6

 

Είχαν περάσει μέρες. Και η Ευλαλία εκαθότουν στο μικρό σαλονάκι της. Το πιάνο ήταν κλειστό. Πλήθιο φως έμπαινε από τ’ ανοιχτά παράθυρα που εφέρναν μέσα μία μυρόβολη πνοή κι έλαμπαν οι χρυσωτές κορνίζες και τ’ ανοιχτά χρώματα από τες ακουαρέλες που εστόλιζαν τους τοίχους. Η ίδια ήταν ντυμένη μ’ ένα τζιτζιφί φόρεμα του σπιτιού που άφηνε να φαίνονται τα μικρά της πόδια κι ένα μεταξωτό κορδόνι της έσφιγγε την όμορφη μέση. Εδιάβαζε τώρα καθισμένη στον καναπέ της ένα βιβλίο και κάθε τόσο άφηνε την ανάγνωση κι εκοίταζε μέσα από το παράθυρο τον καθάριον ουρανό, όθε κάπου κάπου επερνούσε γοργά ένα διαβατάρικο σύγνεφο. Ο νους της όμως ήταν γεμάτος φροντίδες και μετά βιας εξέδινε με το διάβασμα.

Πώς είχε περάσει σαν ένα απίστευτο όνειρο η ζωή της. Και πόσο διαφορετικά απ’ ό,τι την είχε λογαριάσει, απ’ ό,τι ημπορούσε καθένας να προβλέψει! Ήταν εκεί μέσα, γιατί το ‘χε θελήσει ένας μόνος άνθρωπος που ‘χε λάβει τη δύναμη να την κάμει ν’ αρνηθεί τον Άλκη, γιατί αυτός έπαιζε στα χέρια του μία ολόκληρη οικογένεια. Είχε απαιτήσει από αυτήν τη θυσία! Και την είχε προσφέρει η δύστυχη, μίαν τόσο περιττή, μίαν τόσο παράλογη θυσία. Κι αυτός ο ίδιος ο γιατρός Στεριώτης δεν είχε εύρει σιμά της την ευτυχία. Φυσικό ήταν. Η φιλοδοξία του είχε χορτάσει, είχε δοκιμάσει κι άλλες κοινωνικές επιτυχίες, η αγάπη του δεν ήταν έρωτας, δεν έμοιαζε καθόλου στη μαραμένη αγάπη της! Κι η ίδια δεν είχε θελήσει να του παραδώσει την ψυχή της, δεν μπορούσε ποτέ να λησμονήσει πως της είχε βιάσει το λόγο της κι ο μετρημένος άνθρωπος, ο στοχαστικός δουλευτής, ο περίφημος επιστήμονας δεν εχρονοτρίβησε πολύ μαζί της, τέλος ένα άγριο πάθος τον είχε κυριέψει, μία επιθυμία ακράτητη που δεν μπορούσε τίποτα να λογαριάσει. Έδειχνε φανερά πλια την αποστροφή του για κάθε τι που τον εχώριζε από κείνο που προτιμούσε το περισσότερο σ’ αυτόν τον κόσμο, είχε περιορίσει τες ώρες της μελέτης του, δεν ερχότουν πλια ν’ ακούσει το πιάνο της, όσες φορές εμιλούσε μαζί της δεν εκουβέντιαζε παρά για την Αιμίλια Βαλσάμη, που την εθαύμαζε με όλην την ψυχή του. Δεν ήταν μονάχα η ωραία γυναίκα που ήξερε να βαστάξει δικό της έναν άντρα της με τες χάρες του κορμιού της, με τες χάρες του φύλου της, αλλά αυτή είχε και μεγάλη ψυχή! Καμία αξία δεν επερνούσε απαρατήρητη μπροστά στα μάτια της. Πώς είχε δείξει τη χαρά της για τα υπομνήματά του, τι δεν επερίμενε από την επιστημονική του ικανότητα και πόσο είχε βοηθήσει στες εκλογές με το λόγο της και με το χρήμα. Πώς είχε φανεί ο ορθός νους της ως και σε κείνην την περίσταση. Ενώ στο σπίτι του, ήταν υποχρεωμένος ν’ αντιμετωπίζει μίαν παγωμένη αδιαφορία κάτι που ο χαρακτήρας του δεν μπορούσε να το βαστάξει για πολύν καιρό, και μάλιστα τώρα που μία γυναίκα άλλη έπαιρνε τόσο θερμά το μέρος του. Γιατί δεν το έκανε το ίδιο κι η γυναίκα του; Ας έβλεπαν τότες οι άλλοι, αν αυτός ημπορούσε ν’ αγαπήσει.

Αλά ήταν πλια αργά. Η Ευλαλία εκατάλαβε πως καθένας από τους δύο τους έπρεπε να τραβήξει το δρόμο του. Η ζωή την εχώριζε πάλι κι από κείνον τον άντρα. Της εφαινότουν τόσο ποταπή κι αξιοπεριφρόνητη εκείνη η κούφια φιλοδοξία του, όλοι του οι αγώνες για ν’ αποχτήσει μία πρόσκαιρη κι άδικη δόξα, της εφαινότουν τόσο αξιογέλαστο το νέο του πάθος για τη γυναίκα που λίγες μέρες πριν την είχε παρατήσει ο αδερφός της και που φανερά ενεργούσε μόνο από θυμό και από πείσμα σε κείνον τον τρόπο, που ερωτούσε συχνά τον εαυτό της, αν θα ‘πρεπε ν’ ακολουθήσει να ονομάζεται γυναίκα του και αν έπρεπε ν’ ακολουθήσει μπρος στον άλλον κόσμο να παίζει το μέρος της απατημένης γυναικός, δείχνοντας μίαν πλαστή αδιαφορία κι έχοντας πάντα στα χείλη ένα χαμόγελο που έπρεπε να φαίνεται ψεύτικο.

Σ’ αυτό λοιπόν την είχαν οδηγήσει όλες της οι θυσίες; Και σε τι είχαν ωφελήσει; Τώρα ο γιατρός κυριεμένος από τα φιλόδοξα πάθη του, είχε αμελήσει τελείως τες δουλειές των Οφιομάχων. Έδειχνε μάλιστα πως τες εβαριότουν, γιατί ίσως δεν ήθελε ν’ ακούσει η κυρία Βαλσάμη πως εκείνος υποστήριζε τον άνθρωπο που την είχε τόσο ελεεινά περιφρονήσει, εφαινότουν κιόλας βέβαιο πως η κυρία Βαλσάμη, διψώντας εκδίκηση, θα ‘κανε το γιατρό ν’ αντιπαθήσει ολόκληρη την άτυχη οικογένεια. Μία θέληση ανώτερη από την ανθρώπινη εφαινότουν να ‘χε αποφασίσει το χαλασμό τους αλλά και την ταπείνωσή τους στην ατιμία. Εκείνη η δύναμη οδηγούσε κάθε τους πράξη, κάθε προσπάθεια που έκαναν για να ξεφύγουν τη Μοίρα. Μυστήριο! Κάθε άτομο στην οικογένεια έπρεπε να ‘χει τη θλιβερή ιστορία του, έπρεπε άθελά του να παίξει το τραγικό του μέρος κι όλοι οι άνθρωποι όσοι τους είχαν πλησιάσει εβοηθούσαν εκείνην την καταστροφή. Ο γιατρός Στεριώτης, ο άντρας της, με την αμέτρητη φιλοδοξία του, η κυρία Αιμίλια Βαλσάμη, η γυναίκα με το φλογερό πάθος και που ημπορούσε να λησμονήσει τόσο τον εαυτό της και τον κόσμο, ο Άλκης Σωζόμενος, ο άνθρωπος με την αγνή καρδιά και με το ψηλοπέταχτο όνειρό του, που έχανε ίσως τη ζωή του σε μίαν τελευταία προσπάθεια δημιουργίας, όλοι τους δεν ήταν παρά σαν όργανα μόνο εκείνης της θέλησης, όλοι τους δεν ήταν παρά σαν όργανα μόνο εκείνης της θέλησης, όλοι τους χωρίς να το ξέρουν υπάκουαν σ’ εκείνην την αφανέρωτη δύναμη, που τους οδηγούσε με απάτη, για να εργαστούν την καταστροφή των Οφιομάχων!

Και ο αδύνατος γέρος είχε νομίσει πως με τη θυσία της ημπορούσε να σταματήσει εκείνο το παντοδύναμο χέρι και να ξεφύγει το χαλασμό και αντίς, δεν είχε κάμει άλλο με την πρώτη εκείνη προσπάθεια παρά να σιμώσει σ’ εκείνο το βάραθρο που ανοιχτό τον περίμενε. Η ίδια δεν ήταν παρά το πρώτο, το αθώο θύμα και μαζί της ο Άλκης, η πρώτη της η αγάπη, η αμάραντη, η αληθινή της η αγάπη! Τώρα καταλάβαινε την αξία της, όλην την αξία της ζωής σιμά στον αγαπημένον άνθρωπο! Πώς εμετανοούσε για την αδυναμία της! Πόσο καταλάβαινε εκείνος καλύτερα τον κόσμο! Γιατί να μην τον ακούσει; Δεν τον είχε ιδεί ποτέ πλια από κείνην την ημέρα, που της είχε δώκει τα πρώτα κι ύστερα φιλιά του. Κι ω, πώς εθυμότουν ακόμη τη θλιβερή τους γλυκάδα! Τι πόθους είχαν γεννήσει εκείνα στην καρδιά της, ανοίγοντας μπροστά της έναν κόσμο γεμάτον χρυσές ελπίδες. Και το εναντίο πόση αντίσταση έκανε πάντα η ψυχή της και το κορμί της στου αντρός της την αγάπη. Πόσο λίγη ήταν η ευχαρίστησή της σ’ εκείνο τ’ όμορφο παλάτι, όπου κάθε στιγμή εζωντάνευε ο πόνος του χωρισμού της από τον Άλκη κι όπου τώρα εζούσε μόνη και περιφρονημένη από τον άντρα που η ίδια δεν τον είχε διαλέξει. Κι ήξερε πως την εθυμότουν και κείνος. Ω ναι! Με την θλιβερή σκέψη με την ταπεινή σκέψη της αγάπης του, που έσκυφτε μπρος στην ανάγκην μονάχα, αλλά που δεν ελησμονούσε. Το ‘ξερε η Ευλαλία, γιατί την εμελετούσε πάντα με σκεπασμένη τρυφερότητα σ’ όλα τα γράμματα πόγραφε από την ξενιτιά του στη μητέρα του και στο Γιώργη. Με πόση συγκίνηση εδιάβαζε κάποτε τα γραφτά του. Εγνώριζε έτσι όλη τη ζωή του ξενιτεμένου, όλες τες πικρές στιγμές του.

Από την ημέρα που το δυνατό πιοτό τον είχε ζαλίσει, η αρρώστια είχε ξυπνήσει και την εσυνόδευε μία ψυχική αδυναμία, μία απαισιόδοξη αδράνεια, που τον έκανε άχρηστον για κάθε ενέργεια. Πριν από κάθε πράξη, επρόβαλλαν πάντα ομπρός του οι δυσκολίες της και ήταν αδύνατος να τες νικήσει. Και τα ονείρατα απόμειναν έτσι ονείρατα μόνο που του χαμογελούσαν κάποτε σαν από έναν άλλον απόμακρον κόσμο. Ήταν βαρύθυμος, έλεγαν τα γράμματά του κι έμενε ξένος από κάθε διασκέδαση. Η λύπη της καρδιάς του ανάδινε γύρω στον εαυτό του σαν μίαν πυκνή ατμόσφαιρα που αμαύρωνε το φως της χαράς. Κι επροσπαθούσε ν’ αφοσιωθεί ολόψυχα στη μελέτη, γιατί τώρα κάτω από το βαρύ χτύπημα της Τύχης, τον είχε κυριέψει μία ανάγκη δημιουργίας, σα να ‘θελε η ψυχή του να πάρει τα φτερά της φαντασίας για ν’ αναπνέει στον ελεύτερον αέρα της τέχνης. Έγραφε κάποιο βιβλίο.

Αλλά ήξερε η Ευλαλία πως κι εκείνη η προσπάθειά του ήταν άκαρπη. Ο Άλκης κουρασμένος από την πάλη με τον εαυτό του, νικημένος από τη λύπη του, που την έσερνε πάντα μαζί του, έσκυφτε το πικρό του κεφάλι, ζητώντας κι εκείνος τη λύτρωση και δεν ήταν πλια παρά ένα ερείπιο της ζωής που ο πρώτος βοριάς θα το εσάρωνε. Ερείπιο ονόμαζε ο ίδιος τον εαυτό του και εσκεφτότουν η Ευλαλία πως η ίδια είχε δώκει την αφορμή σε τόσο πάθος, σε τόσο χαλασμό, η ίδια, γιατί είχε προσφέρει την περιττή θυσία, όχι του εαυτού της μονάχα αλλά κι εκείνου του ανθρώπου, ενού τέτοιου ανθρώπου που την είχε αγαπήσει.

Εθυμήθηκε τώρα την κυρία Φωτεινή. Η δύστυχη η μητέρα έλιωνε κι αυτή από τον πόνο της θλιμμένης καρδιάς της. Επαρακαλούσε το γιο της να ξανάρθει, μη μπορώντας πλια να ‘βρει καμία ησυχία, ξέροντάς τον άρρωστον μακριά της! Είχε όλα τα δίκαια η κυρία Φωτεινή. Ω πώς θα ‘θελε να βρίσκεται κι η ίδια σιμά στον αγαπημένον άνθρωπο και να δοκίμαζε να του δώκει πάλι ζωή ως και με τη ζωή της ή θα του γλύκαινε τουλάχιστο τες πικραμένες ώρες της αρρώστιας. Δεν ήταν τέτοιο τάχα το χρέος της; Ο φαντασμένος άντρας της, μεθυσμένος απ’ όλες του τες δόξες, απ’ όλες του τες επιτυχίες, είχε ακολουθήσει μίαν άλλη γυναίκα. Ποιος δεσμός πλια τη συνένωσε με κείνον τον άνθρωπο, που του ‘χε θυσιάσει τα πάντα; Και το χρέος της για τον Άλκη δεν ήταν τάχα ανώτερο από τους γραμμένους νόμους, γιατί το δημιουργούσε η αγάπη;

Ένα παράπονο την ετίναξε σύγκορμη, τα δάκρυα εβγήκαν θερμά από τα μάτια της. Κι ωστόσο καταλάβαινε πως ο διαλογισμός της δεν την ευχαριστούσε. Ήξερε πως ύπαρχε κι ένας άλλος ηρωισμός, η υποταγή σε ασάλευτους κανόνες, σε νόμους που δεν εδεχόνταν καμίαν εξαίρεση. Τι την έμελε εκείνην τι έκανε ο άντρας της, τι έκανε η κυρία Βαλσάμη, πώς εκανόνιζαν κι εσυμβίβαζαν τη ζωή τους; Αυτή η ίδια έπρεπε ν’ ακολουθήσει ένα δρόμο, τον ίσιο δρόμο, αυτό της έλεγε μια φωνή στα βάθη του είναι της, έπρεπε να ξεφύγει κάθε πειρασμό, να προτιμήσει την ενάρετη ζωή κι ας ήταν μαρτυρική. Ας υπόφερνε με μαρτύρια. Δεν έπρεπε πλια να ιδεί τον Άλκη, ως κι αν ερχότουν πάλι στον τόπο, ως κι αν της έκραζε, ως κι αν έπρεπε να πεθάνει ο δύστυχος. Έπρεπε ναι, να βρει αυτήν τη δύναμη, να μη συμπαθήσει στον εαυτό της το πρώτο γλίστρημα, γιατί καταλάβαινε πως θα ‘ταν χαμένη!

Εκείνος ωστόσο θα της μιλούσε. Αν ερχότουν καμία φορά πίσω, η αγάπη του θα ξεχείλιζε, θα ‘ταν ζωγραφισμένη στ’ ωχρό πρόσωπό του, θα τη μολογούσε κάθε του λόγος. Τι θα ‘κανε; Τι θα ‘κανε; Θα της έλεγε πόσο είχε υποφέρει και πόσο υπόφερνε, θα της έλεγε πως μπορούσε εκείνη να θαυματουργήσει με την αγάπη της, θα της έλεγε πως η ζωή του ήταν στα χέρια της και πως το μόνο, αν ήταν αυτή σιμά του, θα γιατρευότουν! Τι θα ‘κανε, τι θα ‘κανε; Θα ‘μενε πάντα σκλάβος σ’ όλες τες παράλογες συνθήκες της ζωής, που την είχαν κάμει να καταστρέψει την ύπαρξή της και να θυσιάσει την αγάπη της; Θα ‘ταν πάντα αδύνατη να σηκώσει φανερή επανάσταση; Τι θα ‘κανε, τι θα ‘κανε;

Μα άξαφνα άκουσε έναν ακατανίκητο πόθο στην καρδιά της. Όχι! Αν ήταν αλήθεια πως θα ερχότουν, όχι, δε θα μπορούσε, δε θα ‘χε τη δύναμη ν’ αντισταθεί να φύγει! Θα της ήταν ευκολότερο να αφήκει για πάντα τον κόσμο! Όχι! Αισθανότουν έναν ακατανίκητο πόθο να τρέξει σιμά του, να τον βοηθήσει, να τον αγκαλιάσει με τα χέρια της που τον αγαπούσαν και κείνα! Ναι, θα το τολμούσε! Και πώς θα ξυπνούσε τότες ολοζώντανη και κυρίαρχη, στην ψυχή της, στην καρδιά της, στο κορμί της, εκείνη η πρώτη αγάπη της, ο αληθινός της έρωτας, που ποτέ δεν είχε σβήσει, και μαζί μία ακράτητη δίψα να του παραδώκει τον εαυτό της, όλον τον εαυτό της, αφήνοντας ελεύτερο στην αγκαλιά του το περιορισμένο πάθος της. Ω, ας μην ήταν άρρωστος! Ή ας μπορούσε να νικηθεί κι εκείνη η αρρώστια, ας θαυματουργούσε και πάλι η αγάπη. Δε θα πάθαινε, όχι, ο Άλκης! Δεν ερχότουν για να πεθάνει, θα ‘ταν δικός της για πάντα. Θα ‘βρισκε τώρα το θάρρος, για να αντισταθεί σ’ όλα, για να φανερωθεί μπροστά σ’ όλον τον κόσμο τέτοια καθώς ήταν, μία γυναίκα που ήξερε ν’ αγαπήσει και που η αγάπη της ήξερε να θαυματουργήσει.

Κι ήταν βυθισμένη ακόμη σ’ αυτούς τους στοχασμούς, όταν η καλοντυμένη υπηρέτρια, που άνοιξε την πόρτα, της είπε χαμηλόφωνα πως αληθινά εκείνος ήταν εκεί και πως την εζητούσε. Ανατρόμαξε, ανατρίχιασε, έπιακε το κεφάλι της. Μπροστά στην πραγματικότητα εδείλιαζε πάλι. Τι θα ‘κανε, τι θα ‘κανε; Αληθινά λοιπόν είχε έρθει; Αληθινά ήταν εκεί; Αληθινά την εζητούσε; Πώς θα τον ξέφευγε; Μα δεν ήξερε κι εκείνος πως δεν έπρεπε να ‘ρθει, πως δεν έπρεπε να τυραννεί μίαν αδύνατη γυναίκα, εκείνος ο Άλκης; Τι θα ‘κανε, τι θα ‘κανε; Και η υπηρέτρια ήταν εκεί και την εκοίταζε περίεργα και ανάμενε την απάντηση κι ο άλλος επερίμενε απ’ όξω. Ο Άλκης! Τι θα ‘κανε, τι θα ‘κανε; Μα δεν μπορούσε να τον διώξει. Μην δεν ήθελε να βρεθεί μοναχή μαζί του, εκεί στο σπίτι του αντρός της, του αληθινού αντρός της, του γιατρού Αριστείδη Στεριώτη; Τι θα ‘κανε, τι θα ‘κανε; Τ’ όνειρο λοιπόν είχε γίνει αλήθεια!

Εσηκώθηκε από τον καναπέ της τρέμοντας όλη, σφουγγίζοντας το μέτωπό της, έφερε το χέρι της στην καρδιά της που αδιάκοπα εχτυπούσε ολόγυρά της σα να εφοβότουν μην ήταν κανένας κρυμμένος στο μικρό σαλονάκι της και τα ωχρά της χείλη εψιθύρισαν κάτι που ούτε η ίδια δεν το εκατάλαβε, αισθάνθηκε μίαν αλάφρωση, όταν είδε την υπηρέτρια να φεύγει, γιατί η ματιά της την επείραξε, ήταν τέλος πάλι μόνη, ημπορούσε να σκέφτεται ό,τι ήθελε, να λέει ό,τι ήθελε με το νου της. Μα να, η πόρτα άνοιγε πάλι κι ήταν ο Άλκης που έμπαινε τώρα, ο Άλκης, η πρώτη της η αγάπη, η μόνη της αγάπη. Ήταν τώρα εκεί μπροστά της, περίτρομος κι εκείνος έπειτα από τόσον καιρό, αμίλητος κι εκείνος, έπειτα από τόσον καιρό. Ω δεν ήθελε να τον χάσει! Πόσο αχ! ήταν ωχρός και λιγνός, πόσο τα μάτια του ήταν βυθισμένα μέσα στες κώχες τους κι είχαν τόσο παράξενη λάμψη. Κι αληθινά τα φορέματά του έπλεαν απάνου στο στήθος του. Μα γιατί εστεκόνταν έτσι κι οι δύο σαν απολιθωμένοι; Γιατί ήταν τόσο χλωμός; Γιατί ίδρωναν τα χέρια της; Είχε σταματήσει τόσο σιμά της και το μικρό διάστημα που τους χώριζε ακόμα δεν ετολμούσε να το περάσει. Γιατί ήταν τόσο πικρό το χαμόγελο που του άνοιγε τα χείλη; Μα πότε τέλος θα μιλούσε; Αυτή η σιωπή τη στενοχωρούσε τόσο και η ίδια δεν είχε φωνή, για να βγάλει! Και τα μάτια του την εκοίταζαν με τόση αγάπη, αχ την έκαναν εκείνην να δακρύζει μα δεν ήθελε να κλαίει, γιατί θα καταλάβαινε την αδυναμία της. Μα αχ πόσο ήταν άρρωστος κι ωστόσο και την εμεθούσε η αγάπη του! Πώς πλημμυρούσε αυτήν τη στιγμή την καρδιά της!

Κι άξαφνα εβρεθήκαν αγκαλιασμένοι και το στόμα τους ενώθηκε σ’ ένα απέραντο φίλημα. Κι αγκαλιασμένοι ετήραζαν ακόμη ο ένας τον άλλον, τα μάτια τους είχαν πλημμυρίσει δάκρυα και το βλέμμα τους ομολογούσε μονάχα την αγάπη τους. Την έσφιγγε αυτός στην αγκαλιά του, της εφιλούσε μ’ έναν άσβετο πόθο τα χείλη, τα μάγουλα, τον τράχηλο, και τον άφηνε παραδομένη ολόψυχα στην αγάπη του, σα να εβουτούσε μέσα σ’ ένα ωκεανό ευτυχίας. Τα χέρια της του εχάιδευαν το κεφάλι, τα μάτια της έχυναν ένα ποτάμι δάκρυα κα τα χείλη της εφιλούσαν κι εκείνα όλο το πρόσωπό του.

Τα κορμιά τους έτρεμαν.

-Πόσο σ’ αγαπώ! της είπε. Πόσο καλό που μου κάνεις. Έπειτα απο τόσον καιρό μαζί, παλί μαζί!

-Ω Άλκη, ω Άλκη, του ‘πε ανατρομάζοντας, γιατί η φωνή του είχε μίαν απαίσια βραχνάδα.

Κι έμειναν ακόμη αγκαλιασμένοι κι εφιλιούνταν αδιάκοπα κι έχυναν ένα ποτάμι δάκρυα κι εκοιταζόνταν στα μάτια μ’ ένα βλέμμα που έλεγε όλην την αγάπην τους.

-Άλκη, Άλκη!

-Ευλαλία, Ευλαλία!

Εκείνη τώρα ανατρόμαξε πάλι. Είδε άξαφνα το βλέμμα του αγαπημένου της να θολώνει κι αιστάνθηκε το κορμί του να βαραίνει μέσα στα χέρια της. Φοβισμένη τον έφερε με κόπο ως τον καναπέ και μην έχοντας πλια δύναμη να τον βαστάξει τον άφηκε να πέσει. Τον εκοίταξε ανατριχιασμένη. Κι είδε με φρίκη πως ο Άλκης εκειτότουν εκεί ομπρός της κατακίτρινος κι ανάπνεε με δυσκολία, κρατώντας κλειστά τα μάτια του, ενώ το μισανοιγμένο στόμα του επλημμύρισε κόκκινον αφρό. Ετρόμαξε περισσότερο, θα της πέθαινε τάχα αυτήν τη στιγμή ο Άλκης, εκεί στο σπίτι του αντρός της! Ω πόσο, ω πόσο τον ελυπότουν! Έτρεμε σύγκορμη, του σφούγγισε με το μαντήλι της τα χείλη, ένα παράπονο της ανασήκωσε τα στήθη κι έπεσε γονατιστή ομπρός του με σταυρωμένα τα χέρια.

-Αχ! Είσαι τόσο άρρωστος! του ‘πε απελπισμένη.

Και του άδραξε το χέρι κλαίοντας και το ‘σφιγγε μέσα στα δικιά της φιλώντας το.

Εκείνος μισάνοιξε σε μία στιγμή τα μάτια και τα χείλη του επρόφεραν πάλι τ’ όνομά της.

-Ευλαλία! Και τα ξανάκλεισε σα να ‘θελε ν’ αποκοιμηθεί μέσα σ’ έναν ωκεανό ευτυχίας!

Η Ευλαλία ήταν πάντα κυριευμένη από τη συγκίνηση. Τώρα ο φόβος του άμεσου κινδύνου είχε περάσει, αλλά πώς ήταν εκεί ομπρός της ο αγαπημένος της, ένας άνθρωπος τελειωμένος πλια, που η ζωή ολοένα τον άφηνε! Του κρατούσε πάντα το χέρι ανάμεσα στα δικά της και το φιλούσε πάντα και τα μάτια της έχυναν αδιάκοπα ποτάμι τα δάκρυα.

Αυτός ανασηκώθηκε τέλος και την έβαλε να καθίσει σιμά του και την εκοίταξε πάλι μ’ ένα βλέμμα άπειρης αγάπης και γεμάτο στενόχωρη θλίψη. Ήθελε να της μιλήσει εκείνην τη στιγμή για ένα κόσμο πράματα, αλλά του ‘λειπε ακόμη η δύναμη κι έμενε αμίλητος και την εκοίταζε αδιάκοπα με το ίδιο βλέμμα της άπειρης αγάπης.

Τέλος της είπε μ’ ένα πικρό χαμόγελο και με τη βραχνή χαμηλή φωνή του.

-Τα ‘μαθα όλα, Ευλαλία, τα ‘μαθα όλα. Κι εσηκώθηκα από το κρεβάτι για να ‘ρθω σ’ εσένα. Εφοβήθηκα εκεί πέρα το τέλος χωρίς να σε ιδώ. Αλλά είμαι καλά, είμαι καλά τώρα, εδώ σιμά σου, πώς με γιατρεύει πάλι η αγάπη σου.

Και της έριξε γύρω στον τράχηλο τα χέρια και την αγκάλιασε πάλι, τρέμοντας από μίαν καινούρια συγκίνηση, μα εκείνη, απελπισμένη, εκατάλαβε πως τα μάγουλά του έκαιαν κι είδε πάλι με φρίκη τον κόκκινον αφρό μέσα στα χείλη του. Δεν εχαιρότουν πλια την αγάπη του.

-Ω είμαι τόσο καλά, Ευλαλία! της είπε σα να ‘χε καταλάβει την ανησυχία της.

Κι εσηκώθηκε χαμογελώντας κι επερπάτησε ελεύτερα μέσα στην κάμαρα, σα να ‘θελε να της δείξει πως είχε πλια γιατρευτεί σιμά της. Είχε σηκωθεί κι εκείνη κι είχε έρθει κοντά του τρέμοντας σύγκορμη. Αυτός εκάρφωσε πάλι απάνω της το βαθύ δακρυσμένο βλέμμα του, πόλεγε την άπειρη αγάπη του και η Ευλαλία εξανάπεσε στην ανοιχτή αγκαλιά του κι αιστάνθηκε μέσα της πως αυτήν τη στιγμή δε θα μπορούσε να του αρνηθεί τίποτα, γιατί κι εκείνη ήταν σα μεθυσμένη από ένα κύμα αγάπης!

Αλλά σε λίγο η πόρτα άνοιξε και ο γέρος Οφιομάχος εμπήκε μέσα. Εφαινότουν πλιο λιγνός, πλιο σκεβρωμενος ακόμη, σαν άσαρκος μέσα στην παλιά ρεδιγκότα του. Εστάθηκε λίγες στιγμές ορθός στην πόρτα και τους εκοίταξε άλαλος. Κάποια κινήματά του εμαρτυρούσαν πως ήταν παρέτοιμος να θυμώσει, αλλά τους χαμογέλασε αντίς μ’ έναν αναστεναγμό, καταλαβαίνοντας πως η αγάπη δεν είχε ακόμη νικήσει. Κι είπε:

-Μα γιατί ήρθες εδώ, παιδί μου; Γιατί ήρθες, παιδί μου; Είσαι τόσο άρρωστος… Τόσο άρρωστος…

-Θα περάσουν όλα! απάντησε μ’ αδύνατη φωνή ο Άλκης Σωζόμενος, κοιτάζοντας μ’ ένα χαμόγελο την Ευλαλία. Και ξακολούθησε συλλογισμένος: Η ζωή είναι κάτι που δύσκολα χαλιέται. Γι’ αυτό βαστάει τόσο η αγωνία!

Κι αναστέναξε.

-Ναι, είπε ο Οφιομάχος μ’ άλλον έναν αναστεναγμό. Δεν χαλά μήτε η δική μου.

Κι έπειτα από μία στιγμή σιωπής ξανάπε: Άρρωστος, άρρωστος… Κι έφταιξα εγώ. Σας χώρισα και τότες κι είμαι εδώ για να σας χωρίσω και πάλι, γιατί το ‘ξερα πως θα ‘σαι εδώ. Το ‘ξερα, Άλκη. Αχ, δε θέλω να ντροπιαστεί η αγάπη σας η πρώτη. Δε θέλω να ντροπιαστώ ούτε εγώ περισσότερο, γι’ αυτό είμαι εδώ! Δεν έπρεπε, δεν έπρεπε να ‘ρθεις και συ, Ευλαλία, ας μην τον δεχόσουν. Αυτό ήταν το χρέος σου.

Και λέγοντας έτσι εκάθισε σε μία καρέκλα σιμά σ’ ένα τραπέζι κι έκρυψε το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του.

-Ωχ, έκαμε με πόνο η Ευλαλία κοιτάζοντας μ’ αγάπη δακρυσμένη τον Άλκη.

Εκείνος της εκούνησε μ’ ένα πικρό χαμόγελο το κεφάλι και για πολλήν ώρα κανένας δεν εμίλησε. Τώρα πάλι η Ευλαλία ανατρόμαξε. Ο Άλκης ήταν μισοπλαγιασμένος στον καναπέ κατάχλωμος, ο κόκκινος αφρός του κοκκίνιζε τα χείλη και τα μάτια του είχαν πάλι θολώσει.

-Ω πατέρα! εφώναξε με στενοχώρια η Ευλαλία και εγονάτισε μπροστά στον άρρωστο και του σφούγγιζε τρέμοντας τα χείλη.

Εκατάλαβε με αγωνία πως ο πυρετός του είχε δυναμώσει και πως ένα ρίγος του ανατάραζε τα μέλη.

-Πάμε σπίτι σου, του ‘πε με πόνο ο γέρος, πρέπει να πας αμέσως στο κρεβάτι, παιδί μου.

Ο Άλκης εσήκωσε αδιάφορα τους ώμους.

 

Πατέρας και κόρη ήταν τώρα πάλι σιωπηλοί στην ίδιαν κάμαρα. Εκείνη εκαθότουν σιμά σ’ ένα τραπέζι κι ακουμπούσε το ξανθό της κεφάλι στο χέρι. Τα δάκρυα της έτρεχαν ακράτητα από τα μάτια και μία λύπη πικρότατη επλημμύρισε την καρδιά της. Ο γέρος εφαινότουν ήσυχος τώρα και σαν ευχαριστημένος. Εφυλλομετρούσε το βιβλίο που η Ευλαλία εδιάβαζε πρώτα και που το ‘χε αφήκει ανοιχτό απάνου στον καναπέ της∙ κάπου κάπου εφορούσε για μία στιγμή τα ματογυάλια του κι εδοκίμαζε να διαβάζει μία φράση. Κάπου κάπου εσήκωνε τα μάτια και την εκοίταζε. Κάπου κάπου αναστέναζε.

Τώρα ο Γιώργης εμπήκε μέσα. Η όψη του ήταν κατάχλωμη και το βλέμμα του ανήσυχο και ταραγμένο. Εκοίταζε σα φοβισμένος ολόγυρά του στην κάμαρα και χωρίς να χαιρετήσει είπε:

-Σ’ εγύρευα, πατέρα.

Η φωνή του έτρεμε.

-Τι τρέχει; τον ερώτησε ανήσυχος και σιάνοντας την παλιά ρεδιγκότα του.

Ο Γιώργης εσήκωσε τες πλάτες.

-Θα ‘ρθεις μαζί μας, ξανάπε της Ευλαλίας. Απόψε η μητέρα σε χρειάζεται σιμά της!

-Τι τρέχει; τον ερώτησε ταραγμένη ως κι εκείνη και λησμονώντας για μία στιγμή τον Άλκη.

Καταλάβαινε πως κάποια σοβαρή αιτία είχε φέρει τον αδερφό της αυτήν την ώρα στο σπίτι της και το βλέμμα της επροσπαθούσε να μαντέψει τι ήταν εκείνο που τον ανησυχούσε τόσο και που ίσως ο γέρος δεν έπρεπε να το ξέρει. Έμεινε ακόμη μία στιγμή σιωπηλή και συλλογισμένη και τέλος είπε αναστενάζοντας:

-Πηγαίνω λοιπόν να ντυθώ.

-Η μητέρα σας! Η μητέρα σας! είπε ο γέρος με πικρή περιφρόνηση. Μα ας μείνει τότες η Ευλαλία καλύτερα εδώ. Η μητέρα σας φοβάται μόνη τον ίσκιο της.

Κι εγέλασε σαρκαστικά.

-Πήγαινε, της είπε ο Γιώργης, πήγαινε. Και την ακολούθησε στην κάμαρά της.

Σε λίγο ξανάρθαν και οι δύο στο μικρό σαλονάκι κυριεμένοι από την ίδια συγκίνηση. Η Ευλαλία μετά βιας εβαστούσε τους θρήνους. Ο κατάκαρδος πόνος της εζωγραφιζότουν στο πρόσωπό της∙ τα μάτια της ήταν πλημμυρισμένα από τα δάκρυα.

Τώρα ο πατέρας την εκοίταξε περίφοβος μη τολμώντας πλια να ρωτήσει, υποψιάζοντας κάποια καινούρια βαριά συφορά. Έσιαξε την παλιά ρεδιγκότα του σα να εκρύωνε κι εκοίταζε αναμένοντας τα παιδιά του να του μιλήσουν.

-Πάμε, του ‘παν με σβησμένη φωνή.

Εκείνος δεν έκαμε αντίσταση.

-Θα μιλήσεις εσύ της μητέρας, είπε ο Γιώργης της Ευλαλίας μ’ έναν αναστεναγμό.

 

Έφτασαν στο σπίτι. Πατέρας και γιος εμπήκαν στο σκοτεινό γραφείο. Η Ευλαλία έτρεξε κλαίοντας απάνω.

Ο γέρος Οφιομάχος εκοίταζε στενοχωρημένος το γιο του με την άκρη του ματιού του κι εβαστούσε χαμηλωμένο το πρόσωπο. Εβάλθηκε να περπατεί άνω κάτω στο μεγάλο δωμάτιο καθώς εσυνήθιζε, αναμένοντας ν’ ακούσει τι τον ήθελε ο γιος του. Αλλά αυτός δεν αποφάσιζε να μιλήσει. Τέλος ο γέρος εσταμάτησε σα θυμωμένος μπροστά στο Γιώργη, τον εκοίταξε με μίσος και του ‘πε με βραχνή φωνή:

-Λέγε! Δεν μπορώ πλια ν’ αναμένω.

-Ω πατέρα! του απάντησε μ’ ένα δάκρυ σταυρώνοντας τα χέρια του. Ο Σπύρος!

-Ο Σπύρος! εγέλασε σαρκαστικά ο γέρος. Α, κάτι θα ‘καμε πάλι! Θέλει χρήματα, ε; Πού θα βρεθούν; Έτσι ήτανε αυτός πάντα του. Έμοιασε κι αυτός της μάνας του. Δεν είχε ποτέ του ίσια σκέψη, όχι, η σκέψη του εδούλευε πάντα ανάποδα. Τι άνθρωπος, τι άνθρωπος! Ο Σπύρος ε; Και λοιπόν ο Σπύρος… Μα λέγε… Τι έκαμε πάλι…

Κι ήταν παρέτοιμος πάλι να κρύψει μέσα στο θυμό του τη λύπη.

-Απέθανε! του ‘πε άξαφνα ο Γιώργης μ’ έναν αναστεναγμό και ανοίγοντας τα χέρια του, για να τον δεχτεί στην αγκαλιά του.

Μα ο γέρος τον εκοίταξε άγρια και του ‘δειξε τρομερός τα λίγα του δόντια. Κι εγέλασε θυμώνοντας:

-Χα, χα! Είσαστε σύμφωνοι, ε, μαζί του κι εσύ κι η μάνα σας. Θέλετε να με λυπήσετε πρώτα, για να μην αντισταθώ σ’ ό,τι μου ζητήσετε! Για ν’ αποφασίσω πάλι να πουλήσω, ε; Χα, χα! Κατεργαρέοι. Χρήματα σας χρειάζονται, ε; Μα δε σας έλεγα τόσο άτιμους.

Κι ολομεμιάς εκοίταξε με αγωνία κατά πρόσωπο τον υγιό του κι εκατάλαβε με κατάκαρδον πόνο πως ο Γιώργης δεν έλεγε παρά την αλήθεια και του ‘πε απελπισμένος:

-Στο όνομα του Θεού, μίλησε! Μίλησε ξάστερα!

-Απέθανε, του ξανάπε χαμηλόφωνα μ’ έναν αναστεναγμό.

Δύο τρεις φορές ο γέρος έριξε από δω κι από κει το κορμί του σα να ‘θελε να σωριαστεί καταγής∙ αλλά με μία προσπάθεια αντικράτησε την πικρή συγκίνηση που τον έπνιγε, έμεινε ορθός, εσήκωσε ψηλά το κεφάλι κι άνοιξε μεγάλα τα γέρικα μάτια του. Ήταν ξερά κι έλαμπαν ασυνήθιστα. Κι είπε με φωνή σταθερή σα να μην αισθανότουν κανέναν πόνο:

-Κάθε άνθρωπος γεννιέται με τη μοίρα του! Ποιος μπορεί να ξεφύγει το θάνατο, όταν έρθει η ώρα του; Πού τον έχετε;

Κι ωστόσο μέσα στην ψυχή του η πατρική αγάπη, που ξυπνούσε, του θύμιζε όλα τ’ άδικά του προς τον πεθαμένο υγιό, τες συχνές οργές του, τη λίγη τρυφερότητα πόδειχνε πάντα σ’ αυτό το αδύνατο παιδί του, τους σαρκασμούς του για κάθε του στενοχώρια, αυτός ο ίδιος ήταν ίσως η αιτία η αληθινή απ’ όλα τα λάθη του νέου, από τον ταπεινό και ποταπό χαραχτήρα του, απ’ όλες του τες ακολασίες. Κι άξαφνα εξέσπασαν από τα μάτια του τα δάκρυα. Ένα ατέλειωτο κλάμα, ένας χαμηλόφωνος θρήνος, ένα μουγγό παράπονο εβγήκε από τα στήθη του, μια λύπη βαριά τον εκύριευε, η αγάπη μιλούσε μέσα στη θλιβερή καρδιά του. Εθρηνούσε το νέο με τες χρυσές ακόμη ελπίδες. Η Τύχη, που τον είχε θανατώσει, θα μπορούσε να του ‘χει φυλαμένες ολόχαρες μέρες, η ζωή θα μπορούσε να είναι ευτυχισμένη ομπρός του!

-Ο γιος μου! Ο γιος μου! αναστέναξε σφουγγίζοντας τα μάτια του που έκλαιγαν. Πού τον έχετε; Θέλω να τον ιδώ αμέσως! Πού τον έχετε; Από τι μου πέθανε; Μίλησε, Γιώργη!

Ο Γιώργης τον εκοίταξε φοβισμένος. Εσκεφτότουν μην έπρεπε να κρύψει την αλήθεια στο γέρο, που τον έβλεπε τόσο κατάκαρδα λυπημένον, μα εκατέβασε αντίς, το δακρυσμένο βλέμμα του κι είπε μ’ έναν άλλον αναστεναγμένο:

-Στο χωριό, στο γκρεμισμένο σπίτι μας… εσκοτώθηκε μοναχός του!

Ο γέρος ανατινάχτηκε, εκοίταξε τον ουρανό σα να ‘θελε να φοβερίσει και τα μάτια του έβγαλαν μιαν αλλόκοτη λάμψη σαν από θυμό και μανία. Κι άξαφνα το βλέμμα του εθόλωσε βασιλεμένο.

-Πώς, πώς; εφώναξε τρέμοντας και φέρνοντας το χέρι του στο κεφάλι.

-Ω! του ξανάπε ο Γιώργης, πρέπει να το ξέρεις, γιατί είσαι ο πατέρας. Αχ, έπλεε στο αίμα του, ένα πιστόλι ήταν στο χέρι του, οι χωριάτες που έτρεξαν τον είδαν μέσα από ένα χαλασμένο παράθυρο. Αχ!

-Και γιατί; Και γιατί; ξανάπε θρηνώντας ο γέρος και μη κρατώντας πλια τη συγκίνησή του. Και γιατί; είπε καταλαβαίνοντας πως ολοένα του ‘φευγε ο νους.

Ο Γιώργης τον εκοίταξε με λύπη και του αποκρίθηκε:

-Επλέρωσε με τη ζωή του το σφάλμα του! Βοήθεια δεν εβρισκότουν από πουθενά, γιατί ήταν πολλά τα χρήματα, ο γιατρός, ο γαμπρός μας, είχε δηλώσει πως η υπογραφή δεν ήταν δική του!

-Αυτό έκαμε; είπε φωνάζοντας ο γέρος και κοκκινίζοντας από το θυμό του. Και δεν εντράπηκε ο καταραμένος τον εαυτό του και δεν εντράπηκε τ’ όνομά του κι εμέ;

Κι ολομεμιάς εβάλθηκε να γελάει μ’ ένα σπαραχτικό γέλιο:

-Χα, χα! Καλά έκαμε! Τους έφυγε έτσι! Πού να τον πιάσουν τώρα; Επέταξε από πάνω του τη ζωή, αυτό το αβάσταχτο βάρος, χα, χα! Καλά έκαμε! Έβρηκε το θάρρος! Μα το συνάλλαγμα… το συνάλλαγμα; Α, θα πλερωθεί. Πρέπει να πλερωθεί, όσο και αν είναι το χρήμα! Και χίλια φράγκα… Ας πουληθούμε όλοι… Ας ξαναπουληθεί κι η Λουίζα και τα κρεβάτια μας κι όλα. Το συνάλλαγμα… το συνάλλαγμα!

Ο Γιώργης ήταν συντριμμένος από το λυπηρό θέαμα. Ο γέρος έχανε το μυαλό του. Δεν ήξερε πώς να τον ησυχάσει. Και πάλι του ‘πε δακρύζοντας:

-Ας μη μάθει όμως τίποτα η μητέρα παρά μόνο πως πέθανε άξαφνα! Ω της φτάνει κι αυτό.

Τον εκοίταζε μ’ένα βλέμμα άγριο που μαρτυρούσε το μίσος του. Κι ολομεμιάς εθύμωσε πάλι. Έσφιξε τους γρόθους του, εσήκωσε ψηλά το κεφάλι του, έσιαξε την παλιά ρεδιγκότα του, εκοίταξε τον υγιό του κατάματα φοβερίζοντάς τον κι ερίχτηκε άξαφνα όξω και περπατώντας άνω κάτω στο διάδρομο εβάλθηκε να φωνάξει μ’ όση δύναμη είχε στα στήθη του:

-Εσκοτώθηκε, εσκοτώθηκε, εσκοτώθηκε!

-Μα τι κάνεις, πατέρα; επρόφτασε να του πει συντριμμένος ο Γιώργης.

Κι από πάνω ακουστήκαν μεγάλες φωνές… Μα ο γέρος εγύρισε στο γραφείο του μανίζοντας ακόμη. Το μάτι του ήταν γρυλλωμένο[1], τα χείλη του έτρεμαν. Αλλά κουρασμένος εκάθισε στην πολυθρόνα του, έπιακε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια κι είπε:

-Ω, το κεφάλι μου, ω, μου φεύγει…

Κι εξανασηκώθηκε σε λίγο, μην ξέροντας πλια τι έκανε… Τα κινήματά του ήταν νευρικά, το αγριεμένο μάτι του δεν είχε βλέμμα, έριχνε από τη μια μεριά κι από την άλλη το κεφάλι του κι έκανε μεγάλες χειρονομίες. Άξαφνα εσίμωσε με μεγάλα βήματα ένα από τα παράθυρα κι εξεκρέμασε έναν από τους ξεθωριασμένους μπερντέδες τραβώντας τον, τον εξεσκόνισε μ’ επιμέλεια και τον εφόρεσε πάνου από την παλιά τριμμένη ρεδιγκότα του, έβαλε έπειτα στο κεφάλι το καλάθι όπου έριχνε τα σκισμένα χαρτιά του, επήρε στο χέρι το στρογγυλό χάρακα που ήταν απάνου στο γραφείο του, έφερε στη μέση της κάμαρας μίαν καρέκλα κι εκάθισε μεγαλόπρεπα στηρίζοντας το χάρακα πάνου στο ένα του γόνα. Κι εφώναξε:

-Εγώ είμαι βασιλέας! Ναι, βασιλέας! Ποιος δεν το πιστεύει; Εδώ είμαι με τη χρυσοΰφαντη χλαμύδα μου, με το χρυσό μου σκήπτρο, με τη διαμαντένια κορώνα μου! Χα, χα! Ποιος δεν το πιστεύει; Ας του κοπεί αμέσως το κεφάλι! Αμέσως! Θα προτάξω τώρα γενικό θάνατο, γιατί θέλω να χαλάσω τη ζωή. Αυτή είναι η αρχή του κακού. Θ’ αρχίσω από τον άνθρωπο, έπειτα βλέπουμε! Ο άνθρωπος είναι εκείνος που υποφέρει περσότερο. Οι μαμές θα στραγγαλίζουν όσα παιδιά γεννιώνται. Σε λίγα χρόνια δε θα υπάρχει πλια άνθρωπος, έπειτα βλέπουμε! Αυτός υποφέρει το περσότερο, γιατί έχει και το λογικό. Κι ο νους τον ορμηνεύει πάντα στραβά και τόνε φέρνει έτσι ο Θεός στα νερά του. Ναι, ναι… σε λίγα χρόνια δε θα υπάρχει πλια άνθρωπος, αυτή είναι η θέλησή μου κι είναι η θέλησή μου νόμος σ’ όλο μου το κράτος και το κράτος μου είναι η άχαρη η γη! Εκείνος άρχισε από τα τώρα. Καλά έκαμε. Τους ξέφυγε. Πρώτα λοιπόν ας θανατωθεί ο άνθρωπος μα πώς να χαλαστεί έπειτα τόση ζωή, τόσο πλήθος! Χάνεται ο νους στη γη, στη θάλασσα, στον αέρα! Πώς; Όλα είναι ζωντανά ως κι οι πέτρες ακόμη. Όλα, όλα! Η ζωή βρυάζει παντού! Τι νους ήταν εκείνος που δημιούργησε τόση ζωή, κάθε λογής ζωή. Κακόβουλος ήταν εκείνος ο νους! Ω τι έκαμε! Το κεφάλι μου, το κεφάλι μου!

Κι εσηκώθηκε κι επερπάτησε με βασιλική μεγαλοπρέπεια μέσα στο σκοτεινό γραφείο του κάνοντας να φουντώνει οπίσω του ο χρωματισμός μπερντές και κρατώντας ορθόν στο χέρι του το στρογγυλό χάρακα.

Ο γέρος είχε χάσει τα φρένα. Οι γυναίκες απάνω έκλαιγαν. Κι ο Γιώργης άκουε αλαλιασμένος όλον εκείνον το θρήνο.

 



[1] Γουρλωμένο

 

 

 

 

 

 

  16ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA