μισήσει! Αχ, τον εκοίταξε κατάματα κι έβιασε τον εαυτό της να χαμογελάσει, ελπίζοντας ακόμη να νικήσει την αντίστασή του, παρέτοιμη τότες πάλι να πέσει στην αγκαλιά του, να σβήσει στην αγάπη της κάθε της κακία. Μα εκείνος της εμιλούσε πάλι, της εμιλούσε τόσο ψυχρά.
-Δε θα ‘θελα, Αιμίλια, να σε πικράνω. Μα κατάλαβε η ίδια! Φυσικά θέλεις να ‘σαι γυναίκα μου και λόγος δεν υπάρχει, τα πράματα να ξακολουθήσουν έτσι. Φυσικά, φυσικά… Αλλά, Αιμίλια, είμαι τόσο φτωχός κι είναι ανάγκες γεμάτο το σπίτι μου, το ξέρεις. Και ξέρεις πως ζούμε ανάμεσα σε κόσμο κι ο κόσμος έχει τα μάτια ανοιχτά. Τι άλλο θα ειπούν όλοι εκείνοι που σήμερα βρίσκουν φυσικό το γάμο μας, παρά πως ο φτωχός Οφιομάχος δεν είναι αρκετά τρελός για να περιφρονεί τόσο χρήμα!
Τον εκοίταξε θυμωμένη κι ο νους της εμελέτησε μία στιγμή την εκδίκησή της. Της ξανάπε συγκινημένος:
-Ω συμπάθησε, Αιμίλια, αν πικραίνω την αγάπη σου. Δε θα ‘μαστε πάντα φίλοι;
-Έτσι; Έτσι; του ‘πε πικρά, έτσι πλερώνουν οι άντρες την αγάπη; Δε μου λες όλην την αλήθεια, Γιώργη, και κρύβεις την πικρότερη σκέψη. Τι να συμπαθήσω; Αφού με σπρώχνεις στην απελπισία και στην τρέλα; Τι να συμπαθήσω;
Εκαθότουν στην καρέκλα, σιμά στο προσκέφαλό της, κρύβοντας το πρόσωπό του στα χέρια του και δεν της απαντούσε. Εκείνη ήταν θυμωμένη κι ανήσυχη μέσα στο κρεβάτι της. Του ξεσκέπασε το πρόσωπο και τον υποχρέωσε να την κοιτάξει. Το βλέμμα της ήταν άγριο, ένα ανατρίχιασμα οργής εδιάβαινε το κορμί της. Μα ημπόρεσε ακόμη να βασταχτεί κι έβαλε στη φωνή της και στα λόγια της όση γλυκάδα μπορούσε ακόμη:
-Όχι, όχι, Γιώργη! Δε σ’ αφήνω να φύγεις, δεν μπορώ να σ’ αφήκω, θα μένεις δικός μου κι έτσι όπως ήσουν ως τώρα. Ας λέει ό,τι θέλει ο κόσμος. Πάρε μόνο καιρό και θα ιδούμε… Τίποτα, τίποτα δε μας βιάζει! Δε θα μου φύγεις!
Ο τρόπος της πάλι τον εκλόνιζε. Τα μάγουλά της ήταν κόκκινα και τα μάτια της εδάκρυζαν και καθώς εμιλούσε με κείνο το πάθος, τα στήθη της εσάλευαν. Τον εκοίταξε πάλι κατάματα κι εσώπασαν λίγες στιγμές κι οι δυο. Εκείνη κάτι ανάμενε. Της εχαμογέλασε.
Εκατάλαβε τι εδηλούσε εκείνο το χαμόγελο, μα εφοβήθηκε πως τα λόγια της δε θα εσάλευαν περσότερο την απόφασή του∙ η περηφάνεια της εκυρίεψε άξαφνα όλην την καρδιά και του ‘πε σα λαβωμένη:
-Α, έτσι με θέλεις, ε;
Και τώρα άφηκε το θυμό της να ξεχειλίσει.
-Είσαι σκληρός, ως και συ! Δε μ’ αγαπούσες ποτέ! Μ’ απάτησες, ήθελες να διασκεδάσεις όπως όλοι! Ξέρω τι ήθελες, ξέρω. Να ‘χω πάντα έναν άντρα σαν το Βαλσάμη, αδύνατον, άρρωστον, που να μη θυμώνει, να μην ενοχλεί, για να γελάς εσύ μαζί του! Ήθελες έτσι να μ’ έχεις. Και ντρέπεσαι τώρα τα πλούτη μου τάχα, γιατί ντρέπεσαι εμένα. Δεν είναι έτσι; Λέγε! Λέγε!
Την εκοίταξε φοβισμένος, αλλά της είπε ψυχρά και με κακία:
-Ναι, Αιμίλια!
Εκείνη άλλαξε όλα τα χρώματα. Η αγάπη της λοιπόν δεν ήταν αρκετή για να την εξαγνίσει; Κι ετολμούσε ο άκαρδος άνθρωπος να προφέρει μ’ εκείνον τον τρόπο την αδιόρθωτη προσβολή του. Γι’ αυτό την εθεωρούσε κατώτερή του, ανάξια για κείνον, γι’ αυτό επεριφρονούσε τα πλούτη της; Γι’ αυτό δεν ημπορούσε να την αγαπήσει; Μα από την αρχή βέβαια δεν την αγαπούσε, την εγελούσε, την εγελούσε και μία στιγμή πρωτύτερα! Η αγάπη δε γνωρίζει κανένα εμπόδιο!
Ένα άλλο κύμα οργής της ανέβηκε στο κεφάλι.
-Ζητιάνε περήφανε! του ‘πε με περιφρόνηση. Δεν επούλησες την Ευλαλία;
Η βρισιά έκαμε το Γιώργη ν’ αλλάξει χρώμα. Εκατάλαβε πως εκείνη τη στιγμή κάτι εχαλιότουν αδιόρθωτα μεταξύ τους. Εκατάλαβε πως κι ο ίδιος εθύμωσε.
-Ας χωριστούμε, της είπε τρέμοντας και δίνοντάς της το χέρι, σαν άνθρωποι που αγαπήθηκαν.
Τα λόγια του την όργισαν περσότερο. Είχε ελπίσει πως θα εφοβότουν το θυμό της, πως θα ‘πεφτε ίσως γονατιστός ζητώντας την αγάπη της, επερίμενε τουλάχιστο ένα ξέσπασμα οργής από μέρος του, θα εδεχότουν τες βρισιές του, την αγανάχτησή του, τους άσκημους τρόπους του, γιατί ήξερε πως κάποιες στιγμές η αγάπη γίνεται διαβατάρικο μίσος στου ανθρώπου την καρδιά, που μαλάζεται έπειτα με τη μετάνοια.
Και τον έβρισε πάλι:
-Αχάριστε! ζητιάνε! παλιάνθρωπε!
Και τον έπιακε από το χέρι και τον εκουνούσε μ’ όλη της τη δύναμη γονατίζοντας στο κρεβάτι:
-Παλιάνθρωπε, Οφιομάχε!
Ο Γιώργης μ’ ένα κίνημα ελευτέρωσε το χέρι του. Η απόφασή του είχε δυναμώσει. Η ψυχή του ήταν αδιάφορη τώρα. Ήξερε πως δεν έπρεπε να της απαντήσει. Μα θέλοντας να δώκει τέλος στην άπρεπη σκηνή εσηκώθηκε κι εγύρισε προς την πόρτα, για να φύγει.
Εκείνη εμάνιζε, τον έβριζε πάντα κι εβγαίναν στριγγλές φωνές από το στόμα της. Άξαφνα εβρέθηκε ομπρός του, ντυμένη μόνο με το ποκάμισο. Τα μάτια της ήταν θολά από το θυμό κι είχε άσπρο αφρό στα χείλη.
-Θα μου φύγεις, ε; του φώναξε.
Και τον έπιασε από το χέρι κι από τον τράχηλο και χωρίς να ξέρει πλια τι κάνει έμπασε τα μακριά της νύχια στο κρέας του. Αυτός αναταράχτηκε από τον πόνο, αλλά δεν εμίλησε.
-Έτσι, ε; θα μου φύγεις!
Κι επάσκιζε να τον κρατήσει ακίνητον στη θέση του και τον ετάραζε σύγκορμον, ενώ σκυμμένος εκείνος επροχωρούσε δύσκολα προς την πόρτα, σέρνοντάς την κατόπι του, πασκίζοντας να της λύσει τα χέρια χωρίς να την κάμει να πονέσει. Και η Αιμίλια εκατάλαβε τώρα πως όλες της οι προσπάθειες ήταν χαμένες κι εβάλθηκε να τον χτυπάει στο κεφάλι και στες πλάτες, αδέξια και με τα δυο της χέρια, τρέχοντας κατόπι του. Και του φώναξε:
-Φύγε, φύγε λοιπόν! Φύγε από μπρος μου, ζητιάνε! Φύγε! Εγώ σας διορθώνω.
Εκείνος εβάλθηκε να γελάσει, ενώ έπιανε το πόμολο της πόρτας. Και το γέλιο του ερέθισε τρομερά την οργή της. Εμπόρεσε να τον σταματήσει κι εδίπλωσε απάνω τα χτυπήματα με λύσσα. Επάσκιζε να του σκίσει τες σάρκες, του ‘δειχνε τα δόντια, τον έσπρωξε με δύναμη στη μέση της κάμαρας κι έπειτα πάλι προς την πόρτα, δέρνοντάς τον αδιάκοπα κι ολομεμιάς του άνοιξε η ίδια, τον έφτυσε κατά πρόσωπο, τον έσπρωξε με τα δυο της χέρια κι εχτύπησε δυνατά την πόρτα κατόπι του.
Εκείνος απ’ όξω εγέλασε πάλι φεύγοντας και ρίχνοντας μια ματιά γεμάτη θυμό και μίσος σ’ εκείνην την κάμαρα. Και η κυρία Αιμίλια κουρασμένη, απελπισμένη, χωρίς πνοή επερπάτησε κάμποσο στην κάμαρά της. Ο θυμός της δεν έπεφτε. Έπλεκε μαζί τα δάχτυλα των χεριών της, άκουε ένα βάρος στο στήθος της, τ’ αυτιά της εβούιζαν, η καρδιά της ήταν φαρμακερή, μέσα στο μυαλό της ετριγύριζε φοβερή η σκέψη πως όλα ήταν χαμένα και άναφτε η δίψα της αντιπληρωμής μ’ ανίκητο πάθος. Τέλος έπεσε πάλι στο κρεβάτι της κι εβάλθηκε πικρά να κλαίει.
Συγχυσμένος και βαρύθυμος ο Γιώργης δεν επήγε στο σπίτι του παρά προς το βράδυ. Εκεί ο πατέρας του εμάνιζε. Οι φωνές του ακουόνταν από μακριά στο δρόμο. Οι δύο γέροι ήταν μονάχοι στην τραπεζαρία. Η μητέρα εκαθότουν σιμά στο μεγάλο τραπέζι κι έκρυβε το πρόσωπό της στα χέρια της∙ ο Οφιομάχος, τυλιγμένος στην παλιά ρεδιγκότα του, επερπατούσε απάνου κάτου στην κάμαρα βάζοντας κάθε τόσο μία μεγάλη φωνή.
Καθώς είδε το Γιώργη να μπαίνει μέσα, εσταμάτησε, εκοκκίνισε, άνοιξε τα μάτια του και του φώναξε δυνατά:
-Έφυγε, έφυγε!
Κι η μητέρα του έβαλε κάτω τα χέρια της και με τα μάτια της, που ήταν πλημμυρισμένα δάκρυα, εκοίταξε περίλυπα τον υγιό της, σα να του ζητούσε την προστασία του.
-Ποιος; Ποιος; είπε ο Γιώργης σαν αποβλακωμένος κα κοιτάζοντας ολόγυρά του.
-Η Λουίζα! εφώναξε ο πατέρας μ’ όση δύναμη είχε στα στήθη, ενώ η μάνα αναλύθηκε σ’ ένα αναφιλητό.
Ο Γιώργης εσάστισε, το μυαλό του δεν είχε πλια δύναμη να σκεφτεί. Σήμερα λοιπόν ήθελε η τύχη ν’ αδειάσει απάνω του όλα όσα του ‘χε φυλαμένα; Τι άκουε πάλι;
-Η Λουίζα! εψιθύρισε ωχρός, πέφτοντας στο βαθύ καναπέ.
-Ναι! ξαναφώναξε ο γέρος ξακολουθώντας τον περίπατό του, ναι! Έμοιασε στο γένος της μάνας σας. Έμοιασε εκεί! Από το σπίτι μας δεν το ‘καμε ακόμη καμία. Είναι η πρώτη. Την κατάρα μου να ‘χει! Εντρόπιασε τ’ άσπρα μου τα γένια! Εντρόπιασε όλο το γένος της!
-Μα θα τη στεφανώσει βέβαια! είπε κλαίοντας σιγαλά η μητέρα, όχι Γιώργη; Ο Γουλιέλμος είναι τίμιο παιδί! Κι έχει τίμιον πατέρα.
-Εσύ τα ‘καμες όλα! της ξαναφώναξε ο γέρος. Και κρυφά μου! Κι εκλειούσες τα μάτια, γιατί έλεγες πως θα την έπαιρνε. Σου την επήρε! Το είδες; Το είδες; Αυτό το χωριατόπαιδο.
-Η καημένη! ξανάπε η μάνα. Ω δε βαστούσε πλια εδώ μέσα, στη γρίνια, στη στέρηση!
-Γι’ αυτό επροτίμησε την ατιμία! ούρλιαζε ο γέρος κοιτάζοντας ολόγυρά του, σα να γύρευε κάτι, για να το συντρίψει. Εσύ λοιπόν τα ‘καμες έτσι! Εσύ η μάνα! Και της παίρνεις τώρα τα δίκια της καταραμένης. Φταις εσύ, εσύ για όσα εγινήκαν εδώ μέσα.
-Θα της δώκω όλο το δικό μου, για να τη στεφανώσει, ξανάπε μ’ αγωνία η μητέρα. Ό,τι κι αν έχω ας το πάρει εκείνη, ας το χαίρεται με τον άντρα πόβρηκε. Ναι.
Και τα δάκρυα δεν την άφηναν να προχωρήσει.
-Μου ήταν γραφτό, είπε πάλι ο πατέρας ησυχάζοντας λίγο, μου ήταν γραφτό να δοκιμάσω ως κι αυτήν την πίκρα, ως κι αυτήν την ατιμία! Ω, Θεέ μου! Μα φταίω εγώ, γιατί εσυμπεθέρεψα μ’ ένα σόι άτιμο από την αρχή του! Άτιμο, άτιμο! το πλιο άτιμο της χώρας!
Και λέγοντας έτσι, χλωμός μέσα στη φυσική κοκκινάδα του, εκατέβηκε στο γραφείο αφήνοντας μάνα και γιο περίλυπους. Εκεί επερπάτησε απελπισμένος κάμποση ώρα. Οι εικόνες των προγόνων του τον εκοίταζαν μέσαθε από τες παλαιωμένες κορνίζες τους. Τους εκοίταζε κι εκείνος με μίσος. Το σιδεροαρματωμένον πολεμιστή, που ‘χε πολεμήσει με τους Βενετούς στο Μωριά και στην Κρήτη, τους αρχόντους με τες λευκές περούκες τους, τες ωραίες ξεστήθωτες κυρίες με το γλυκό τους χαμόγελο, τες εκατέβασε όλες από τους τοίχους τραβώντας τες με οργή, βρίζοντας κάθε πρόσωπο με τ’ όνομά του, φτυώντας και αναθεματίζοντας και τες εχαλούσε πατώντας τες και μ’ ένα σουγιά του γραφείου του, τους έβγαζε κατά γης τα μάτια κι έσκιζε τον παλαιό μουσαμά τους.
Τέλος κουρασμένος ακούμπησε στον παλιό καναπέ του κι εβάλθηκε να κλαίει με πικρό παράπονο κι ακουότουν κάθε τόσο η φωνή του, πόκραζε μ’ αναστεναγμούς τη θυγατέρα του ή που την εκαταριότουν.
-Λουίζα μου! Λουίζα μου! Ω καταραμένη!
Σε λίγο η γυναίκα του κι ο Γιώργης εκατέβηκαν στο γραφείο για να τον ιδούν. Τους εδέχτηκε με μία ματιά από μίσος. και η γυναίκα του, που ‘χε ακούσει το κλάμα του και το παράπονό του, του ‘πε μ’ έναν βαθύν αναστεναγμό.
-Στην άλλη ζωή, ο Θεός θα θυμηθεί τα πάθη σου και θα σου συμπαθήσει πολλές αμαρτίες, γιατί η καρδιά σου είναι γεμάτη πικραμένη αγάπη. Συμπάθησέ την.
-Ω ποτέ! εφώναξε κρύβοντας το πρόσωπό του και δείχνοντας με το δάχτυλο την πόρτα. Ω ποτέ! Κι εξακολούθησε να κλαίει.