3

 

Ο γιατρός Αριστείδης Στεριώτης εδιάβαζε συγκινημένος στο ωραίο του γραφείο το υπόμνημά του, που το ‘βλεπε τυπωμένο στο Δελτίο της γιατρικής Ακαδημίας των Παρισίων. Εδιάβαζε μ’ έμφαση, μεγαλόφωνα, θαυμάζοντας το ύφος του, την περίπλοκη και σοφή φρασεολογία του, τους κακόηχους και βάρβαρους επιστημονικούς όρους, που κάποιους τους είχε πλάσει ο ίδιος και κάθε τόσο εσταματούσε στην ανάγνωσή του συγκεφαλαιώνοντας στο μυαλό του τα διαβασμένα, ευχαριστημένος από την κανονική διατύπωσή τους, από τη λογική τους μέθοδο, από τον τρόπο του που εξονύχιζε όλα τα ζητήματα ως τα τελευταία καθέκαστα. Η Ακαδημία είχε καταλάβει τέλος πάντων πόσο σπουδαία ήταν εκείνη η μελέτη του, γι’ αυτό και την είχε τυπώσει ολόκληρη στο δελτίο της, χωρίς να την περικόψει καθόλου, όπως αυτός ο ίδιος την είχε γράψει σε γαλλική γλώσσα! Α την ήξερε κατάβαθα αυτήν την ωραία γλώσσα, τη μεταχειριζότουν σαν τη δική του, καλύτερα ίσως, γιατί εκφράζει πολύ ευκολότερα τες επιστημονικές ιδέες. Δεκαέξι σελίδες έπιανε το υπόμνημά του και αποκάτου η υπογραφή του, τ’ όνομά του φαρδύ πλατύ με κεφαλαία γράμματα, σε γαλλική γλώσσα. Ήταν ωραιότερο ακόμη, γιατί γαλλικά δεν εθύμιζε τίποτα. Τώρα σε λίγο θα ‘κραζε την Ευλαλία να της δείξει το Δελτίο, θα την άφηνε να το φυλλομετρήσει, χωρίς να της ειπεί τίποτα, θα παραμόνευε μόνο το πρόσωπό της για να ιδεί τι εντύπωση θα της έκανε η καινούρια αυτή δόξα πόπαιρνε τ’ όνομά του…Δόξα βέβαια! Ποιοι από τους ντόπιους επιστήμονες ετύπωναν υπομνήματα στο Δελτίο της γιατρικής Ακαδημίας των Παρισίων; Μάλιστα, των Παρισίων! Πόσοι από τους Έλληνες γιατρούς; Θα ‘θελε να της το ξαναδιαβάσει ο ίδιος της Ευλαλίας, θα τον ευχαριστούσε πολύ να της το διάβαζε, θα το θαύμαζε βέβαια κι εκείνη, αν το καταλάβαινε, θα εθαύμαζε τουλάχιστο όσα θα καταλάβαινε, ήταν τόσο πλούσιο σε ιδέες, σε επιστημονικούς νεωτερισμούς, γι’ αυτό ίσια ίσια θα ‘κανε θόρυβο και σε λίγο, χωρίς άλλο, θ’ άρχιζε να το συζητεί ο επιστημονικός κόσμος. Βέβαια η σοφή Γερμανία πρώτη. Και θα περνούσε τ’ όνομά του και στον καθημερινό τύπο, θα εσυζητούσαν την ανακάλυψή του στα τέσσερα άκρα της γης. Φυσικά κάτι θα ‘πρεπε να κάμει κι ο ίδιος, δε θ’ άφηνε έτσι τα πράματα, θα ‘στελνε αντίτυπα του Δελτίου στον αθηναϊκό τύπο, θα παρακαλούσε τους δημοσιογράφους που εγνώριζε κάτι να γράψουν, όσο για τα ντόπια φύλλα, λίγο τον έμελε για κείνα αλλά φυσικά θα του τύπωναν ό,τι ήθελε, όσους επαίνους ήθελε, εύκολα θα τον εκήρυχναν και κορυφή ακόμη της επιστήμης. Ο ίδιος όμως ήταν καταπεισμένος πως τον άξιζε αυτόν τον τίτλο, τόσο ήταν σημαντικό το υπόμνημά του. Οι άλλοι έπρεπε να τον αναγνωρίσουν και το μέσο ήταν ο τύπος!

Κι εξακολουθούσε την ανάγνωσή του, χαϊδεύοντας το ξανθό γενάκι του, στραβώνοντας το κεφάλι του, χαμογελώντας με τα ωχρά του χείλη. Το άτονο βλέμμα του έβγαζε κάποτε ασυνήθιστες λάμψεις και η άκρη του ματιού υγραινότουν από τη συγκίνησή του. «Το ζώο, άρχιζε το υπόμνημά του, που κατ’ εξοχήν είναι αρμόδιο για μικροβιολογικά και βιολογικά πειράματα είναι ο χοίρος. Πρώτο επειδή, όπως είπαν και οι παλαιοί Έλληνες, οι αθάνατοι πρόγονοί μας, είναι ομοιόστατο με τον άνθρωπο και δεύτερο επειδή έχει δυνατόν οργανισμό, που αντέχει σε τόσες τοξίνες και τόσες διάστασες, καθώς το αποδείχνουν οι πτωμαΐνες και οι άλλες ουσίες που το τρέφουν, φαρμακερές όλες για τον άνθρωπο και τα επίλοιπα μαστοφόρα∙ απόδειξη κιόλας η εγχείρηση του ευνουχισμού της θηλυκιάς γουρούνας, μια καθαρή λαπαροτομία, που γίνεται στα χωριά της Ελλάδας σ’ έναν τρόπο τελείως πρωτόγονο και χωρίς ανάγκη καμίας αντισηψίας…»

Φυσικά, αυτή η επιστημονική του δόξα θα τον εβοηθούσε περίφημα και στους άλλους σκοπούς του. Ο κύριος υπουργός θα μπορούσε να υπερηφανευτεί πως ο υποψήφιός του, ο γιατρός Αριστείδης Στεριώτης, δεν ήταν ο πρώτος τυχόντας, θα ημπορούσε να το βροντοφωνήσει στους χωριάτες ψηφοφόρους, μεθαύριο ως και στη Βουλή. Εκεί θα έμπαινε πλια σαν ξακουσμένος άνθρωπος, θα ‘χε βαρύτητα η γνώμη του, δε θα μπορούσε να αρνηθεί κανένας πως ο ίδιος ήταν μια από τες προσωπικότητες του τόπου και το καλύτερο απ’ όλα: δεν είχε ανάγκη κανέναν, γιατί ήταν κι αυτός πλούσιος. Κι όχι πλούσιος σαν τους άλλους, τους νωθρούς κι ανόητους ανθρώπους! Αυτός εδούλευε, ήταν χρήσιμος στην κοινωνία με την επιστήμη του, με την αγαθοεργία του, δεν έχανε τον καιρό του, ο μακαρίτης ο πατέρας του δεν είχε εργαστεί του κάκου τόσα χρόνια για να του αφήκει μιαν περιουσία! Με πόσους κόπους, με πόση στέρηση, με πόσα φαρμάκια είχε συνάξει εκείνος λίγα λίγα τα λεφτά του!

Μα ας έκραζε επί τέλους την Ευλαλία. Ήταν περίεργος να ιδεί το πρόσωπό της μπρος σ’ αυτήν την επιτυχία. Θα ‘μενε και τότες πάλι αδιάφορη; Τι αλλόκοτη γυναίκα ήταν κι αυτή η Ευλαλία! Κανένα πράμα δεν της έκανε εντύπωση. Κι ωστόσο το ωραίο τους το σπίτι δεν είχε εκείνην την ανυπόφερτη μυρωδιά του ξεπεσμού, που την εγνώριζε τόσο καλά εκείνη. Κι αυτός ο ίδιος μη δεν ήταν γεμάτος φροντίδες για την καλοπέρασή της, μη δεν εθυσίαζε αρκετές ώρες από τες μελέτες του, από τα πειράματά του, από την πελατεία του, για να ξανατρέχει όλα τα περιουσιακά μπερδέματα των Οφιομάχων; Δεν είχε βέβαια παράπονο κανένα από την Ευλαλία, κανένα, αλλά αισθανότουν πως δεν τον αγαπούσε όσο του άξιζε, όσο άξιζε σ’ έναν άνθρωπο σαν εκείνο, ίσως όμως τώρα θ’ αποχτούσε ομπρός της καινούριο γόητρο με τες μοναδικές του επιτυχίες και ο πάγος θα εραγιζότουν τέλος! Ας μην εσυλλογιζότουν κιόλας πάρα πολύ αυτή την ασήμαντη δυσαρέσκεια. Από τη γυναίκα ο άντρας έπρεπε να παίρνει ό,τι ημπορούσε να του δώκει. Ο Καρλάιλ πολύ σωστά έλεγε πως ο αισθηματισμός είναι η αρρώστια του αιώνα μας. Ο ανώτερος άνθρωπος έπρεπε να ‘ναι απαλλαγμένος από αυτές τες αδυναμίες, έπρεπε να ξέρει πως η γυναίκα ήταν πλάσμα με μικρό νου, με αλλόκοτη σκέψη και πως μαζί της η συνεννόηση ήταν αδύνατη. Το μόνο που ο άντρας ημπορούσε ν’ απαιτήσει από αυτήν ήταν η συζυγική πίστη κι αυτήν έπρεπε το κράτος με τους νόμους να την εξασφαλίζει, αφού αναγνώριζε σα θεμέλιο λίθο του την οικογένεια και αρχηγό της οικογένειας τον άντρα. Αλλά ο γιατρός ήταν βέβαιος πως από την Ευλαλία δεν είχε να κιντυνέψει. Ο Άλκης Σωζόμενος, η παιδική της αδυναμία δεν ήταν πλια εκεί, αυτόν τον είχε κατανικήσει ο γιατρός Στεριώτης, η μονομαχία τους δεν μπορούσε να τελειώσει παρά έτσι σύμφωνα μ’ ένα γενικό νόμο της βιολογίας, εκείνος έπρεπε να κάμει τόπο στον πλιο δυνατό… και πόσο ελεεινά είχαν ραπιστεί όλες του οι ουτοπίες, όλες του οι ανούσιες κι ανώφελες μεταρρυθμιστικές ιδέες, αυτές δεν ημπορούσαν ποτέ να πετύχουν σ’ αυτόν τον τόπο, που δεν τες εσήκωνε. Τι ήταν τώρα ο Άλκης: ένα ερείπιο σωματικό και ψυχικό, ένας ξενητεμένος που έπινε δυνατά πιοτά κι αυτά βέβαια δεν θα ‘χαν κανένα καλό αποτέλεσμα! Αλλά και στον τόπο να ‘χε μείνει ο Άλκης, θα ‘ξερε αυτός ο ίδιος να προστατέψει την τιμή του. Οι πόρτες του σπιτιού του ήταν κλειδωμένες για όλους τους νέους, έπρεπε να ‘ναι ήσυχος από κείνο το μέρος, για να μπορεί ν’ αφοσιωθεί στες σπουδές του κι είχε μπροστά του ένα καλό παράδειγμα τον Περικλή Βαλσάμη! Α, αυτός ο δύστυχος! Αλλά έφταιγε εκείνος, έπρεπε να ‘χε λογαριάσει καλά τη λίγη του δύναμη και την ασθένειά του, έπρεπε να γνωρίζει τι γυναίκα έπαιρνε!

Μ’ αυτήν ο Γιώργης, ο αδερφός της γυναίκας του, είχε διασκεδάσει βέβαια περίφημα, σαν αγαπητικιά ήταν μοναδική, ήταν αξιοζήλευτη η Αιμίλια! Του άρεσε και του ίδιου αυτή η γυναίκα, την εγνώριζε καλά, τώρα την έβλεπε κάθε μέρα, εγνώριζε όλο το κορμί της! Οι γιατροί έχουν αυτό το προνόμιο! Και φυσικά αυτό ευκολαίνει όλες τες ερωτικές εργολαβίες. Ήταν πραγματικά μία ωραία γυναίκα η Αιμίλια Βαλσάμη και κανείς άλλος δε θα μπορούσε να ‘ναι τόσο ζώο, ώστε να τη χάσει από τα χέρια του, παρά αυτός ο Γιώργης! Στην κουταμάρα έμοιαζε κι αυτός του πατέρα του. Ήταν όλοι τόσο κουτοί οι Οφιομάχοι, αρσενικοί και θηλυκοί, εχάνονταν μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό, όλοι τους. Γι’ αυτό και η Ευλαλία δεν μπορούσε να ‘ναι ευτυχισμένη μαζί του, είχε κι αυτή τα μυαλά τους. Πόσο διαφορετική ήταν η κυρία Αιμίλια!

Τον εσυμπαθούσε φαίνεται από καιρό, άλλος τύπος γυναίκας εκείνη. Από καιρό αυτή ευχαριστιότουν για κάθε κοινωνική του επιτυχία. Είχε χαρεί ως και για το γάμο του ακόμη, ήταν ενθουσιασμένη για την υποψηφιότητά του, εθαύμαζε την επιστήμη του, τα υποδήματά του, την επιστημονική του εργασία. Τα λόγια της τον εκολάκευαν, επήγαιναν σα χάδι ως την ψυχή του. Γιατί τέλος πάντων δεν ήταν τέτοια και η Ευλαλία, παρά τον εμεταχειριζότουν πάντα μ’ εκείνη την αδιάφορη ψυχρότητα; Τέλος πάντων άνθρωπος ήταν κι εκείνος κι είχε ανάγκη από ένα στήριγμα στην εργασία του!

Πούθε θα περίμενε αυτήν την υποστήριξη; Από τους Οφιομάχους; Τώρα που τους εγνώριζε έβλεπε πως ήταν όλοι ζωντόβολα. Του εφάνηκε πως κάτι είχε κάμει, παίρνοντας με τόσες θυσίες, ακόμη και χρηματικές, την Ευλαλία! Φυσικά δεν εμετανοούσε για τίποτα, αλλά όχι πως δε θα βρισκότουν και καμία άλλη, που θα του ταίριαζε ίσως καλύτερα! Την υποστήριξη που ήθελε δεν την είχε από κείνην, ούτε από κανένα δικό της. Ο γέρος Οφιομάχος ήτανε τόσο αγράμματος, τόσο αστείος, ο απένταρος αριστοκράτης, τόσο πολυλογάς, το μυαλό του ήτανε χαλασμένο! Και τι μωρολογήματα έλεγε αδιάκοπα για τους παλαιούς του, για την καταγωγή της οικογένειάς του, για τα κατορθώματα του σιδεροαρματωμένου πολεμιστή, για τους αρχόντους με τες λευκές περούκες και τες ξεστήθωτες κυρίες, που εγλυκοχαμογελούσαν μέσα από τες κορνίζες τους! Όλο τέτοια ιστορικά, που αυτός ο ίδιος ο γιατρός Αριστείδης Στεριώτης εβαριότουν να τ’ ακούει και που τον επείραζαν, γιατί δεν ήξερε μήπως μ’ αυτά ο γέρος δεν ήθελε να του θυμίσει τη χαμηλή καταγωγή του. Το βέβαιο ήταν πως στο σπίτι των Οφιομάχων ο γιατρός ήταν πολύ ξένος! Ως και η γριά αρχόντισσα, που ήταν μία άγια γυναίκα και που τον εκοίταζε με συγκίνηση κι ευγνωμοσύνη για την ευεργεσία του, εφαινότουν να του λέει πως είχε γίνει γαμπρός τους, γιατί η Ευλαλία ήταν άπροικη κι είχαν υποχρεωθεί να κάμουν αυτήν τη θυσία. Αλλά φυσικά αυτό δεν μπορούσε να αρέσει του γιατρού, που ήξερε και απόδειχνε πως δεν ήταν κοινός άνθρωπος, πως το εναντίο, εκείνος τους είχε κάμει την τιμή να συγγενέψει μαζί τους.

Ο καλύτερος τους εκεί μέσα ήταν βέβαια ο Σπύρος, αυτός ο Σπύρος όλο επήγαινε ο κακόμοιρος σιμά του, σα να εζητούσε την προστασία του, ξέροντας πως ήταν ο δυνατός άνθρωπος, που ‘χε μία θέση από τα τώρα στην κοινωνία και που αύριο θα ‘χε πολύ σημαντικότερη, αυτός θα ήθελε ο δύστυχος να του κάνει όλα τα θελήματα, δεν είχε περηφάνεια, έμοιαζε στην αδυναμία του περισσότερο της μάνας του, τίποτε δεν τον ξευτέλιζε, αυτός ήταν καλός, αλλά τόσο βλάκας, ένας βλάκας που εγνώριζε τη μικρότητά του, όχι σαν το Γιώργη, α, αυτόν δεν τον εχώνευε, ήταν ο κουτότερος απ’ όλους, ο πλιο άχρηστος, κουτότερος ακόμη κι από τη Λουίζα. Τι είχε κάμει τώρα κι αυτή! Η φυγή της εμηδένιζε την επιτυχία τη δική του, φυσικά, αφού οι θυγατέρες του Οφιομάχου ημπορούσαν να φεύγουν με το πρώτο παλιόπαιδο! Κι ας ετέλειωνε τουλάχιστο καλά αυτή η ιστορία! Μα αυτός δεν το πίστευε. Και θα χαιρότουν βέβαια, αν ήταν οι Οφιομάχοι που ξευτελιζόνταν από κείνην την πράξη. Τους έπρεπε, μα την αλήθεια, γιατί αυτοί εθεωρούσαν όλους τους άλλους ανθρώπους κουνούπια μπροστά τους, ήταν φαντασμένοι που δεν εσεβόνταν ούτε τα μεγάλα αξιώματα, ούτε τα πλούτη, εμιλούσαν για όλα με τόση περιφρόνηση κι αυτό το ‘βλεπε κανείς στον εικοστόν αιώνα! Αλίμονο!

Έπρεπε αλλού να στραφεί. Κι εγνώριζε μία γυναίκα, μίαν γυναίκα, μίαν ωραία, καλή κυρία, που ήξερε να του δείχνει το θαυμασμό της. Την έβλεπε κάθε μέρα κι όταν αυτός δεν επήγαινε, εκείνη του μηνούσε. Είχε βέβαια και κάποια ατομική συμπάθεια για τον εαυτό του… τώρα ημπορούσε να μένει όσο ήθελε μαζί της, απ’ όταν ο Γιώργης είχε αδειάσει τη γωνιά. Α, τον είχε διώξει περίφημα. Έλεγε πως θα παιγνίδιζε ο βλάκας με την κυρία Αιμίλια, αλλά είχε έβρει τον άνθρωπο. Θα την έβλεπε λοιπόν και σήμερα, θα της έπαιρνε και το τυπωμένο υπόμνημα, το Δελτίο της Ακαδημίας των Παρισίων, η χαρά θα εζωγραφιζότουν στο πρόσωπό της, θα τον εσυγχαιρότουν καθώς ήξερε εκείνη, ήταν μορφωμένη γυναίκα αυτή, θα καταλάβαινε όλα, δεν ήταν σαν τες άλλες, που δεν διαβάζουν παρά μυθιστορήματα γαλλικά και το πολύ κανένα ποίημα και τίποτε άλλο. Αυτός φυσικά δεν εδιάβαζε ποτέ του τέτοια πράγματα, τα ‘βρισκε κατώτερα από την επιστημονική του αξιοπρέπεια. Κι όταν ήταν μικρός, δεν του άρεσαν καθόλου τα παραμύθια. Αποκοιμιότουν αμέσως, όταν η μητέρα του άρχιζε τα παραμύθια.

Γελοία πράματα όλα αυτά τα μυθιστορήματα! Μα η κυρία Βαλσάμη ημπορούσε ν’ ακούει και τα σοβαρότερα κι έπειτα τα ζητήματα που εξέταζε στο υπόμνημά του είχαν τόσην ποικιλία και ήταν ζωντανά τόσο για το ανθρώπινο γένος! Η λαπαροτομία της γουρούνας, που την έκαναν χωρίς καμία αντισηψία οι χωρικοί, απόδειχνε τρανά πως το ζώο παρουσίαζε σοβαρή αντίσταση σ’ όλους τους στρεπτόκοκκους και φυσικό ήταν ο ορός ενός τέτοιου ζώου, κατάλληλα εμβολιασμένου, να ‘ναι θεραπευτικός ή προληπτικός για κάθε μόλυνση στρεπτοκοκκική. Κι επειδή ο Μετζνικώφ[1] είχε ανακαλύψει πως η γεροντική παρακμή ήταν το αποτέλεσμα από κάποια μικροοργανική δηλητηρίαση, θα ‘πρεπε να γίνουν στο ινστιτούτο Παστέρ πειράματα με τον ορό του κοράκου, που είναι το ζώο το πλιο μακρόβιο απ’ όσα γνωρίζουμε. Ως κι ο μύγες θα ‘πρεπε να τραβήξουν την προσοχή της επιστήμης. Οι πραχτικοί γιατροί της πατρίδος του που εγνώριζαν πριν από τον Καλμέτι[2] το πότισμα για το δάγκαμα των φιδιών, εγιάτρευαν την καχεξία, ίσως και τη φθίση με τα μυγοχέσματα. Η μύγα δεν τρέφεται παρά από μικρόβια, από τες πλιο τρομερές τοξίνες, το στόμα της είναι αληθινό απολυμαντήριο. Το ζήτημα ήταν να βρεθεί τρόπος για να μεταδοθεί αυτή η ανοσία στον άνθρωπο. Αυτά έλεγε στο σπουδαιότατο υπόμνημά του.

Μα ας έκραζε τέλος πάντων την Ευλαλία, ήταν βέβαια χρέος της να χαρεί μαζί του κι αυτός τώρα ήταν τόσο ανυπόμονος ν’ ακούσει κάποιον έπαινο. Μα τώρα μόνο εθυμήθηκε πως η Ευλαλία ήταν υπερβολικά πικραμένη εξ αιτίας της Λουίζας. Υπερβολικά βέβαια! Σύμφωνα όμως με την αντίληψή του έπρεπε να χαρεί κι εκείνη για την επιτυχία του.

Εσήμανε το ηλεχτρικό κουδούνι, σιμά στο κρυσταλλένιο καλαμάρι του, μία καλοντυμένη υπηρέτρια παρουσιάστηκε αμέσως κι εμήνυσε της Ευλαλίας πως την επερίμενε στο γραφείο. Εκείνη εκατέβηκε σε λίγο. Τα μάτια της ήταν κόκκινα από τα κλάματα. Μία βαρυθυμία απέραντη επλημμύρισε την ψυχή της. Το μήνυμα του αντρός της εκείνην τη στιγμή της ήταν ανεπιθύμητο, στη θλίψη της εντρεπότουν εκείνον τον άνθρωπο, επροτιμούσε να βρίσκεται μονάχη, δεν της άρεσε ν’ ακούσει από κανέναν για τη Λουίζα, πολύ λιγότερο να της μιλεί για κείνην ο άντρας της. Αχ, έβλεπε πως μάταια την είχε θυσιάσει ο πατέρας της, μάταια την είχε χωρίσει από τον Άλκη. Το σπίτι της, δεν εσταματούσε στον κατήφορο που ‘χε πάρει, κανένας, ενόμιζε, δε θα ‘χε τη δύναμη να το λυτρώσει…

Την εδέχτηκε εκείνος μ’ ένα χαμόγελο θριάμβου, ορθός μπρος στο γραφείο του, κρατώντας με το ένα του χέρι το Δελτίο της γιατρικής Ακαδημίας των Παρισίων, ζητώντας με τα άτονά του μάτια να της κινήσει την περιέργεια. Της κούνησε τέλος περήφανος το κεφάλι και κάνοντας να πετάξουν απάνου στο δάχτυλό του, ένα ένα τα φύλλα του Δελτίου της είπε χαρούμενος:

-Ιδές, Ευλαλία.

-Τι είναι; έκαμε εκείνη ψυχρά κατεβάζοντας το βλέφαρο.

-Η εργασία μου, της είπε, που σου ‘χα μιλήσει γι’ αυτήν είναι τόσο καιρός τώρα, ιδές την! Ετυπώθηκε τέλος στο Δελτίο της γιατρικής Ακαδημίας των Παρισίων… των Παρισίων!

-Α! έκαμε εκείνη αδιάφορη μ’ ένα ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη και χωρίς να το θέλει του έριξε μία ματιά γεμάτη αντιπάθεια.

Εκείνη έβρισκε το φέρσιμό του αχαραχτήριστο. Έβρισκε πως χωρίς να της μιλεί για τη λύπη της, έπρεπε να ξέρει πόσο βαθιά ήταν, έπρεπε να ξέρει να κρίνει, κατόπι από τη θυσία της, πόσο τρυφερά αγαπούσε την οικογένειά της και μάλιστα τον αδύνατο πατέρα της, έπρεπε να ξέρει πόση εντύπωση θα της έκανε η θλίψη του, η ντροπή του, η απελπισία του και κείνες τες στιγμές δεν έπρεπε να της μιλεί για κανένα πράμα, γιατί το μόνο που θα μπορούσε αληθινά να την παρηγορεί θα ‘ταν μία τρυφερή και βαθιά αγάπη, αλλά εκείνος δεν είχε τέτοια μέσα στην άδεια καρδιά του. Κι επαρουσιαζότουν αντίς, σ’ εκείνες τες ώρες θριαμβευτής πάλι μπροστά της, όπως τότες, όταν είχε βιάσει το λόγο της, όταν είχε απαιτήσει σκληρά τη θυσία της! Αχ τότες, μπορούσε να ‘χε δεχτεί το χέρι της Λουίζας, θα της εχάριζε κι εκείνης της ίδιας την ευτυχία και δε θα εγενόνταν όσα είχαν ακολουθήσει την άρνησή του. Αλλά καθώς ήταν τώρα εκεί ομπρός της ο άντρας της, της εφανερονότουν κάτου από την πλιο απαίσια όψη του, αδιάφορος για τον πόνο της, σκληρός καταχτητής της ευτυχίας… και η ζωή της, αχ, ήταν στα χέρια του, ενώ ο άλλος που την αγαπούσε, εκείνος, ο μόνος άνθρωπος που θα μπορούσε να την συγκινήσει και μάλιστα αυτές τες στιγμές της δοκιμασίας, επέθαινε ίσως κάπου μακριά της, καταδικασμένος από κείνην την ίδια!

Της είπε πάλι αδιάφορος:

-Και δε χαίρεσαι τον καινούριο μας θρίαμβο! Δε νιώθεις πόσο η επιτυχία αυτή μάς υψώνει στον τόπο;

-Ναι! του απάντησε αδιάφορα κι αναστέναξε.

Την κοίταξε μια στιγμή με το άτονο βλέμμα του χαϊδεύοντας το ξεθωριασμένο ξανθό γενάκι του και της είπε με απρόσεχτο ύφος, γελώντας ένα άσκημο γέλιο σαν πειραγμένος:

-Δεν έχεις άδικο, Ευλαλία… Το βλέπω, οι ανεμυαλιές της Λουίζας σ’ έχουν πληγώσει κατάκαρδα. Δεν είσαι βέβαια υπόλογη, Ευλαλία, αλλά πρέπει να το αναγνωρίσεις, ο άλλος κόσμος δεν μπορεί να ‘χει στο νου του μονάχα τη δική σου οικογένεια. Για μένα έξαφνα υπάρχουν και πράματα άλλα πολύ σπουδαιότερα.

Κι έτριψε τα χέρια του αφήνοντας απάνου στο γραφείο του το Δελτίο.

Η Ευλαλία δεν του ‘δωκε απάντηση καμία κι επήγε προς την πόρτα παρέτοιμη να φύγει. Αλλ’ αυτήν τη στιγμή ξανάμπαινε στο γραφείο η καλοντυμένη υπηρέτρια, φέρνοντας ένα γράμμα πάνω σ’ έναν ασημένιο δίσκο. Ο γιατρός το άνοιξε αμέσως, ενώ η υπηρέτρια ξανάφευγε, το διάβασε γλήγορα και αναπήδησε από τη χαρά του. Όλες οι ευτυχίες του ερχόνταν βροχή εκείνην την ημέρα, θα είχε να ειπεί πολλά, πολλά με την κυρία Αιμίλια Βαλσάμη.

Του έγραφε ο κύριος υπουργός, ο ίδιος ο κύριος υπουργός! Η Βουλή είχε διαλυθεί τέλος πάντων, όπως όλοι το ανέμεναν. Και τον επροσκαλούσε για το ίδιο βράδυ στο σπίτι του, για να συσκεφτούν για τον καταρτισμό του συνδυασμού. Ο κύριος υπουργός ήταν τελείως βέβαιος πως ο γιατρός Στεριώτης δε πρόβαλε πλια δυσκολίες για την υποψηφιότητά του.

-Διάβασε, είπε της Ευλαλίας πλημμυρισμένος από χαρά.

Εκείνη επήρε αργά αργά το γράμμα, το διάβασε ψυχρή και του το ξανάδωσε. Αυτές οι κοινωνικές επιτυχές του δεν είχαν καμία δύναμη να τη συγκινήσουν.

-Καλά, του ξανάπε αδιάφορη. Θα πας βέβαια! Εγώ θα περάσω το βράδυ στο σπίτι του πατέρα μου. Κι αναστέναξε.

Την άφηκε να φύγει κι έμεινε πάλι μόνος, συλλογισμένος κι ανυπόμονος. Οι μεγαλύτερες λοιπόν ευτυχίες δεν άξιζαν τίποτα για την Ευλαλία, βέβαια μονάχα γιατί δεν τον αγαπούσε. Δεν την αγαπούσε τέλος πάντων ούτ’ εκείνος. Ήταν δίκαιο. Δίκαιο μονάχα. Θα ‘βρισκε αυτός τον τρόπο για να ζήσει ευτυχισμένος, γιατί δεν ήταν κουτός κι αυτός σαν τους Οφιομάχους. Θα δημιουργούσε μίαν άλλην ευτυχία. Η ευδαιμονία φανερά ήταν ο σκοπός της ζωής, δεν του έλειπαν τα μέσα και η Τύχη ίσως θα του χαμογελούσε άλλη μία φορά, γιατί εγνώριζε την κυρία Αιμίλια Βαλσάμη!

Αυτήν τη στιγμή άνοιξε η πόρτα κι εμπήκε στο γραφείο ο Πέτρος Αθάνατος, ντυμένος με τα παλιά του ρούχα, σκεβρωμένος, λιγνός, άσκημος. Το μάτι του έλαμπε ασυνήθιστα και τα χείλη του έλεγαν την κατάκαρδη πίκρα του.

Χωρίς να χαιρετήσει του είπε με μίσος:

-Η κυρία Αιμίλια Βαλσάμη σε περιμένει!

Ο άλλος εγέλασε ευτυχισμένος.

-Η κυρία Αιμίλια, ξανάπε, το ξέρεις, τον έδιωξε πλια το Γιώργη. Και τώρα ζητάς εσύ να πάρεις τη θέση του. Και δε σου λέει τίποτα η συνείδησή σου; Μα εγώ σ’ ήξερα, σ’ ήξερα, από καιρούς, Αριστείδη.

Και πριν προφτάσει ο γιατρός ν’ απαντήσει επρόσθεσε:

-Αλλά εγώ δε θα μείνω πλια στο σπίτι της, εγώ όχι! Ο Βαλσάμης απέθανε τώρα!

Κι εβγήκε από το γραφείο.

 

 



[1] Ellie Metchikoff (1845-1916) Ρώσος ζωολόγος και βιολόγος, ερευνητής στο Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι.

[2] Albert Calmette (1863-1933) Γάλλος γιατρός και βιολόγος, ερευνητής στο Ινστιτούτο Παστέρ

 

 

  13ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA