4
Τώρα, έλεγε με το νου του ο Οφιομάχος, μας ορίζουν ως κι εμάς εκείνοι. Οι πλούσιοι! Είναι αυτοί κι όχι εμείς που κάνουν ό,τι θέλουν!
Άξαφνα εσταμάτησε τον περίπατό του κι αφοκράστηκε. Στη σκάλα άκουσε πατήματα και σε μία στιγμή είδε να ανοίγει η πόρτα και να μπαίνει στο δωμάτιο η γυναίκα του, μεγάλη, σοβαρή, με κάτασπρα καλοχτενισμένα μαλλιά, με το μακρύ, μονοκόμματο φόρεμά της, που ήταν παλιωμένο λιγάκι κι είχε χάσει κάπως το τζιτζιφί του χρώμα και με το μάλλινο σάλι στες πλάτες της, που το ’χε πλέξει η ίδια. Το βλέμμα της ήταν τώρα υποψιασμένο και ανήσυχο∙ έκλεισε δίχως κρότο πίσωθέ της την πόρτα, εκάθισε σε μία καρέκλα σιμά στο τραπέζι και ερώτησε χαμηλόφωνα αλλά αποφασιστικά τον άντρα της, που ξακολουθούσε σιωπηλός τον περίπατό του, σα να ’θελε να ξεφύγει τη συνομιλία.
-Πού είσαι; (έτσι τον έκραζε πάντα, γιατί δεν ήξερε πώς να τον πει με τ’ όνομά του) Τι ήθελε αυτός;
Την εκοίταξε άγρια παρέτοιμος να μαλώσει και της αποκρίθηκε απότομα:
-Τίποτα!
-Πώς τίποτα; του ξανάπε κοιτάζοντάς τον ανήσυχη… Τόσες ώρες τίποτα;
Εκείνος την αγριοκοίταξε πάλι με περιέργεια μη ξέροντας τι να της απαντήσει. Γιατί, εσυλλογιζότουν, δεν ησύχαζε σήμερα η κυρία παρά ξακολουθούσε επίμονα να ρωτάει; Ως τα τώρα είχε υποφέρει σιωπηλά όλες του τες σπατάλες, όλες του τες απιστίες, υποταγμένη χωρίς παράπονο στη θέλησή του. Αυτή τη φορά λοιπόν είχε σωθεί η υπομονή της; Τώρα, που δε θα μπορούσε πλια τίποτα να διορθώσει, τώρα είχε ξεχειλίσει η καρδιά της;
-Πώς τίποτα; του ξανάπε πάλι. Κάθε δύο και τρεις τόνε βλέπω εδώ μέσα και ξέρω πως κάθε μέρα κάτι μας αρπάζει! Μα γιατί έτσι;… Δεν εκατάλαβα, λες, από καιρό πως πήραμε τον κατήφορο; Ή γιατί δε μιλώ; Δεν ξέρω, λες, πως τόσοι λογαριασμοί μένουν απλέρωτοι και πως από μέρες τώρα δεν έχεις ούτε ένα λεφτό; Αχ!… και τα μάτια της εδάκρυσαν.
-Ως και του λόγου σου, της απάντησε με κακοσύνη σταματώντας μπροστά της, ως και του λόγου σου θα μας κάμεις τώρα στα γεράματα τη νοικοκυρά εδώ μέσα; Κλερονόμα, βλέπεις, κι από τέτοιο σπίτι… πώς να μη γνοιαστείς και η ίδια για τα αγαθά σου; Μα ξέρεις, ξακολούθησε αλλάζοντας ύφος και θυμώνοντας άξαφνα, όσο που ζω ο νοικοκύρης είμαι εγώ! Το λέει κι ο νόμος! Σαν πεθάνω άλλο πράμα… Τότε κάμετε ό,τι θέλετε! Για την ώρα δεν έχω να δώκω λογαριασμό ούτε στην αφεντιά σου, ούτε στα παιδιά σου! Μ’ ακούς;
-Στα παιδιά μας! τον εδιόρθωσε με παράπονο∙ στα παιδιά μας, που τα καταστρέφεις!
Ο θυμός του έπεσε για μία στιγμή, γιατί αναμετρήθηκε άξαφνα πως έπρεπε και η ίδια να μάθει τη θέση τους, αν ήθελε να την έχει βοηθό στη δουλειά της Ευλαλίας και της είπε με παράπονο:
-Είναι, Μαρία, κάμποσος καιρός που με σταυρώνετε, τον άτυχο! Τώρα ολομεμιάς εξυπνήσατε; Γιατί δεν το κάνατε στην αρχή; Θα ’χε τότες σκοπό!
Και αψιώντας πάλι επρόσθεσε:
-Σου το ξαναλέω για τρίτη φορά: δεν ήθελε τίποτα, τίποτα, τίποτα! Τουλάχιστο από σας! Εγύρευε εμέ… Στον πάτο της γραφής, αφού το θέλεις, θα σου ειπώ τι μ’ ήθελε! Τα ξέρεις, είπες, όλα… Ε, λοιπόν θα ξέρεις και πως του χρωστάω λεφτά. Μ’ εκατάλαβες; Του χρω-στά-ω.
-Το ’ξερα, του απάντησε πικρά. Μα αυτόν έβρηκες, που αυτός εκατάστρεψε τόσες οικογένειες; Ω, συφορά… στα χέρια του έμπλεξες;
-Αυτουνού κι αλλουνώνε. Δε σας αρέσει; Ε, δε σας αρέσει! Χαίρομαι… ποιος ξέρει πώς έπρεπε να σας συντηρώ τόσα χρόνια άκαρπα; Ποιος ξέρει; Ο ένας σου γιος εχάλασε αυτός μοναχός του χιλιάδες για να μας φέρει από τα Παρίσια ένα στρατσόχαρτο, που τώρα το ’χει τόσον καιρό άχρηστο σε κάποιο συρτάρι. Ακούς στο συρτάρι! Ο άλλος σου ο γιος μού βάζει κάθε τόσο χρέη και του τα πλερώνω κάθε τόσο εγώ για να μην πάει στη φυλακή και ντροπιαστούμε όλοι μαζί… και δεν είπα ποτέ τίποτα… κι όλο ξοδεύει, κάνοντας το μεγαλοσάνο, για να μπορεί να κυνηγήσει την κοπέλα του Αστέρη… μα θα μείνει κι αυτός με το δάχτυλο βυζάνοντας… Εδώ είμαστε, κυρά Μαρία, και θα το ιδείς! Κι έπειτα τα καθημερινά του σπιτιού δεν είναι λίγα… και οι μιστοί των ανθρώπωνε, εδώ και όξω… και το άλογο που ψοφάει κάθε τόσο κι εσείς οι γυναίκες που σπαταλάτε.
-Ω, εμείς!
-Ναι, ναι, πούθε όλα αυτά; Και το κλαρί μας δεν καρπεί… και τα σπίτια ξενοίκιαστα, γιατί δεν έχω να τα φτιάκω!... Γιατί δεν έχω!… Αχ, μα εσυγχύστηκα σήμερα! Πρώτα αυτός ο καταραμένος ο Χαντρινός, κατόπι του λόγου σου! Μα ποτέ δεν ήσουνε έτσι! Τι θέλεις να κάμω; Πες μου, αν πιστεύεις Θεό! Έπεσα σε χρέη… Το ένα έφερε το άλλο… και πνίγομαι…
-Και τα χρήματά μου; Και το δικό μου; ανάκραξε η αρχόντισσα χλωμή από την ταραχή της και βλέποντας πως η καταστροφή ήταν μεγαλύτερη απ’ ό,τι την ελογάριαζε.
-Τα χτήματά σου, τα τάλαρά σου, τα καλά σου, όλο αυτά μελετάς! Από κείνους τους καιρούς. Λες κι ήτανε ατέλειωτα; Δεν ξέρεις που μ’ αυτά επλερώθηκε τότες το μεγάλο χρέος του πατέρα μου; Εμείνανε μοναχά τα παλιόσπιτά σου και τα ξυλοπάντουρά σου, μα τι δίνουνε κι αυτά τόσα χρόνια τώρα;
-Μου τα μάζευε ο πατέρας μου ένα ένα, τάλαρο τάλαρο, όλο ασημένια μέσα σε σακούλια από εκατό και μου τα φύλαγε σωρό στο αρμάρι του κι έτσι σου τα παράδωκε… Αχ, τα καημένα! (Και σταύρωσε τα χέρια της κουνώντας περίλυπα το κεφάλι.) Και χρωστούμε λοιπόν τόσα πολλά;
-Ούτε εγώ δεν ξέρω… Μα τα αυγατίζουνε οι τόκοι… Το χρέος, λέει ο Χαντρινός, είναι κάτι ζωντανό, που γεννάει μονάχο του… Πληθαίνει και καταποντίζει. Τώρα σας τα ’πα όλα… κι άφησέ με… Δεν ξέρω τι να κάμω!
-Αχ! του φώναξε μεγαλόφωνα η κυρία∙ συνείδηση δεν έχεις πού είσαι! Δεν εστοχάστηκες τα παιδιά μας, καλά τα αγόρια, μα τα αδύνατα μέρη, τα δυο κορίτσια, που θα τ’ αφήκεις ανύπαντρα στη ρούγα! Τόσον καιρό και να μην πεις λόγο… ούτε ένα λόγο… ούτε σε με, ούτε στα παιδιά, για να ξέρουμε κι εμείς πού βρισκόμαστε, παρά έπεσες στα νύχια εκείνου του αγιογδύτη που θα μας γδάρει! Μα θα τα ειπώ όλα στα παιδιά!
Την εκοίταξε οργισμένος:
-Θα μου κόψουνε το μιστό! της απάντησε κακότροπα. Και τους φοβούμαι, βλέπεις, εγώ τους γιους σου! Α ναι! Σου το ’πα, κυρά Μαρία, όσο ζω, ο νοικοκύρης θα ’μαι εγώ! Δε βάζω άλλονε πάνω από το κεφάλι μου! Άκου!
Η αρχόντισσα χλωμή κι απελπισμένη εβγήκε βιαστικά από το γραφείο και με γλήγορα πατήματα ανέβαινε τώρα τη σκάλα. Μα ο γέρος είχε θυμώσει περσότερο και ξεφρενιασμένος έτρεξε κατόπι της και της εφώναξε:
-Θα τα πω εγώ! Ναι εγώ! Δε σκιάζομαι κανένα σας, δε σκιάζομαι κανένα σας! Το νοικοκυριό μου δεν το αφήνω, κι ας είσαστε όλοι σας σύμφωνοι… ας είσαστε! Τ’ άκουσες; Τ’ άκουσες;
Εβρεθήκαν και οι δύο στο άλλο πάτωμα του σπιτιού, στη μεγάλη τραπεζαρία, πάνωθε από το γραφείο. Είχε κι εκείνη τέσσερα παράθυρα κι ήταν κι εκείνη επιπλωμένη με παλιωμένα κάρυνα έπιπλα: ένα μεγάλο, πολύ μακρύ και πλατύ τραπέζι στη μέση, πολλές καρέκλες γύρω σου, δύο βιτρίνες γεμάτες φαρφουρένια πιάτα, γυαλικά και φλιτζάνια∙ έναν πέτσινο καναπέ και δύο βαριές βαθιές πολυθρόνες πέτσινες κι εκείνες. Στους τοίχους εκρεμόνταν κάποιες φωτογραφίες, ένα δύο εργόχειρα των θυγατέρων του Οφιομάχου και δύο παλαιές ζωγραφιές: η μία επαράσταινε ωραία μαύρα κι άσπρα σταφύλια ριγμένα πάνω σ’ ένα στρωμένο τραπέζι μαζί μ’ άλλα όμορφα φρούτα και η άλλη ένα ζευγάρι σκοτωμένες ξυλόκοτες κρεμαστές από τα πόδια.
Εκεί ήρθαν τώρα και οι δύο γιοι του Οφιομάχου που τους είχαν ανησυχήσει οι φωνές των γονιών τους.
-Ησυχάστε! είπε μ’ ένα ευγενικό χαμόγελο ο Γιώργης, εκείνος που ’χε σπουδάξει τα νομικά στο Παρίσι, ένας νέος εικοσιοχτώ χρόνων, που έμοιαζε πολύ του πατέρα του, αλλά που ήταν πολύ ψηλότερός του, λυγερός και καλοντυμένος, με καστανά σγουρά μαλλιά, με ζωηρά γλυκά καστανά μάτια και με μικροστό, κομμένο μουστάκι. Ησυχάστε! Ποτέ δε σας είδαμε έτσι∙ με τα μαλώματά σας έχει θέατρο κάθε τόσο η γειτονιά. Κι εχαμογέλασε.
-Φαρισαίε! του φώναξε ο πατέρας με μίσος, θυμωμένος περσότερο, γιατί τον έβλεπε πρόσχαρο∙ εσύ βέβαια θα την έστειλες τη μάνα σου κάτω! Τα δικά μου τρώγω, μωρέ! τα δικά μου! Μας κάνεις τώρα τον quamquam, γιατί σου φαίνεται πως κάτι είσαι, απ’ όταν εγύρισες ντοτόρος από τα Παρίσια! Άμε, λέω εγώ, καλύτερα να κουβεντιάζεις με κείνηνε που σε κάνει πετσί και κόκαλο! Άμε! Εσύ με τα έξοδά σου εκεί πέρα αφάνισες το σπίτι μας!… Έφαγες δώδεκα χιλιάδες τάλαρα, μωρέ! Σου τα ’χω λογαριάσει ένα ένα… Κι είδα την προκοπή σου… και τώρα μου δίνεις το σπολλάτη! Αλλά θα τα πουλήσω όλα, όλα, όλα!
Κι είχε κοκκινίσει κι οι φλέβες στο πρόσωπό του είχαν φουσκώσει, γιατί εφώναζε όλο και δυνατότερα κάνοντας μεγάλες και παράξενες χειρονομίες. Ο Γιώργης εσούφρωσε το μέτωπό του λυπημένος, μα δεν του απολογήθηκε.
-Τι τρέχει; ερώτησε τώρα κι ο Σπύρος, ο άλλος γιος του Οφιομάχου.
Ήταν κι αυτός εικοσιπέντε χρονών νέος κι έμοιαζε περσότερο της μάνας αλλά ήταν πλιο χαμηλός απ’ τον άλλον, πλιο μαυριδερός και πλιο χοντρός. Καλοντυμένος και κείνος είχε γλυκά πιθέματα, χοντρά χείλη, όπως όλοι οι Οφιομάχοι, και μάτια σαν αποκοιμισμένα λιγάκι.
Ο γέρος του ’ριξε κι εκείνου μια λοξή ματιά∙ αλλά κουρασμένος καθώς ήταν δεν ημπόρεσε αμέσως να βρίσει∙ κι η γυναίκα του ωστόσο του ’χε πάρει το λόγο:
-Ακούς, να μας βρίζει κιόλας! εφώναξε. Στο σπίτι, παιδιά μου, δεν υπάρχει ούτε μία πεντάρα πια! Ω Θε μου! Κι όλο υπογράφει χαρτιά για να πλερώνει τα διάφορα! Τι να κάμουμε τώρα; Σκεφτείτε και σεις… Μας έβαλε στο δρόμο!
-Α, αυτό είναι, είπε μ’ ένα αδιάφορο χαμόγελο ο Γιώργης και αναστενάζοντας. Το ξέρω από καιρό… Το πράμα δεν έχει διόρθωση, για την ώρα τουλάχιστο…
Ο γέρος ησύχασε λίγο κι εκοίταξε με απορία τον υγιό του, σα να τον έλεγχε τώρα η συνείδηση, γιατί τον είχε αδικήσει.
-Τι να γίνει, είπε κι ο άλλος ρίχνοντας μία ματιά του εαυτού του σ’ έναν μεγάλον καθρέφτη. Ποιος πάει να φορτωθεί τόσα μπερδέματα. Καλύτερα ας τα ξεμπλέξει ο ίδιος… Εγώ ή κουτσά ή στραβά θα μπαλωθώ, λέω… Τώρα η κόρη του Αστέρη μου δείχνει συμπάθεια… Είναι δύο τρεις μέρες που άρχισε… και μου φαίνεται κιόλας τώρα όμορφη… μου φαίνεται πως μπορώ να την αγαπήσω… Κι ο πεθερός που θα κάμω θα μου δώκει και προίκα και δουλειά στο κατάστημα… λίγη υπομονή ακόμη και σε λίγο δε θα σας δίνω κανένα βάρος… Το εναντίο… Κι εγέλασε ρίχνοντας άλλη μία ματιά στον καθρέφτη.
-Και το δικό μου; είπε πάντα απελπισμένη η μητέρα. Το δικό μου; Θα χαθεί λοιπόν; Μου τ’ άφηκαν οι γονέοι μου, οι καημένοι, για να μην έχω κανέναν ανάγκη… ούτε άντρα, ούτε γιους, ούτε θυγατέρες, ούτε νυφάδες, ούτε γαμπρούς, κι όχι για να ανεμοσκορπιστεί και να μου τα φάνε χάρισμα ο τοκογλύφοι… θα το χάσω λοιπόν;
Αυτή την στιγμή εβγήκαν στην τραπεζαρία και οι δύο θυγατέρες του Οφιομάχου φοβισμένες από το θόρυβο και από τα σοβαρά λόγια που ’χαν ακούσει στην κάμαρά τους, η Ευλαλία και η Λουίζα. Η Ευλαλία ήταν η ψηλότερη, μία νέα με πολύ ξανθά μαλλιά, πολύ άσπρη, με στρογγυλά μεγάλα φρύδια, με ζαφειρένια μάτια και με ροδοκόκκινα χείλη χοντρά λιγάκι και ωραία και που έμοιαζε στο χρώμα και στη μορφή με τον πατέρα της. Η Λουίζα αντίς, δεν έμοιαζε κανενός από τους δικούς της∙ είχε όμορφα μικρά χέρια, πολύ μικρά πόδια και στα πιθέματα του προσώπου μία χάρη δική της, κάτι το εξαιρετικό που άρεσε όλου του κόσμου.
Τώρα ο Σπύρος αποκρινότουν στην μητέρα του:
-Ό,τι μείνει το παίρνεις εσύ, μητέρα! Κι εκοίταζε πάντα τον εαυτό του στον μεγάλον καθρέφτη.
-Και τούτες; ω, Θε μου!… και τούτες; είπε η γριά κυρία δείχνοντας τες δύο νέες…
-Με το νόμο, είπε ο Γιώργης παίρνοντας το σοβαρό ύφος κάποιου καθηγητή του από τα Παρίσια, μπορεί η μητέρα να πλερωθεί και ν’ ασφαλίσει την προίκα της… αλλά η τιμή του σπιτιού θέλει να πάρεις ό,τι μείνει!… Αφού πλερωθούνε τα χρέη!
Ο γέρος τώρα είχε ησυχάσει τελείως. Εγνώρισε πως οι υποψίες του ήταν άδικες και πλάνες∙ με βλέμμα υγρό κοίταξε τον πρωτότοκό του σα να τον ευχαριστούσε και του ’πε με φωνή χαμηλή και γεμάτη καλοσύνη:
-Δεν είσαστε λοιπόν όπως σας έλεγα, παιδιά μου! Ως τα τώρα σας έκρυβα την αλήθεια, γιατί είχα το φόβο μη δεν εσυμφωνούσατε, μη δε μ’ αφήνατε να πλερώσω! Πρώτα τα χρέη, είπε ο Γιώργης. Μα αυτό θέλω και γω κι όχι άλλο… για να μη γραφτώ στα γεράματά μου με κόκκινα γράμματα στο Πρωτοδικείο… Ο Θεός έχει, παιδιά μου, για όλα τ’ άλλα! Το βλέπετε και σεις… ένας Οφιομάχος δε θέλει να φάει το ξένο χρήμα… Όχι! Πουλήστε τα όλα, αλλά πλερώστε… Πουλήστε και τ’ άλογο! Όλα, όλα!
-Θα πλερώσουμε εμείς οι δυστυχισμένες! είπε άξαφνα η Λουίζα μ’ έναν πικρόν αναστεναγμό. Θα γεράσουμε έτσι ανύπαντρες στο σπίτι μας, γιατί σήμερον χωρίς προίκα ποιος μας παίρνει;
Η Ευλαλία δεν εμίλησε, μα ήταν συγκινημένη. Επαινούσε από μέσα της την απόφαση που ’χαν πάρει τ’ αδέρφια της.
-Αχ, κακοκέφαλε! ξανάπε τέλος η κυρία Οφιομάχου κι εβάλθηκε να κλαίει, υποταγμένη πια τώρα στην καινούρια συφορά.
Λίγες στιγμές κανείς δεν εμίλησε. Ο γέρος έσιαξε πάλι το παλιό πανωφόρι του σα να εκρύωνε και ξαπλώθηκε ολομεμιάς στον καναπέ κουρασμένος και συλλογισμένος. Οι δυο νέοι εκάθισαν σιωπηλοί μπρος στο μεγάλο τραπέζι∙ η μητέρα ωχρή και σα φοβισμένη επήγαινε από δω κι από κει ανήσυχα, βρίσκοντας πάντα κάτι να συγυρίσει∙ οι δυο νέες έμειναν ορθές η μία σιμά στην άλλη κοιτάζοντας τον πατέρα τους.
Κι ο γέρος τέλος ξανάπε χαμηλόφωνα:
-Καλύτερα, λοιπόν, που τα πράγματα ήρθαν έτσι! Θα με βοηθήσετε όλοι, θα μου δώκετε τη γνώμη σας… ο Γιώργης μάλιστα σα νομικός που είναι!
-Θέλω το δικό μου! ξαναφώναξε η κυρία, καταλαβαίνοντας όμως πως όλα τα λόγια της ήταν χαμένα και σα να μοιρολογούσε.
Χωρίς να της δώκει απάντηση ο γέρος ξακολούθησε πάλι:
-Αν αρχίσω όμως να πλερώνω σήμερα, όπως είναι τα πράματα, ως και με ό,τι έχει η μάνα σας, δε θα μας μείνει βέβαια ούτε ένα ελιόφυλλο, γιατί εύκολα οι αγοραστές δε βρίσκονται κι ο δανειστής δε θέλει παρά χρήμα! Ας αφήσουμε κατά μέρος τη ντροπή… που δεν είναι κι αυτή μικρό πράμα και που μ’ έκαμε ως τα τώρα ν’ αναβάλω τη χρεοκοπία! Επρόσμενα, παιδιά μου, νά ’ρθουν οι σοδειές. Μ’ εγέλασαν… Κι οι στενοχώριες όσο πάει και αξαίνουν! Μα να που βρίσκεται ένας τρόπος, για να τα φτιάκω όλα!
Η γριά αρχόντισσα εστάθηκε ολομεμιάς ακίνητη, εσταύρωσε τα χέρια της, εδάγκασε τα χείλη της κα προσεχτική τον εκοίταξε.
-Στο χέρι σου κρέμεται, ξανάπε ο γέρος, εσέ Ευλαλία, όλο το σπίτι, αν θέλεις εσύ γλιτώνει. Ναι, γλιτώνει, αν θέλεις εσύ Ευλαλία.
-Εγώ; είπε η κόρη φοβισμένη…
Ο γέρος δεν ήξερε πώς να αρχίσει. Εκατέβασε το βλέμμα, έσιαξε το πανωφόρι του σα να κρύωνε, εκοκκίνισε, έβηξε, εκουνήθηκε και τέλος είπε συλλογισμένος:
-Ο Αριστείδης Στεριώτης, ο γιατρός… τόνε ξέρετε όλοι!
Κι εσώπασε πάλι για κάμποση ώρα.
-Ναι, ξακολούθησε έπειτα περίτρομος, αυτός έχει τα περσότερα χαρτιά μου στο συρτάρι του… Δεν ξέρω πώς τα απόχτησε… Αλλά δε θέλω να πω αυτό. Είναι πλούσιος… θα δώκει καιρό για να πλερώσω… φτάνει μόνο… Α, Ευλαλία, μου μήνυσε σήμερα… Ήρθε εδώ ο Χαντρινός, με κουβέντιασε πολλές ώρες… Άκουσέ με, Ευλαλία… σε θέλει γυναίκα του! Μπαίνει εδώ μέσα γαμπρός και μας φτιάνει τες δουλειές μας, όπως εκείνος ξέρει. Φυσικά δεν έδωκα λόγον κανένα… Α, Ευλαλία…
-Ποτέ! ανάκραξε η Ευλαλία, σταυρώνοντας τα χέρια της. Και το πρόσωπό της εγίνηκε κατακόκκινο.
-Όπως θέλεις, Ευλαλία, αποκρίθηκε γλυκά ο πατέρας, σιάνοντας πάλι το παλιό πανωφόρι του… Το δίκιο είναι δικό σου, Ευλαλία. Εγώ να σε βιάσω, ω παιδί μου… Ποτέ… Αλλά… η ανάγκη, η περίσταση… Γι’ αυτό μιλώ… Τον ήθελα, λες, γαμπρό μου, Ευλαλία, το γιο του Δήμου; Εγώ! Αλλά πάλι είναι πολύ καλός νέος… Όχι; Τι να γίνει… Στα σημερινά τα χάλια, δε σας φαίνεται… θα ’πρεπε να δεχτούμε!
Η Ευλαλία εδάκρυσε τώρα από τη στενοχώρια κι έτρεμε:
-Όχι! είπε με σταθερή φωνή. Όχι.
-Η ανάγκη, είπε ο Σπύρος μ’ ένα χαμόγελο αδιαφορίας, κυβερνάει τον κόσμο… Θα ’θελα, λες, Ευλαλία, να προτιμήσω εγώ τη θυγατέρα του Αστέρη… Μου αρέσουν καλύτερα άλλες… Κι όμως… γιατί πρέπει κανείς να ζήσει!
Τώρα κι η μητέρα άξαφνα χαμογέλασε μέσα στα δάκρυά της. Όλος εκείνος ο κόσμος, που ήταν τριγύρω της, την εγέμιζε ελπίδες… Σε μία στιγμή το βαρύ σκοτάδι της συμφοράς τους είχε λιώσει στην καρδιά της, εδιορθωνόνταν τα πάντα, οι φροντίδες της εχάνονταν… Της πέρασε από το νου η ιδέα πως η κόρη της η Ευλαλία θα σφάλιζε έτσι για πάντα τη ζωή της και σα να ονειρευότουν, την είδε ομπρός της πλουσιοντυμένην, ελεύτερη, ωραία, προσκυνημένην απ’ όλη τη χώρα!… Ο πλούσιος άνθρωπος, που επροσφερνότουν, ήταν τέλος πάντων ένας επιστήμονας κι είχε τη δύναμη να βοηθήσει αληθινά το ξεπεσμένο σπίτι, είχε τη δύναμη αυτός να μην αφήκει να χαθεί ολότελα το δικό της, που και για κείνο ελαχταρούσε κι ήταν παρέτοιμη για όλα τούτα να του συγχωρήσει και τα ελαττώματά του, αν είχε και να λησμονήσει τη χυδαία καταγωγή του!
Μα ο Γιώργης εκούνησε πικρά το κεφάλι κι είπε:
-Δεν είναι άδικο να θυσιαστεί για μας;
-Θα τον έπαιρνα εγώ! είπε με ζωηρή ελπίδα η Λουίζα.
Εκείνη αδιαφορούσε για τον άνθρωπο και για την καταγωγή του κι ήξερε μόνο πως ήταν φτωχή, πως με τα πλούτη του θα μπορούσε να ζήσει μέσα στον κόσμο που εχαιρότουν τη ζωή, χωρίς αγώνες, χωρίς αδιάκοπες φροντίδες, χωρίς στενόχωρες ανάγκες∙ ήξερε πως το χρήμα χαρίζει δύναμη σ’ εκείνους που το ’χουν, γι’ αυτό θα τον έπαιρνε εκείνη χωρίς να διστάζει ούτε στιγμή, χωρίς να πολυσυλλογιστεί την πράξη…
-Καημένη Λουίζα, της είπε η μάνα μ’ ένα καινούριο τρυφερό δάκρυ∙ την Ευλαλία θέλει! Τώρα καταλαβαίνω, γιατί τόσον καιρό μας εκοίταζε… Δεν είχε σκοπό να γελάσει. Ω, Ευλαλία, άκουσέ με, εμέ τη μητέρα σου… μην καταφρονήσεις την τύχη σου! Σήμερα μάλιστα… Θα ’μαι ξέγνοιαστη για σένα, όταν θα κλείσω τα μάτια. Θα ξαλαφρώσεις ως κι εμάς!
-Ποτέ! αποκρίθηκε με απόφαση τώρα η Ευλαλία μπλέκοντας τα δάχτυλά της και κοιτάζοντας χάμου. Κι αισθάνθηκε πως η καρδιά της εφούσκωνε. Αισθάνθηκε πως ήταν άνθρωπος με δικαιώματα στη ζωή, πως άλλος κανένας δεν ημπορούσε και δεν έπρεπε να εξουσιάσει και να εμπορευτεί το κορμί της, να την υποτάξει στη θέλησή του, να ζητήσει από αυτήν τη θυσία της αγάπης της! Με ποιο δικαίωμα αυτή, για πράγματα αξιοπεριφρόνητα και με δυο νέους στο σπίτι που μπορούσαν, όσο ήθελαν, να δουλέψουν, με ποιο δικαίωμα θα επίκραινε τον άντρα που την αγαπούσε; Ω, ας μην είχε γνωρίσει την αγάπη!
Μα, ω πόσο θα ’ταν ευτυχισμένη, αν εκείνος τώρα την εζητούσε, εκείνος που όταν μιλούσε, που όταν θυμότουν τη φωνή του, έτρεμε! Πόση θα ’ταν η ευτυχία της, αν ό,τι έβλεπε στ’ όνειρό της εγινότουν αλήθεια!
-Ποτέ! ξαναφώναξε. Δεν παίρνω εκείνον τον άνθρωπο… Δεν μπορώ.
Τα ωραία της μάτια άστραψαν ασυνήθιστα κι ήταν υγρά∙ τα μάγουλά της ζεστά και κόκκινα, η καρδιά της ήθελε να σπάσει τα στήθη της. Οι δύο νέοι εκοίταξαν ανήσυχοι ο ένας τον άλλον, η Λουίζα εγέλασε σαρκαστικά ρίχνοντας ένα βλέμμα στον ένα κατόπι στον άλλον παραξενεμένη από τα λόγια και από την ταραχή της αδερφής της, η μητέρα είχε κατεβασμένο το βλέφαρο κι έμενε σιωπηλή και στενοχωρημένη∙ και τέλος ο πατέρας της είπε ντροπαλά, σιάνοντας πάλι το παλιό πανωφόρι του, σα να κρύωνε:
-Έχεις στο νου σου τον Άλκη;
-Ναι, αποκρίθηκε χωρίς δισταγμό, ενώ τα δάκρυα της έβρεχαν το πρόσωπο.
-Η καημένη, εμουρμούρισε η μάνα ρίχνοντάς της ένα βλέμμα συμπόνιας…
Κι εθυμήθηκε τα νέα της χρόνια. Ο κόσμος άλλαζε γοργά, γοργά… Κι όμως η ανθρώπινη καρδιά έμνησκε πάντα η ίδια! Έβλεπε τώρα πάλι μπροστά της ανανεωμένην την ιστορία της… Ως και η κυρία Οφιομάχου είχε αγαπήσει, όταν ήταν κόρη, αλλά άτολμα, κρυφά κι αμίλητα, φυλάγοντας μέσα στη ζέστη της παρθενικής καρδιάς της το αγνό εκείνο λουλούδι της νιότης της, που του μελλότουν να μαραθεί! Κι ο νέος που αγαπούσε ήταν τίμιος και καλός και ωραίος, αλλά δεν ήταν πλούσιος… Κι είχε πιστέψει πως μ’ εκείνον μονάχα θα ’βρισκε την ευτυχία… και μία στιγμή ενόμισε πως θα τον έπαιρνε… και της εφαινότουν τόσο φυσικό το να τον αγαπάει! Όταν ολομεμιάς οι γονέοι της την είχαν δώκει του Οφιομάχου, χωρίς ούτε να τη ρωτήσουν, όπως ήταν η συνήθεια της εποχής… Τον είχαν προτιμήσει, γιατί ήταν πλούσιος και αριστοκράτης… Κι αυτή δεν είχε βρει ούτε τη δύναμη, ούτε τη θέληση ν’ αντισταθεί στην απόφασή τους και έτσι έμεινε για πάντα κρυφή η ταπεινή της αγάπη, θαμμένη μέσα στα φυλλοκάρδια της. Και ο νέος της αγάπης της ήταν ο πατέρας του Άλκη, ο Αγησίλαος Σωζόμενος, που ησυχοκοιμότουν τώρα μέσα στον τάφο του πρώιμα πεθαμένος, νικημένος και κείνος από τον αγώνα της ζωής. Κι ούτε εκείνος δεν είχε μάθει ποτέ από τα στόμα της την αγάπη της, ούτε τότες που ήταν ελεύθερη κόρη, ούτε έπειτα που ’χε πάρει τον Οφιομάχο, γιατί η ευγενική αρχόντισσα είχε ζήσει τιμημένα όλην την ασήμαντη ζωή της, κλεισμένη στο σπίτι της, έχοντας επιμέλεια για τον άντρα της μόνο και τα παιδιά της∙ και σιγά σιγά είχε συμμορφωθεί με την τύχη της. Είχε προστάξει της καρδιάς της να σωπάσει∙ είχε κλείσει τα μάτια∙ έκαμε δύναμη στον εαυτό της∙ και χωρίς παράπονο είχε υποφέρει όλες τες πικρές ώρες της ζωής κι έπειτα θανάτους και λύπες, όπως ήταν και τώρα παρέτοιμη να δεχτεί τη στενοχώρια της φτώχειας!
-Πώς θα ’μουν άπιστη; ξαναφώναξε η Ευλαλία έπειτα από μία μακρινή σιωπή.
-Δε μας ρώτησες, Ευλαλία, και για τούτο δεν είσαι δεμένη! είπε με σοβαρό ύφος ο Οφιομάχος στενοχωρημένος από τα δάκρυα που εχυνότουν τριγύρω του και που τα ’κανε εκείνος να στάζουν… Και γω, Ευλαλία, σου ζητώ σήμερα να θυσιαστείς για μας… και να μη μας ρίξεις στο δρόμο… Γιατί κλαις; Αυτό δεν είναι το κακό σου… Ω, φτάνει! Ω, φτάνει!
-Δε μας ελογάριασες! είπε χαμογελώντας αδιάφορα ο Σπύρος και βάζοντας στο νου του πως εύκολα αλλαξογνωμούν οι γυναίκες… Να ’χα πάρει τουλάχιστο εγώ τη θυγατέρα του Αστέρη, να ’χε πεθάνει τέλος κι ο κακόμοιρος ο Βαλσάμης κι έτσι να ’ταν κι ο Γιώργης ξέγνοιαστος… θα μπορούσαμε εμείς φυσικά να βοηθούσαμε… Μα έτσι; Αν ο γιατρός θυμώσει; Κι αν μας βγάλει στο δρόμο… Τότες… τότες… Έχετε γεια, ονείρατα χρυσά! Ο Αστέρης δε θα μου δώκει βέβαια τη θυγατέρα του, η Λουίζα δε θα παντρευτεί ποτέ, ο Γιώργης… ποιος ξέρει!… και μονάχα εσύ μπορείς να γλιτώσεις… κι ούτε συ ίσως, γιατί ο Σωζόμενος μπορεί και να μη σε θελήσει… γιατί έχει κακήν υγεία!
-Η καημένη! εμουρμούρισε πάλι αναστενάζοντας η μητέρα. Αργά ή γλήγορα η Ευλαλία θα πλερώσει τες κακοκεφαλιές σας. Μα ωστόσο θα περάσει, είμαι βέβαιη, καλά με το Στεριώτη. Ας έχει από τα τώρα την ευκή μου!
Κι ο Γιώργης, που ο αδερφός του είχε μελετήσει την παράνομη αγάπη του, εκατέβασε ντροπιασμένος το κεφάλι, συγκρίνοντας το πάθος του με την παρθενική τρυφερότητα της αδερφής του, που τώρα οι άλλοι ήταν παρέτοιμοι να τη θυσιάσουν στες κοινωνικές κι άδικες αδυναμίες τους. Κι είπε του αδερφού του:
-Γιατί ανακατεύεις εδώ τες δουλειές μας; Ας ιδούμε τι πρέπει να γίνει… Υπάρχει, λέω, κάποια διαφορά.
Κι εγέλασε σαρκαστικά.
Και με το νου του ξανάειδε ο Γιώργης το φίλο του λυπημένον, αποκαρδιωμένον, γιατί του ’παιζαν όλοι μαζί το παιγνίδι. Εμάραιναν, όλοι μαζί εκείνην την αθώα αγάπη πριν ριζοβολήσει, πριν απλώσει κλώνους και κλάδους θυσιάζοντάς την σε τόσες ταπεινές αδυναμίες. Το χρήμα ήταν τό που δηλητηρίαζε, που εσκότωνε εκείνην την ευτυχία! Κι ερωτούσε τώρα τον εαυτό του μη δεν ήταν καλύτερο ν’ αποδεχτούν τον πόλεμο του Στεριώτη, να περιορίσουν όλοι τα έξοδά τους και ν’ αρχίσουν μίαν καινούρια ζωή δημιουργίας… Ο γέρος βέβαια θα πέθαινε καλύτερα παρά να συγκλίνει στην ιδέα της χρεοκοπίας και μάλιστα τώρα, που ο πλούσιος γιατρός του πρόσφερνε ένα εύκολο τρόπο για να την ξεφύγει∙ κι η μητέρα ήταν από τα τώρα σύμφωνη μαζί του, έβρισκε ως κι εκείνη ορθή τη διόρθωση, που θεόσταλτη τους επαρουσιαζότουν… Ο γέρος δεν έκρινε βέβαια άξιον για τη θυγατέρα του έναν άνθρωπο που τον εθεωρούσε πρόστυχο και πολύ κατώτερό του, της τον έδινε μόνο, για να ελευτερωθεί από τ’ ανυπόφερτα βάρη, από φαρμακερές καθημερινές φροντίδες και για να μη διαλαληθεί περσότερο ο ξεπεσμός τους… Ο γιατρός με τα πλούτη του έπαιζε αυτήν τη στιγμή όπως ήθελε όλην την οικογένεια του Οφιομάχου κι αποχτούσε δικαιώματα, για να ονομαστεί σωτήρας της… Πικρά εσυλλογιζότουν κιόλας ο Γιώργης πως ο γέρος είχε φτάσει σ’ αυτήν την καταστροφή, σ’ αυτήν την ταπείνωση, χωρίς βέβαια να σπαταλήσει ούτε τα μισά απ’ όσα χρωστούσε, γιατί φυσικά τα διάφορα θα ’ταν περισσότερα… Και στ’ άνομα εκείνα κέρδη έπρεπε να θυσιαστούν ο Άλκης, η Ευλαλία, το αίσθημά τους, η ζωή τους! Μα ήταν αληθινά θυσία; Ή δεν ήταν κιόλας το λογικότερο και το καλύτερο και για τον Άλκη και για την Ευλαλία να τελεσφορήσει το συνοικέσιο εκείνο με το γιατρό και να λησμονήσουν κι οι δυο τους έναν έρωτα που δε θα μπορούσε ίσως να τους ευτυχίσει; Δεν έπρεπε τέλος πάντων κι εκείνοι να υποταχτούν σε κάποιες συνθήκες που κυριαρχούσαν στον κόσμο; Και δεν εχρειαζότουν και στον Άλκη μία ανεξάρτητη κοινωνική ζωή, μία ζωή που η Ευλαλία δε θα μπορούσε να του δημιουργήσει, αν ήθελε να προκόψουν οι ιδέες του και να βασταχτεί γερή η αδύνατη υγεία του;
Ζαλισμένος απ’ όλους αυτούς τους αντίθετους στοχασμούς του, ο Γιώργης εκοίταξε με αγάπη την Ευλαλία, που ’χε ανασηκώσει τώρα πάλι το λυπημένο της πρόσωπο κι εθαύμασε χωρίς να το θέλει την ομορφιά της αδερφής του.
-Είσαι ελεύτερη, της είπε.
-Τον αγαπά! απάντησε εκείνη περήφανα.
-Ας μη χαθούμε, ξανάπε παρακαλώντας ο Οφιομάχος. Και κουρασμένος εσηκώθηκε από τον καναπέ:
-Ένα ναι δικό σου διορθώνει τα πάντα, Ευλαλία! Έχω άσπρα τα μαλλιά, Ευλαλία… Δε θα μ’ αφήκεις να ντροπιαστώ. Ας πάω στον Άδη όπως έζησα!
Κι η μητέρα είχε συνέρθει τώρα από τη συγκίνησή της κι είχε συλλογιστεί πως κι αυτή σιγά σιγά είχε συνηθίσει με τον άντρα της… Έπειτα είχε αγαπήσει αληθινά τον πατέρα των παιδιών της και χωρίς τες πίκρες που της είχαν λάχει, η ζωή της είχε σταθεί όλη ήσυχη, τιμημένη κι όμορφη μέσα στο σπίτι των Οφιομάχων. Κι είπε:
-Δε βλέπω, Ευλαλία, τι κακό θα πάθεις, αν ακούσεις τον πατέρα σου… Μπορείς να αγαπάς τον Άλκη!… Η αγάπη του θα ’ναι για όλη τη ζωή σου μία γλυκιά θύμηση!
Τέτοια ήταν και η δική της η αγάπη. Ένα λουλούδι ξερό, φυλαμένο σε κάποιο βιβλίο του καιρού της… Λουλούδι που ’χε βαστάξει τόσους χρόνους την ταπεινή μοσκοβολιά…
-Ούτε ο Άλκης, ξανάπε, δε θα θελήσει τόση καταστροφή!
-Θα ιδούμε! είπε τέλος ο Γιώργης… θα ιδούμε…
Κι εκουβέντιασαν ακόμη για πολλήν ώρα κι ωστόσο είχε έρθει το βράδυ…
Κι ήταν αργά πλια, όταν ο Πέτρος Αθάνατος εφάνηκε στην πόρτα της τραπεζαρίας. Ήταν ένας νέος άσκημος, μαυριδερός, με μεγάλο κεφάλι, αλλά με ωραία, ζωηρά και μαύρα μάτια. Εφαινότουν άγριος πάντα∙ τα ρούχα ήταν παλιά κι αμελημένα κι επήγαινε σκυφτός και σκεβρωμένος κρατώντας στα δυο του χέρια το παλιό μαλακό του καπέλο, που δεν ήξερε τι να το κάμει.
Εσταμάτησε στην πόρτα, εχαιρέτησε αδέξια κι εκοίταξε περίεργος μέσα στην κάμαρα.
Ο γέρος Οφιομάχος εμιλούσε αδιάφορα με τους δύο γιους του καθισμένους στο βαθύ καναπέ, κι ο Πέτρος τους εκοίταξε με απαρατήρητη ειρωνεία. Τώρα είχαν σωπάσει κι οι τρεις τους κι ο γέρος έσιαζε από συνήθεια το παλιό πανωφόρι του σα να κρύωνε κι αντιχαιρέτησε έπειτα με χαρά τον Πέτρο, προσκαλώντας τον να καθίσει σιμά του.
Μα ο Πέτρος δεν εσάλεψε κι είπε μ’ ένα σαρκαστικό χαμόγελο του Γιώργη χωρίς ούτε να τον κοιτάξει:
-Γιώργη, η κυρία Αιμίλια Βαλσάμη με στέλνει να σου ειπώ πως απόψε σε θέλουν στο σπίτι… θα ’χουν, λέει, κάποιους ξένους.
Κι εγέλασε ένα άσκημο γέλιο.
-Καλά! του αποκρίθηκε ο Γιώργης σα ντροπιασμένος…
-Και ο Βαλσάμης τι κάνει; ερώτησε άξαφνα με περιέργεια ο Οφιομάχος σα να έβγαινε από ένα όνειρο…
-Ως και οι άρχοντες, είπε με το ίδιο γέλιο του ο Πέτρος, είναι σαν τους άλλους ανθρώπους… πεθαίνουν και κείνοι καθώς και οι φτωχοί! Διαφορές δεν ξέρει ο χάρος… τους παίρνει όλους το ίδιο… Ο Βαλσάμης; ε, ο Βαλσάμης πεθαίνει! Αυτό είναι βέβαιο… Μόνο που δε βιάζεται!… Και τι μ’ αυτό; Σαν ένα μυρμήγκι της γης! Καληώρα του… Δε θα βγάλει το καλοκαίρι… Φτυει το αίμα κάθε μέρα… ε, Γιώργη; Τι λες;
Κι εξαναγέλασε με κακοσύνη.
Ο Γιώργης δεν αποκρίθηκε, ταραγμένος από τον τρόπο του. Κι ο Πέτρος Αθάνατος ξακολούθησε τότες με τον ίδιο σαρκασμό, σα να μιλούσε μονάχα με τον εαυτό του:
-Το χρήμα, το χρήμα! Αυτό είναι η πηγή κάθε κακού! Χωρίς αυτό δε θα ’μουνα εγώ σήμερα στο σπίτι της Αιμίλιας ό,τι είμαι μονάχα: λίγος δούλος, λίγο φίλος, λίγο μεσίτης της.
Κι εξαναγέλασε θυμωμένος… Κι όλο γελώντας ακόμη εχαιρέτησε αδέξια ο παράξενος άνθρωπος και βιαστικά εβγήκε από την κάμαρα.
Τον άκουσαν να κατεβαίνει τη σκάλα βαριά. Εκοιταχτήκαν στα μάτια κι οι τρεις τους κι εγέλασαν∙ μα ο Γιώργης εφαντάστηκε πως ανάμεσα στα βαριά του πατήματα είχε ακούσει κι έναν αναστεναγμό.
5
Εκείνον το χρόνο, ο πλούσιος βιομήχανος Διονύσιος Αστέρης έδινε ένα μεγάλο χορό στο ωραίο του παλάτι, που το ’χε χτίσει ο ίδιος λίγα χρόνια πρωτύτερα, στο Γιαλό, ένα προάστιο της μικρής πολιτείας. Είχε καλέσει κόσμο πολύ.
Από τες δέκα το βράδυ οι άμαξες εσταματούσαν μπρος στη μεγάλη ορθάνοιχτη οξώπορτα, όπου ένας λακές, γνωστός σ’ όλον τον κόσμο, ψηλός, με μακριά καστανή γενειάδα, εκρύωνε μέσα στην ωραία στολή του, εδεχότουν τους καλεσμένους και τους έμπαζε στο φιλόξενο σπίτι. Μία όμορφη θερμή πνοή έβγαινε από τη μεγαλόπρεπη φωτολουσμένη μπασιά του. Το φως εχυνότουν άφθονο από δύο πολυκέρια που τα βαστούσαν στα χέρια τους δύο ξύλινα μισόγυμνα μαυρόπαιδα, γελαστά, με ζωηρά μάτια, με χρυσά σκουλαρίκια, μ’ ένα πανί χρυσό και κόκκινο γύρω στο κεφάλι και μ’ ένα άλλο γαλάζιο κι ασημένιο γύρω στη ζώση, στημένα από τη μια μεριά κι από την άλλη στο πρώτο μαρμαρένιο σκαλοπάτι.
Οι σταχτιοί τοίχοι και το πλακοστρωμένο έδαφος εφεγγοβολούσαν σαν καθρέφτες∙ τα κόκκινα στενά χαλιά εβούβαιναν τον κρότο από τα πατήματα, μεγάλες φοινικιές έβγαιναν από μεγάλες γλάστρες κι άπλωναν την όμορφη φυλλωσιά τους.
Ήταν τώρα έντεκα η ώρα κι ως το δρόμο ακουόταν η μουσική και ο ποδοβολητός του χορού. Στη μεγάλη τη σάλα, όπου έμπαινε κανείς, αφού περνούσε από δύο ομοίως πλούσια, ψηλονταβανωμένα και φωτολουσμένα σαλονάκια, κόκκινα το ένα, γαλάζιο το άλλο και γεμάτα κόσμο, που εδιασκέδαζε κουβεντιάζοντας ή που έπαιζε χαρτιά, ζευγάρια εχόρευαν μέσα σ’ ένα αχνόθωρο σύγνεφο από ψιλότατη χρυσή σκόνη. Η σάλα ήταν ένα δωμάτιο ευρύχωρο πολύ, με τέσσερα παράθυρα στολισμένα με κόκκινους κατιφένιους[3] μπερντέδες, βαριούς και ριγμένους κάτω, και με τέσσερις δίφυλλες πόρτες άσπρες και χρυσοστόλιστες. Κι οι τοίχοι είχαν ένα βαθύ κίτρινο σκοτωμένο χρώμα, στολισμένοι και κείνοι με γυψένια κοσμήματα χρυσά και άσπρα και με ζωγραφιές μικρές και μεγάλες, μέσα σε πλατιές όμορφες, χρυσές κορνίζες, ολοκαίνουριες. Και μέσα σ’ όλες αυτές τες ζωγραφιές, στον τοίχο ξάγναντα στα τέσσερα παράθυρα εκυριαρχούσε μες στη μέση, ένας Χριστός, αντίγραφο του Χριστού του Ντύρερ, που ο κύριος Διονύσιος Αστέρης τον είχε αγοράσει στο Μόναχο, κατά το τελευταίο ταξίδι του και που εφαινότουν περιφρονητικά να κοιτάζει από την ψηλή του θέση, τη μεγάλη και πλούσια σάλα και τον κόσμο που εχόρευε. Και τριγύρω στο κόνισμα εγλυκοχαμογελούσαν τέσσερις ακουαρέλες ζωηρές και διάφανες, έργα ενός περίφημου ντόπιου τεχνίτη, πιστού οπαδού, όπως έλεγε ο ίδιος, της κανονικής ζωγραφικής και που πουλούσε σ’ αυλές κι επίσημους ξένους τες φωτογραφικές ζωγραφιές του.
Εκρεμόνταν κι άλλες εικόνες στους άλλους τοίχους, καθώς και μία πανοπλία από παλιά ανατολίτικα άρματα, που την έλεγαν πολύτιμη και που ήταν η καθαυτό αδυναμία του κυρίου Διονύσιου Αστέρη. Ένα μεγάλο μαρμάρινο τζάκι, που έκαιε ξύλα, και πάνωθέ του ένας θεόρατος καθρέφτης, δύο μεγάλα πολυκέρια αναμμένα, που εζωντάνευαν μ’ όλα τα χρώματα, και ολόγυρα στην κάμαρα τα χρυσωμένα βαριά της έπιπλα καναπέδες, πολυθρόνες, καρέκλες, τραπέζια, ντυμένα με μεταξωτά κόκκινα υφάσματα, όλα με γυρτά πόδια και με πλούσια σκαλίσματα, εχάριζαν σ’ εκείνην τη σάλα μία σπάνια μεγαλοπρέπεια.
Και τώρα εκαθόνταν σ’ εκείνους τους καναπέδες, σ’ εκείνες τες πολυθρόνες, σ’ εκείνες τες καρέκλες, κύριοι με τα μαύρα τους φράκα και με τα λευκά τους ποκάμισα, κυρίες με τα μεταξωτά πολυχρώματα ή μαύρα ξελαιμισμένα φορέματα, ενώ στη μέση της κάμαρας, ακολουθώντας το ρυθμό του βιολιού και του πιάνου, που έπαιζαν από μίαν άκρη, εβάλσιζαν πάνω στο κερωμένο πάτωμα μία δωδεκάδα ζευγάρια αγκαλιασμένα σφιχτά κι εσηκωνότουν αδιάκοπα μία ψιλότατη σκόνη που ελαμπύριζε γύρω στες ηλεχτρικές λάμπες, στα κρυσταλλένια πολυκέρια που εμαρμάριζαν κι εκείνα με τα χρώματα της Δόξας.
Από μίαν ανοιχτή πόρτα εφαινότουν φωτόλουστη η στρωμένη τραπεζαρία.
Ο κύριος Διονύσιος Αστέρης, ένας μεσόκοπος άντρας, με καστανά ακόμη μαλλιά που άρχιζαν μόνο ν’ ασπρίζουν, καλοθρεμμένος, όμορφος και καλότροπος, είχε δεχτεί μ’ αριστοκρατική χάρη όλους τους καλεσμένους του, κι ήταν πολλοί, προφέροντας για καθέναν έναν προστατευτικό λόγο ή ρίχνοντας ένα φιλικό βλέμμα ή ένα κολακευτικό χαμόγελο και το πρόσωπό του από την αρχή του χορού εφεγγοβολούσε, ευτυχισμένο από τη ζωηρότητα της γιορτής του.
Εχόρευε κι αυτός τώρα για πρώτη φορά με μίαν ξένη προξένισσα, που ετιμούσε το σπίτι του, μία γριά, ασπρομάλλα μικρή γυναίκα, που ’χε την αδυναμία να κοπελεύεται ακόμη και που ακουμπούσε όσο μπορούσε στον ώμο του. Κι ερχόταν κατόπι του ο Αρχάγγελος Δαφνοπάτης, ένας μεσόκοπος άντρας κι εκείνος, άνοστος, ίσιος, κι αλύγιστος, περίφημος στον τόπο για τες πολιτικές του αποτυχίες και που έσφιγγε δυνατά τη μέση της θυγατέρας τού πολιτικού αντιπάλου και νικητή του, μιανής νέας, λευκοντυμένης, όμορφης και ντροπαλής κόρης, που πρώτη φορά εκείνον το χρόνο, είχε ξεβγεί φοβισμένη στον κόσμο∙ και τους ακολουθούσε ο πατέρας της, ένας κύριος περασμένος στα χρόνια που εγινότουν κάθε τόσο υπουργός, ψηλός, μ’ αρχοντικό παράστημα, καλοχτενισμένος και γελαστός και που εβάλσιζε σα νέος με την κυρία Ευτέρπη Αστέρη, τη γυναίκα του σπιτονοικοκύρη, μία λαμπρή κυρία, ακόμη νέα, παχιά και όμορφη, και που εφορούσε ένα πολύ μακρύ ατλαζένιο φόρεμα, ουρανί στο χρώμα και ξελαιμισμένο πολύ στα στήθια και στες πλάτες, με πλήθος διαμάντια στ’ άφθονα καστανά μαλλιά της, με πλήθος μαργαριτάρια στον άσπρο τράχηλό της και χρυσά βραχιόλια με ζαφείρια και τοπάζια πάνω στα μακριά λευκά χερόχτια[4] της. Κι έπειτα ερχόνταν οι τρεις Καλλέργηδες, ξεπεσμένοι αριστοκράτες και περήφανοι, που οι δυο τους εζούσαν από τες γυναίκες τους κι ο τρίτος από μια μικρή θέση που ’χε στο κατάστημα του Αστέρη και τούτος, νέος ακόμα με πολύ σουβλερό μουστάκι και μ’ άσχημα δόντια εβάλσιζε ζωηρά με μία θυγατέρα του σπιτονοικοκύρη, σα να επάσκιζε να την κάνει με το στανιό να τον αγαπήσει, μία νόστιμη κι ελαφριά μικρούλα, με μεγάλα ζωηρά μάτια και μ’ άσπρο φόρεμα δίχως κανένα στολίδι, ενώ οι δυο άλλοι πόμοιαζαν πολύ μεταξύ τους, μικροί κι ασήμαντοι, μαυριδερός ο ένας, ξανθός ο άλλος και γερασμένος πριν της ώρας, είχαν πιασμένες δύο πλουσιοντυμένες μεγάλες κι ωραίες κυρίες, ξένες, παντρεμένες στον τόπο. Κι έπειτα εχόρευε με το Γιώργη τον Οφιομάχο η κυρία Ουρανία Δαφνοπάτη, ξένη και κείνη και πλούσια, που εχαλούσε κάθε τόσο θησαυρούς για τη φτωχιά πολιτική του αντρός της και που δεν έδειχνε ούτε τα τριάντα της χρόνια, ντυμένη καθώς ήταν μ’ ένα λαμπρό θαλασσί μεταξωτό φόρεμα, ολόσπαρτο από μικρά ρόδα και μ’ ένα διαμαντένιο διάδημα στο κεφάλι. Κι ερχόνταν κατόπι κι άλλα ζευγάρια και τέλος εθριάμβευε εκείνο το βράδυ ο Σπύρος Οφιομάχος με την άλλη θυγατέρα του Αστέρη, τη νέα εκείνη που από καιρούς την κυνηγούσε, χωρίς να πετύχει ποτέ ακόμα ούτε ένα χαμόγελο, μίαν κόρη λιγνή, μ’ ανασκωμένη τη μύτη και με θολό το βλέμμα και που εφορούσε ένα ροδί απλό φόρεμα κι ένα ρόδο στα χοντρά μαύρα μαλλιά της.
Τραβηγμένη σε μίαν άκρη της σάλας η αρχόντισσα του Αλέξανδρου Οφιομάχου εκαθότουν σιωπηλή τώρα κι εκοίταζε σαν ανήσυχη γύρω της. Ο πολύς ο κόσμος της έκανε πάντα εντύπωση και δεν επήγαινε στα σαλόνια και στα ξένα σπίτια παρά μόνο, για να συνοδεύει τες θυγατέρες της, κάνοντας έτσι ένα χρέος που πολύ της εζύγιζε. Εφορούσε ένα μεταξωτό, μαύρο, κλειστό φόρεμα, που εφαινότουν πολλές φορές διορθωμένο, κι ένα αρχαίο διαμαντένιο διάδημα στα μαλλιά της, που το γνώριζε όλος ο κόσμος, τελευταίο λείψανο της δόξας των Οφιομάχων, και σιμά της ήταν μία άλλη ηλικιωμένη χήρα κυρία, όμοια ντυμένη και κείνη, μα χωρίς κανένα στολίδι απάνου της και που ’χε συνοδέψει και κείνη στο χορό κάποια της θυγατέρα, και η Ευλαλία, που δεν είχε χορέψει ακόμη εκείνο το βράδυ και που εφαινότουν ωχρή και σα στενοχωρημένη με το άσπρο κι απλό φόρεμά της.
Η αρχόντισσα παρακολούθησε καμπόσες στιγμές με το βλέμμα το δευτερότοκο γιο της που εφαινότουν να πετά ανάμεσα στ’ άλλα ζευγάρια κι είπε μ’ ένα δειλό χαμόγελο στην Ευλαλία:
-Ο Σπύρος μας διασκεδάζει περίφημα∙ ιδές τον!
Η Ευλαλία εσήκωσε αδιάφορα τες πλάτες.
-Πόση ξενούρα εδώ μέσα, είπε η χήρα κυρία δείχνοντας με τη βεντάλια της τον κόσμο.
-Έτσι ήταν και στον καιρό μας, αποκρίθηκε δειλά η κυρία Οφιομάχου∙ η κοινωνία πρέπει να ανανεώνεται… γιατί τα παλιά τα σπίτια ξεπέφτουν.
Κι αναστέναξε. Κι εσώπασε έπειτα για κάμποση ώρα κοιτάζοντας το χορό που ζωηρά περνούσε από μπρος της.
-Κι η Λουίζα; ξανάπε σε λίγο της θυγατέρας της.
-Δεν την είδα, αποκρίθηκε μ’ ένα χαμόγελο η Ευλαλία∙ κάπου εδώ θα ’ναι!
Η κυρία Οφιομάχου επερίφερε το βλέμμα σ’ όλην την κάμαρη ανάμεσα στα ζευγάρια που εχόρευαν. Κάτου από το Χριστό του Ντύρερ ήταν θρονιασμένη, σ’ έναν καναπέ σα βασίλισσα, μία εύρωστη μεσόκοπη κυρία, όμορφη ακόμη, ντυμένη μ’ ένα πλούσιο μεταξωτό, βαρύ, μαύρο φόρεμα και χωρίς κανένα στολίδι. Αυτή ήταν η κυρία Θεοφανώ Χρυσοσπάθη, γυναίκα ξακουσμένη στον τόπο. Δεξιά κι αριστερά της, ήταν καθισμένες με σέβας κι άλλες κυρίες και στη μέση τους, χωσμένος μέσα στα γυναικεία φουστάνια, ο τραπεζίτης Ανδρέας Αρκούδης, ένας μέτριος άντρας, φαλακρός, χλωμός, λιγνός, με σταχτί μυτερό γενάκι, με στραβά πόδια και που εστράβιζε λίγο, ενώ μιλούσε κλαψιάρικα, μ’ ένα άσκημο χαμόγελο, που επάσκιζε να φαίνεται χαριτωμένο, πότε με την κυρία Θεοφανώ δεξιά του, πότε με την άλλην αριστερά του, πότε πίσω από τες πλάτες της μιας ή της άλλης με κάποιαν που ήταν καθισμένη παρέκει, ζυγώνοντας όσο μπορούσε με το χλωμό του πρόσωπο τη συνομιλήτριά του και μυρίζοντας τ’ αρώματα που εχυνόνταν από τα μεταξωτά φορέματα.
Η κυρία Θεοφανώ ήταν ξένη και κείνη, μα ήταν πλούσια πολύ κι είχε αποχτήσει επιρροή μεγάλη στο μικρόν τόπο. Ο άντρας ήταν ένας χρεοκοπημένος τραπεζίτης, που ’χε αποτραβηχτεί τώρα από τες δουλειές κι εζούσε από την προίκα της. Εκατοικούσε πρωτύτερα η κυρία σε κάποια πολιτεία της Ευρώπης και σ’ ένα ταξίδι της είχε γνωρίσει έναν ντόπιον αριστοκράτη, που εταξίδευε και κείνος, τον είχε αγαπήσει παράφορα, χωρίς να χωριστεί για τούτο τον άντρα της, γιατί δεν την εμισούσε, τον είχε ακολουθήσει σ’ εκείνην τη χώρα, φέρνοντας μαζί της τον άντρα της και τα παιδιά της κι είχε ζήσει κάμποσα χρόνια ευτυχισμένη με τον αγαπητικό της. Αυτό ήταν, έλεγαν, το μόνο λάθος της ζωής της. Αλλά ο αγαπητικός της είχε πεθάνει και η κυρία Θεοφανώ δεν ημπόρεσε ποτέ να τον λησμονήσει∙ κι εφόρεσε από τότες για πάντα τα μαύρα∙ και τώρα ακόμη, αφού είχε παντρέψει τες θυγατέρες της εσπαταλούσε όλον της τον καιρό και το χρήμα της σε αγαθοεργίες για μνημόσυνο του αγαπημένου της κι έλεγε ο κόσμος πως για τούτο ήταν σαν αδερφάδες με τη βασίλισσα κι εστόλιζε κάθε μέρα από χρόνια με λούλουδα το μνήμα εκείνου που ’χε σταθεί ο μόνος έρωτας της ζωής της.
-Είκοσι οχτώ χιλιάδες εβδομήντα τρεις δραχμές και είκοσι οχτώ λεφτά, έλεγε με την κλαψιάρικη φωνή του ο τραπεζίτης στραβίζοντας επίτηδες όσο μπορούσε περισσότερο, γιατί ενόμιζε πως έτσι εγινότουν γλυκύτερος, και φέροντας όσο μπορούσε σιμότερα το πρόσωπό του σιμά στο πρόσωπο της κυρίας Θεοφανώς, έχει τώρα στην Τράπεζά μου το Ταμείο των ορφανών. Η φετινή χρήση του ταμείου των πρώτων βοηθειών αφήνει ένα σημαντικό περίσσευμα. Εγράψαμε ευεργέτρια του αγαθοεργού αυτού ιδρύματος την κυρία δούκισσα Καστελνουόβο για τη χιλιόδραχμη δωρεά της. Η κυρία δούκισσα αναχώρησε χτες.
-Σύμφωνα με το καταστατικό, αποκρίθηκε η κυρία Θεοφανώ σοβαρή και μ’ ένα αλαφρό αναστέναγμα, γιατί εκείνην τη στιγμή εμνημόνευε από μέσα της τον πεθαμένο.
-Και η φιλελεήμων εταιρεία «ο Άγιος Βαρθολομαίος», ξανάπε ο τραπεζίτης, φυλλομετρώντας ένα μικρό σημειωματάρι του, έχει στο ταμείο της δραχμές τετρακόσιες τριάντα πέντε και πενήντα. Νομίζω πως έπρεπε να συγχωνευτούν τα δύο αυτά ταμεία.
Παρέκει, σιμά στη μαρμαρένια θερμάστρα εκαθότουν μία άλλη κυρία. Μία ψηλή δυνατή γυναίκα, ωραία και μεγάλη, με ξανθά μαλλιά, μπλεγμένα σε ζαφείρια και διαμάντια, με χοντρά κόκκινα χείλη και αστραφτερά γαλανά μάτια και με άσπρο λαιμό σα μαρμαρένιον. Το μεταξωτό σειρωτό[5] καστανό φόρεμά της άφηνε να φαίνεται μέρος από τες ωραίες πλάτες της κι από τον αλαβάστρινον κόρφο της. Ήταν η κυρία Αιμίλια Βαλσάμη. Ανήσυχη κι ωχρή λίγο εκοίταζε το Γιώργη Οφιομάχο, που εκείνην τη στιγμή, ενώ εχόρευε με την Ουρανία Δαφνοπάτη της εψιθύριζε κάτι στ’ αυτί χαμογελώντας. Εχτύπησε ανυπόμονα το ρυθμό της μουσικής στο γόνα της με τη βεντάλια της, βρίσκοντας πως αργούσε να τελειώσει εκείνος ο χορός κι ανυπομονώντας εκίνησε τα χείλη της σα να ’θελε να πει κάτι, στρέφοντας το βλέμμα προς τον Πέτρο Αθάνατο, που ντυμένος μ’ ένα παλιό φράκο, εκαθότουν σκεβρωμένος σιμά της και λίγο πίσω της, χωρίς να τολμά να της μιλεί και που μ’ ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη εκοίταζε σκεφτικός, χωρίς να βλέπει, τα αγκαλιασμένα ζευγάρια που επερνούσαν, παραδομένα στου χορού την ευτυχία.
Εδώ κι εκεί κι άλλος κόσμος εκουβέντιαζε ή εγελούσε χαμηλόφωνα. Σε μίαν παρά πέρα κάμαρη, που δεν ήταν μεγάλη πολύ, μα που ήταν στρωμένη μ’ ένα λαμπρό περσικό χαλί, άσπρο, πράσινο και κόκκινο και που ’χε στα δυο της παράθυρα κίτρινους ανατολίτικους μπερντέδες ήταν καθισμένοι τέσσεροι κύριοι, γύρω σ’ ένα τραπέζι, προσηλωμένοι στο παιγνίδι τους. Από τη μία μεριά ο Αλέξανδρος Οφιομάχος Φιλάρετος σκυφτός, γερασμένος μέσα στο παλιό κοκκινισμένο φράκο του, που κάθε στιγμή το διόρθωνε απάνω του σα να κρύωνε, εκοίταζε περίλυπος τα πολλά χαρτιά του. Ξάγναντά του ήταν ο ξένος χρεοκοπημένος τραπεζίτης, ο άντρας της κυρίας Θεοφανώς, ένας γέρος και κείνος φαλακρός και λυγερός με λίγα μόνο άσπρα μαλλιά στο κεφάλι και με θολά μάτια πίσω από τα βαριά χρυσά ματογυάλια του, ενώ δεξιά του εκαθότουν ο Περικλής Βαλσάμης, ένας χλωμός, συμπαθητικός κύριος ακόμη νέος, μα που συχνά εκοντόβηχε και που εφαινότουν κουρασμένος από την απελπισμένη αρρώστια του, κι αριστερά του ένας άλλος γέρος που ’χε περάσει τώρα τα εβδομήντα του χρόνια, με κάτασπρα μαλλιά, με κάτασπρα μακριά γένια, με χρυσά ματογυάλια όμορφος ακόμη, καθαρός, γέρος και μεγάλος και που ’χε φορέσει με περηφάνια τη λιβρέα της βασιλικής αυλής…
Το ρόμπερ εκείνην τη στιγμή ετελείωνε κι άρχισε άξαφνα μία αψιά συζήτηση για το παιγνίδι.
-Ατού ήταν το παιγνίδι! είπε στο σύντροφό του θυμωμένος, γιατί έχανε, ο Οφιομάχος, και πετώντας το τελευταίο χαρτί του.
-Όχι, κύριε! του αποκρίθηκε ο χρεοκοπημένος τραπεζίτης χωρίς να ταραχτεί κι εβάλθηκε να του αναλύσει το παίξιμό του, αποδείχνοντας πως οι αντίπαλοι, ενώ εκέρδιζαν, είχαν κάμει το λάθος.
Ο γέρος που ’χε φορέσει τη βασιλική λιβρέα ανάλυσε και κείνος όλο το παιγνίδι χωρίς να δώκει κανενός ούτε δίκιο ούτε άδικο κι ο Περικλής Βαλσάμης, χωρίς να πάρει μέρος στη συζήτηση εβάλθηκε να λογαριάζει τους πόντους.
Στη σάλα του χορού ωστόσο το βαλς είχε τελειώσει. Οι βιολιτζήδες εδοκίμαζαν τες χορδές του βιολιού τους. Ο Γιώργης Οφιομάχος είχε συνοδέψει την κυρία Ουρανία Δαφνοπάτη στο κόκκινο σαλονάκι κι έμενε λίγες στιγμές ακόμη μαζί της και η κυρία Αιμίλια Βαλσάμη είχε κοκκινήσει πρώτα, είχε ανυπομονήσει, είχε θυμώσει, είχε γελάσει με τον εαυτό της, είχε κοιτάξει τη γριά αρχόντισσα του Οφιομάχου που εκαθότουν πάντα στη θέση της αδιάφορη στην άλλη άκρη του σαλονιού κι είχε δαγκάσει παραπονεμένη το κόκκινο χείλι της, μη βλέποντας να ’ρχεται πάλι σιμά της εκείνος.
-Πήγαινε, είπε τέλος πικρά στον Πέτρο Αθάνατο στρέφοντας μόλις το κεφάλι της κι ας έρθει αμέσως εδώ ο Γιώργης!
Κι ο Πέτρος, χωρίς να της αντιλογήσει, την εκοίταξε μία στιγμή με το θολό του βλέμμα, σα να ελάτρευε μίαν εικόνα, εσηκώθηκε παρευτύς, επέρασε σκυφτός το φωτολουσμένο σαλόνι κι εσίμωσε στην άλλη κάμαρη τον νέον Οφιομάχο, που τώρα τον είχαν σμίξει οι δύο κυρίες Καλλέργη κι ο Γουλιέλμος Αρκούδης, ο γιος του περίλυπου τραπεζίτη, ένας νέος είκοσι δύο χρόνων με μακριά πόδια, με άχαρα πιθέματα, με ξυρισμένο πρόσωπο και που με την ξερή του στάση, με το ασυγκίνητο βλέμμα του, με το αγέλαστο στόμα του, εκαμάρωνε για την αγγλική ανατροφή του.
-Σε θέλει! είπε σιγαλά ο Πέτρος στον Οφιομάχο κατεβάζοντας το βλέφαρο.
Όλος ο τόπος εγνώριζε τώρα πλια κι επαραδεχότουν τον έρωτα του Γιώργη Οφιομάχου και της Αιμίλιας Βαλσάμη. Η ωραία κυρία δεν ημπορούσε ν’ αγαπά τον άρρωστον άντρα της, δεν τον είχε ποτέ της αγαπήσει και την αγάπη την είχε γνωρίσει μοναχά στην αγκαλιά του νέου Οφιομάχου. Είχε καρδιά τρυφερή και παράφορη∙ και η αγάπη την τυραννούσε, την έκανε να υποφέρει, την ανησυχούσε αδιάκοπα, της έδινε βαριές φροντίδες, εκύριευε όλη τη ζωή της. Κάθε αυγή, όταν ξυπνούσε στην κάμαρά της, όπου εκοιμότουν μονάχη της, εθυμότουν, μεθυσμένη ακόμη από τον ύπνο, πρώτον εκείνον ξάστερα ανάμεσα στες χίλιες εικόνες που παρουσιάζονται εκείνες τες στιγμές στο νου του ανθρώπου. Ο νέος της εφανερωνότουν ομπρός της με το ωραίο του ανάστημα, με το ευγενικό του χαμόγελο, με τα όμορφα μάτια του, μ’ εκείνο το σαρκερό χείλι των Οφιομάχων κι εκείνη η φαντασία αναζωογονούσε και ξαναζωντάνευε όλες τες στιγμές που επαραδινότουν τρέμοντας στον αγαπημένον άντρα, λησμονώντας σιμά του και τον εαυτό της και τον κόσμο, μέσα στα φλογερά φιλήματα, που την έπνιγαν μέσα στο βαρύ αγκάλιασμα, που το αισθανότουν ακόμη σαν έναν πόνο ηδονικό σ’ όλο το τρυφερό κορμί της, σ’ όλα της τα κόκαλα.
Και την άδραξε άξαφνα κατόπι μία πικρή, τυραννική στενοχώρια. Τι έκανε την ώρα εκείνη ο Γιώργης; Ήταν μόνος; Πού ήταν όλες τες ώρες που δεν τον έβλεπε; Τες περσότερες ώρες της νύχτας και της μέρας; Και κείνη τον ήθελε αυτές πάντα σιμά της, ήθελε να τον βλέπει στο πλευρό της, ήθελε ν’ αναπνέει και κείνος τον ίδιο αέρα, ήθελε να αισθάνεται απάνου της βαριά τη ματιά του, να ξέρει κάθε στιγμή την πικρή στενοχώρια του.
Κι έπειτα, όταν εσηκωνότουν από το κρεβάτι αργά, μία ανυπόφερτη ανυπομονησία τη συνέπαιρνε, έβαζε άνω κάτω το μυαλό της, την εξουσίαζε, ώσπου ερχότουν τέλος η διορισμένη ώρα, που ο Γιώργης εφανερωνότουν στο σπίτι της… Κι ήταν όμως η ποθητή εκείνη στιγμή πάντα πικρή για κείνην, γιατί ποτέ δεν ερχότουν εκείνος όπως τον επερίμενε, ποτέ με τη μανία και την τρυφερότητα που εκείνη αισθανότουν, δεν έβλεπε, αχ, δακρυσμένα και χαρούμενα τα μάτια του, δεν είχε υποφέρει εκείνος, δεν είχε ονειρευτεί εκείνος, δεν εποθούσε να παραδοθεί σύγκορμος στην αγάπη της!
Και κάθε μέρα οι ίδιες ιδέες, οι ίδιοι στοχασμοί, ο ίδιος φλογερός πόθος! Και παρόμοια άξαινε από στιγμή σε στιγμή η ανυπομονησία της, παρόμοια κάθε μέρα επερνούσε από τη γλυκιά θύμηση, από τη γλυκύτερη ελπίδα, σε μία μαύρη ανέλπιδη ταραχή κι ο νους της αχαλίνωτος τότες την έκανε να στοχάζεται μίαν εκδίκηση σκληρή, μία τρομερή τιμωρία, τον παντοτινό χωρισμό, την καταστροφή της για αφορμές φανταστικές και πλάνες ή την ορμήνευε να λησμονήσει την αδυναμία της αγάπης της, για να τον κάμει να δοκιμάσει της ζήλιας τα φαρμάκια ή και καλύτερα ακόμη, με μίαν αδιόρθωτη πράξη να τον βυθίσει σε μία ζοφερή πίκρα που θα βαστούσε για πάντα στην καρδιά του…
Και μ’ αυτούς τους στοχασμούς επηγαινοερχότουν στην κάμαρά της, ανάμεσα στα πολλά τα έπιπλα, νευρική, ωχρή, παρέτοιμη να κλάψει… Κάτι έκανε ν’ ανεβαίνει σαν ένα κύμα το αίμα της από την άκρη των ποδιών της ως το κεφάλι… Τι ήταν ο κρότος που άκουε στες σκάλες, στο διάδρομο, έξω από την πόρτα της; Κάποια υπηρέτρια που ανέβαινε, κάποιος που εζητούσε το Βαλσάμη… κάποιος άλλος ήταν… τι την έμελε ποιος! Α, ήταν τα πατήματά του; Τέλος τον έβλεπε στο μικρό σαλονάκι της, που ήταν δίπλα στην κάμαρά της κι ολομεμιάς αφανιζότουν κάθε στενοχώρια της καρδιάς της, κάθε τρεμούλα του κορμιού της, κάθε λαχτάρα… Ολομεμιάς εσπαρταρούσε από τη χαρά της, ελησμονούσε όλα τα πικρά τα λόγια που ’χε την απόφαση να του ειπεί, την εκδίκηση που εμελετούσε, την κακοσύνη που εγεννιότουν τότες μέσα της… όλα εχανόνταν, εσβηνόνταν σαν όνειρο, μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο, που αρχινούσε τότες… μα που αχ! δε βαστούσε παρά τόσο λίγες στιγμές…
Και η ζωή της, έτσι δεν ήταν παρά αδιάκοπος κι αχόρταστος έρωτας, ένας άσβηστος πόθος, που δεν την άφηνε ούτε ώρα ούτε στιγμή να σκέφτεται ψύχραιμα κάτι που να μην είχε σκέση με την αγάπη της. Την αρρώσταινε αδιάκοπα, την εσύγχυζε η φοβερή υποψία πως ο Γιώργης, αχάριστος, έβλεπε ίσως κι άλλες γυναίκες, εδοκίμαζε κι από κείνες τη γλύκα πόβρισκε μαζί της, εσπαταλούσε μ’ αυτές τα φιλιά του… τες ευτύχιζε! Ω, θα μπορούσε να τον μισήσει θανάσιμα, αν εβεβαιωνότουν, θα πέθαινε καλύτερα, αφού δεν είχε σταθεί άξια να βαστάξει σιμά της έναν άνθρωπο με την τόση δύναμη που ’χε η αγάπη της! Κι ίσως ωστόσο ο Γιώργης το ’κανε, χωρίς αυτή να ξέρει! Η ντροπή, η αξιοπρέπεια, η κοινωνική της θέση δεν την άφηναν να τρέχει κατόπι του, να βεβαιώνεται τι έκανε ο Γιώργης, πώς εφερότουν, κι αχ! δεν είχε τη δύναμη να διαβάζει μέσα στην καρδιά του, όλα του τα σφάλματα. Έπρεπε να πιστεύει όσα της έλεγε, ανάμεσα στα φιλήματα, όσα ήθελε να της λέει και ποιος ήξερε πότε της έλεγε την αλήθεια!
Με τέτοιο πάθος η κυρία Βαλσάμη αγαπούσε τον Οφιομάχο και το πάθος της δεν έβρισκε την ίδια ανταπόκριση στην καρδιά του. Αυτή δε θα φχαριστιότουν, παρά αν και κείνος υπόφερνε τα ίδια μαρτύρια, παρά αν τον έβλεπε ν’ αψηφά γι’ αγάπη της τον κόσμο, κάθε συνήθειο, το νόμο, για να την έχει δική του, εκείνην την ωραία και νέα γυναίκα, που ήθελε να σπαρταρά από αγάπη, που ήξερε να παραδοθεί ολόκληρη στες παραδεισιακές στιγμές μιανής μέθης που αφάνιζε τον εαυτό της. Ο νους εσβηνότουν τότες και δεν εμιλούσε πλια από τα βάθη της καρδιάς της παρά ο πόθος και ο έρωτας! Τα μάτια έβγαζαν ασυνήθιστες φλόγες, τα ρουθούνια ερουφούσαν σαν έναν άλλον ζωογόνον αέρα, το στόμα έκαιε κι εφιλούσε παράφορα, το κορμί ανατριχιασμένο ελαχταρούσε μέσα σε μία θάλασσα απέραντης ευτυχίας!
Κι ήταν αντίς η θλίψη δυνατή σαν αψύ φαρμάκι κι έμοιαζε η αναμονή της σε παράφορη τρέλα, όταν οι ώρες περνούσαν, στιγμή στιγμή, ατελείωτες, πικρές, μακρινές, γεμάτες συντριβή κι αμφιβολία! Γιατί το έκανε; Τι τον εμπόδιζε; Πότε θα τον ξανάβλεπε; Και δεν ήξερε να δώκει απάντηση στον εαυτό της, παρά μόνο υπόφερνε, εβασανιζότουν, εκαταριότουν τον τρελόν έρωτά της, που δεν είχε τη δύναμη να τον ξεριζώσει από την καρδιά της, που δεν ημπορούσε τουλάχιστο να τον κρύβει για να υποτάξει τον αχάριστο νέο!
Έτσι εβασανιζότουν συχνά η κυρία Βαλσάμη κι αυτό την έκανε να επιθυμεί, χωρίς κι η ίδια να το θέλει, το γλήγορο θάνατο του ανθρώπου που ήταν άντρας της και που ήταν το μόνο αληθινό εμπόδιο στην ερωτική ζωή της, γιατί έτσι μόνο ο Γιώργης θα μπορούσε για πάντα να ’ναι δικός της! Το μόνο εμπόδιο ήταν αυτός! Η τύχη ήθελε να μην προοδεύει αρκετά γλήγορα η αρρώστια του ανθρώπου εκείνου, που όμως είχε όλες τες καλοσύνες μαζί της, που προσπαθούσε να σβήνεται μπροστά της, μπροστά στη θέλησή της, αναγνωρίζοντας ο δόλιος πως δεν είχε πλια δικαιώματα στη ζωή, πως έφταιγε κείνος για τες συμφορές του! Και την άφηνε ελεύθερη κοιτάζοντας με καρτερική συμπάθεια την ορμή του νέου της πάθους, τη ζωοδότρα δύναμη που η αρρώστια του την αρνιότουν και με γλυκύπικρη υπομονή ανάμενε το τέλος…
Κι είχε αποδεχτεί η κυρία Αιμίλια Βαλσάμη τη σκοτεινή εκείνη θυσία, την ταπεινή αυταπάρνηση του ανθρώπου που ήταν διορισμένος του θανάτου και που έβλεπε τη ζωή μέσα από έναν κόσμο όχι πλια δικόν του. Μα εκείνο που την εφόβιζε, ήταν η αβέβαιη υποψία πως το μαρτύριο της αγάπης μπορούσε να λάβει τέλος και κείνο, πως η ίδια της η αγάπη θα μπορούσε με τον καιρό να χάσει την πρώτη της φλόγα, ν’ αδυνατίσει, να λιγώσει, να σβήσει και να μη γεννά πλια τον ακράτητον πόθο που μεθά την ψυχή και συναρπάζει όλο το είναι!
Μα τώρα εκεί στο χορό, αυτήν τη στιγμή που τον ήξερε στη συντροφιά μιανής άλλης, που τον εφανταζότουν αλλιώς ευχαριστημένον, εδοκίμαζε πάλι σκληρές στενοχώριες, άκουε πάλι την καρδιά της ν’ ανησυχεί και να χτυπά, καταλάβαινε πως τα μάτια της έπαιρναν την ασυνήθιστη λάμψη τους και κάπου κάπου λησμονούσε πως εβρισκότουν ανάμεσα σε τόσον κόσμο ανάμεσα σε μάτια παρέτοιμα να την παρατηρήσουν. Κι ο νους της εδούλευε ωστόσο: Πώς ήταν δυνατό η καρδιά της να φλέγεται από το πάθος, η σκέψη της να ’ναι γεμάτη από τον εαυτό του κι εκείνος αντίς, να την ξεφεύγει, να βρίσκει ξεφάντωση με άλλες κυρίες ή να επιθυμεί ίσως κιόλας καινούριες αγάπες; Πώς μπορούσε να θέλει να διασκεδάζει αλλού παρά εκεί όπου ήταν η ίδια, αλλιώς παρά με το στοχασμό της παρά με τη μία την καθολική σκέψη της αγάπης της; Και γιατί ήταν ο έρωτας άδικος; Γιατί δεν εμοίραζε το χέρι του ζυγιασμένην ίσια την αγάπη, δίνοντας σε δυο καρδιές όμοιον τον πόθο, όμοιαν τη δίψα, όμοιαν τη θέληση της θυσίας, αλλά αντίς, από τους δύο ερωτευμένους ο ένας πάντα αγαπούσε κι ο άλλος αγαπιότουν μονάχα, ο ένας υπόφερνε κολασμένα κι έμενε λίγο μόνο λαβωμένος ο άλλος, έχοντας νου και γνώση για κάθε ενέργεια, για κάθε σκέψη, για κάθε αγώνα, γιατί για τούτον η αγάπη δεν ήταν παρά ένας συντελεστής του όλου μιανής αρμονικής ζωής μέσα σ’ έναν αρμονικόν κόσμο! Γιατί ο έρωτας ήταν άδικος τόσο;
Αυτή η σκέψη εγέννησε μέσα στην καρδιά της έναν κρυφόν πόνο, που την ανάγκασε να δαγκάσει το χείλι της και ν’ ανοιγοκλείσει τα ματόφυλλά της. Θα ’ρχότουν τέλος πάντων ή όχι; είπε με το νου της θυμώνοντας. Ω, θα ’ρχότουν βέβαια κι όλην εκείνην τη νύχτα θα ’ξερε αυτή πώς να τον τιμωρήσει! Όλο διώχνοντάς τον από σιμά της, δε θα τον άφηνε να της ξεφύγει, δε θα τον άφηνε πλια να χορέψει και θα ’ξερε βέβαια να του χαλάσει κάθε στιγμή χαράς. Κι ανυπομονούσε πάλι: Γιατί δεν ερχότουν λοιπόν γλήγορα; Θα ’πρεπε η ίδια να σηκωθεί μπροστά σ’ όλον εκείνον τον κόσμο; Μα γιατί δεν ξαναρχότουν τουλάχιστο αμέσως ο Πέτρος; Ή μήπως ο Γιώργης έπαιρνε από κείνο το βράδυ την απόφαση να μην της υποτάσσεται πλια, μην την εζήλευε τη λευτεριά του, παρέτοιμος ίσως τώρα ν’ αρχίσει κάποιο άλλο ειδύλλιο και τ’ άρεσε ίσως η όμορφη η γυναίκα του Αρχάγγελου Δαφνοπάτη, που δεν ήταν στον πρώτο της έρωτα;
Με αφηρημένο ύφος αποκρίθηκε σ’ έναν κύριο, που μ’ ευγένεια την προσκαλούσε να χορέψει, ένα όχι ξερό, χωρίς και να μπορέσει να του χαμογελάσει τουλάχιστο, γιατί αυτήν τη στιγμή το βλέμμα της όλο εκοίταζε την πόρτα του μικρού κόκκινου σαλονιού. Εκεί, εμάντευε, εκεί πίσω από αυτήν την πόρτα ήταν ο Γιώργης! Ας τολμούσε να ’ναι άπιστος! Ας εξακολουθούσε να χαρίζει δεξιά αριστερά χαμόγελα σε κυρίες και κορίτσια! Ας ετολμούσε!
Μα τώρα ο Γιώργης είχε φανεί! Ήταν γελαστός κι αδιάφορος. Εμιλούσε ήσυχα με τον Πέτρο. Τι έλεγαν αναμεταξύ τους οι δύο νέοι; Μια στιγμή η κυρία Βαλσάμη ενόμισε πως ο Γιώργης ήταν πάλι παρέτοιμος να πιάσει την ίδια κυρία, που ’χε τώρα φανεί κι εκείνη σιμά τους, και να ριχτεί μαζί της στο χορό! Το αίμα της ανέβηκε στο κεφάλι∙ των ποδιών τα νεύρα έκαμαν ένα κίνημα, που το αγρίκησε σαν πόνο, θέλοντας να τη σηκώσουν από τη θέση της, μα μπόρεσε να βασταχτεί κι ανανοήθηκε μόνο με πικρό παράπονο πως εκείνο το βράδυ πρώτη φορά ο Γιώργης της εσήκωνε επανάσταση, πρώτη φορά έβλεπε πόσο λίγη ήταν η αγάπη του…
Μα η μουσική άρχιζε κιόλας να παίζει. Πολλά ζευγάρια αγκαλιασμένα είχαν βαλθεί ρυθμικά να χορεύουν και η κυρία Αιμίλια Βαλσάμη είδε ολομεμιάς πως η άλλη γελώντας επιανότουν στο χορό με τον Πέτρο Αθάνατο κι είδε το Γιώργη να ’ρχεται αφρόντιστα σιμά της.
Εχαμογέλασε κρυφά.
-Χορεύουμε; της είπε καλότροπα ο Γιώργης σιμώνοντας και χαμογελώντας κι εκείνος.
-Όχι! του αποκρίθηκε κοιτάζοντάς τον στα μάτια, αλλά κάθισε εδώ σιμά μου! Και του ’δειξε μίαν καρέκλα.
Ο Γιώργης δεν της αποκρίθηκε και την υπάκουσε χωρίς δυσκολία. Την εκοίταξε έπειτα κι εκείνος κι εχαμογέλασαν και οι δύο βλέποντας ο ένας του άλλου τον ίσκιο μέσα στα μάτια τους. Είχε καλή όρεξη ο Γιώργης∙ και της εδιηγήθηκε αμέσως τα νέα που ’χε ακούσει εκείνο το βράδυ και που εσυγκινούσαν όλην τη χώρα: ένας γάμος είχε κλείσει κι οι γαμπροί εχόρευαν εκείνο το βράδυ αντάμα.
Μα η κυρία Βαλσάμη έκαμε πως δεν άκουσε. Τον εκοίταξε πάλι με ανήσυχο βλέμμα και του ’πε:
-Μα γιατί και μ’ εκείνην; Ω, δε θέλω… δε θέλω!
Και το μάτι της έλαμψε.
Ο Γιώργης την εκοίταξε σα με παράπονο.
Από τρία χρόνια τον εβαστούσε σκλάβο σιμά της και τα δεσμά του εγενόνταν τώρα ολοένα σφιχτότερα… και δεν έχει τη δύναμη να επαναστατήσει ενάντια σ’ εκείνην τη σκλαβιά κι ας μην ήταν εκείνη ούτε η πρώτη, ούτε η μόνη του αγάπη. Τον εβαστούσε με την ασυνήθιστη ομορφιά της, με την ορμή του πάθους της, με την αχόρταγη, θερμή και δυνατήν αγάπη της, με τα μάγια του κόκκινου και υγρού χειλιού της, που ήταν πάντα παρέτοιμο να φιλήσει, με το θεϊκό της παράστημα, με τα ξανθά μαλλιά της, με το μαρμαρένιο λαιμό της… και η δυνατή της θέληση τον εκυβερνούσε, τον είχε κάμει δικό της, χωρίς βούληση ελεύθερη και συχνά χωρίς λογικό. Κι αυτήν την εξουσιάστρα θέλησή της την έβλεπε παντού ολόγυρά της, στον άρρωστον άντρα της που επαραδεχότουν χωρίς παράπονο την αξιοδάκρυτη τύχη του, σα να ’ταν έτσι το φυσικό, σα να μολογούσε, ο δόλιος, μπρος σ’ όλον τον κόσμο πως έφταιγε εκείνος μόνο για τη συφορά του, στον Πέτρο Αθάνατο, τον παράξενον άνθρωπο που μέσα στο μυαλό του εξενύχιζε τα πλιο βαθιά προβλήματα της ανθρώπινης διάνοιας και που επαραδεχότουν ως κι εκείνος σαν κάτι ανώτερο από μίαν ανθρώπινη θέληση το βαρύ ζυγό της, μόνο και μόνο, για να μπορεί με θαυμασμό να κοιτάζει το αρχαγγελικό κορμί της και να αναπνέει το μύρο που εχυνότουν από το σώμα της, ζητιάνος της αγάπης που εμηδένιζε το είναι του χωρίς ελπίδα, και τέλος σ’ όλην την κοινωνία, σε φτωχούς και σε πλούσιους που εσεβόνταν όλοι το πάθος της, εσυχωρούσαν εύκολα σ’ αυτήν ό,τι θα ’ταν σφάλμα βαρύ για τους άλλους κι εκοίταζαν με συμπάθεια την ωραία γυναίκα, χωρίς να τολμά κανείς να την κατακρίνει, σα να αναγνώριζαν όλοι πως αληθινά εκείνη ήταν το ανώτερο πλάσμα που ανάγκη δεν είχε να παρακολουθεί τους παραδεγμένους ηθικούς νόμους ή να υποτάσσεται στην ψεύτρα υποκριτική αρετή που εσκλάβωνε όλους τους άλλους.
Αναστέναξε ο Γιώργης∙ και κείνη που ’χε ησυχάσει τώρα, γιατί ήταν σιμά της, του ’ριξε μία χαϊδευτική ματιά και του χαμογέλασε με την άκρη του υγρού χειλιού της. Οι ματιές τους ανταμώθηκαν. Μία στιγμή για τον Γιώργη δεν ήταν παρά εκείνη, σ’ όλο το μεγάλο σαλόνι∙ όλοι οι άλλοι αφανιζόνταν. Το αίμα του ανέβηκε θερμό από τα νύχια των ποδιών ως το κεφάλι και το μάτι του εδάκρυσε από τον πόθο που μέσα στην καρδιά του εκοιμότουν δυνατός τόσο, όσο την πρώτη φορά που ’χε γρικήσει σιμά του τη μαγεύτρα ζέστη του πανώριου κορμιού της.
Κι αυτή τον εκατάλαβε.
Και τώρα του ’πε γλυκά:
-Εγώ έστειλα το Γουλιέλμο Αρκούδη να χορέψει τη Λουίζα.
Και του ’δειξε με τη φιλντισένια βεντάλια της τους δύο νέους που ζωηρά εστριφογύριζαν.
Και ξακολούθησε:
-Θα τον παρουσιάσουμε έπειτα στη μητέρα σου. Είναι περίφημος… περίφημος για τη Λουίζα! Μα η Ευλαλία, γιατί κάθεται στην άκρη;
-Ο Άλκης, της απάντησε σκεφτικός και φχαριστώντας την με το βλέμμα, δεν είναι ακόμα εδώ… κι είπε πως θα ’ρθει. Στενοχωριέται πολύ, γιατί ο γιατρός επιμένει κι αυτή δεν μπορεί να πειστεί.
-Πρέπει να τον πάρει! του αποκρίθηκε κουνώντας πικρά το κεφάλι. Ας μην πάθει κι αυτή με τον Άλκη ό,τι και γω με το Βαλσάμη.
Κι ο Γιώργης εσυλλογίστηκε πως αληθινά η Αιμίλια Βαλσάμη τον αγαπούσε, με αγάπη χωρίς διάφορο κανένα. Έπαιρνε μέρος στες στενοχώριες όλες του σπιτιού του που τες υποψίαζε, χωρίς ποτέ να του μιλεί για κείνες∙ εφρόντιζε, χωρίς να φαίνεται, για την ξεπεσμένη φαμίλια του, τον ελάτρευε τον ίδιον. Τι περισσότερο ήθελε από την αγάπη μιας γυναίκας και μιας τέτοιας γυναίκας; Γιατί δεν της επαραδινότουν κι αυτός χωρίς δισταγμό και χωρίς βάρος στη συνείδηση του; Γιατί εθεωρούσε πάντα πρόσκαιρον εκείνον το δεσμό; Και τι θα ’κανε άλλο καλύτερο; Ήταν τώρα είκοσι οχτώ χρόνων κι άχρηστα είχε σπαταλήσει τα καλύτερα χρόνια της ζωής του, ακολουθώντας τυφλά μία φυσική και κληρονομική αηδία για κάθε έργο προσοδοφόρο, για κάθε επάγγελμα που θα του ’δινε υποχρεώματα και φροντίδες. Κι έτσι έμενε άχρηστο και λησμονημένο σε κάποιο συρτάρι το ωραίο δίπλωμα, που ’χε φέρει από τη Μητρόπολη της ανθρώπινης σοφίας, όπου είχε σπουδάσει, όπου είχε διασκεδάσει με νέους και με νέες όχι λίγο, βοηθώντας σ’ αυτόν τον τρόπο κι αυτός τον ξεπεσμό του σπιτιού του. Μα όλες εκείνες τες τρελές περιπέτειες τες εθυμότουν πάντα με συμπάθεια κι εύκολα τες εσυχωρούσε μακρόθυμος στον εαυτό του. Πέντε χρόνους είχε μείνει στα ξένα κι είχε γυρίσει με μεγάλα όνειρα καταχτητή, που γλήγορα όμως είχαν διαλυθεί μπροστά του και που τώρα πλια δεν του ερχόνταν μήτε στο νου του, γιατί η τύχη τον είχε σταματήσει στα πρώτα του πατήματα. Από το χαραχτήρα του έλειπε η δραστήρια ενέργεια… Ήταν τότες μαθημένος ακόμη από το ρυθμό της ζωής της μεγάλης πολιτείας κι εστενοχωριότουν στο μικρό του τον τόπο, που τες ομορφιές του τα μάτια του είχαν ξεσυνηθίσει να τες βλέπουν κι αυτήν την κρίσιμη στιγμή της ζωής του είχε γνωρίσει από σιμά την Αιμίλια Βαλσάμη και η ομορφιά της τον είχε αμέσως μαγέψει. Την έβλεπε στο δρόμο με τον άντρα της, που από τότες ήταν άρρωστος, χλωμός και σκεβρωμένος και με τον Πέτρο Αθάνατο, που επήγαινε μαζί της κι εκείνος, μόνο και μόνο για να αναπνέει το βάλσαμο του κορμιού της, κι από τότες του ’χαν κάμει εντύπωση βαθιά τα υγρά της χείλη, το αρχαγγελικό της παράστημα και τα χρυσά μαλλιά της κάτω από το φτεροπλούμιστο καπέλο της. Κι από τότες είχε ακούσει πως δεν είχε ποτέ της αγαπήσει τον άρρωστο άντρα της και πως διψώντας μία βαθιά και αληθινή αγάπη, είχε κιόλας γελαστεί περισσότερες φορές κι είχε διώξει έναν έναν τους άντρες που δεν ήξεραν ή δεν ήθελαν να την αγαπήσουν.
Και την είχε απαντήσει σ’ ένα δείπνο του πολιτικού που εγινότουν κάθε τόσο υπουργός και που ήθελε να συγκεντρώσει γύρω του τους μορφωμένους νέους του τόπου. Τον είχαν βάλει να καθίσει σιμά της. Εφορούσε εκείνο το βράδυ το μαύρο βελουδένιο της φόρεμα, που ο Γιώργης δεν το ’χε ποτέ λησμονήσει και που άφηνε να φαίνεται ως τον κόρφο ο μαρμαρένιος λαιμός της∙ μία διαμαντένια στηθοβελόνα το βαστούσε όσο έπρεπε κλειστό και τα χρυσά μαλλιά της ήταν και τότες πλουμισμένα, όπως απόψε, με μπλάβα ζαφείρια και μ’ αστραφτερά μπριλάντια.
Το δείπνο όμως εκείνο είχε τελειώσει σαν ένα όργιο αρχαίο. Όλα ήταν αναμμένα από το κρασί κι από τες ευφρόσυνες ομιλίες. Κι ο σπιτονοικοκύρης, χωρίς να χάσει την ψύχραιμη όψη του, χωρίς να πάψει τες χαριτωμένες κουβέντες του, είχε βάλει στα γόνατά του το πόδι της κυρίας που εκαθότουν σιμά του, αρχίζοντας έτσι ένα καινούριο και πρόσκαιρο ειδύλλιο. Κι αυτή ήταν η κυρία Ουρανία Δαφνοπάτη, η γυναίκα του πολιτικού του αντιπάλου, που από τότες ήταν κιόλας περίφημος για τες εκλογικές αποτυχίες του και τη νωθρότητά του και που ήταν κι αυτός καθισμένος στο ίδιο τραπέζι κι ερωτοτροπούσε μακάρια με του σπιτιού το κορίτσι, μίαν παιδούλα ζωηρή, δεκαπέντε χρόνων, που ’χε κιόλας συνηθίσει σ’ εκείνην τη βαριά ατμόσφαιρα. Η σπιτονοικοκυρά ξάγναντά του, μία σαραντάρα λιανή γυναίκα, εκουβέντιαζε ελεύτερα με τον όμορφο γέρο, που ’χε φορέσει τη βασιλική λιβρέα κι έκανε πως άκουε προσεχτικά κάποιο σκάνταλο της αυλής, που χαμηλόφωνα, πονηρά και μ’ ελεύτερη γλώσσα, εκείνος της ιστορούσε, ενώ ο αδερφός του ανδρός της, ένας γερασμένος κύριος με ξεθωριασμένες φαβορίτες, που ’χε δοκιμάσει κι αυτός την αγάπη της κυρίας Ουρανίας και που καταλάβαινε, την εκοίταζε με ζηλότυπο βλέμμα. Κι ήταν εκεί και δύο τρεις άλλες κυρίες κι ο άρρωστος Βαλσάμης, που σιωπηλά εφιλοσοφούσε, και ο Πέτρος Αθάνατος με το εκστατικό και περίλυπο βλέμμα του κι ο γιατρός Αριστείδης Στεριώτης, που σπάνια εκατάφερνε να λέει και κείνος το λόγο του∙ μα η Αιμίλια ήταν σαν η θεά μέσα σ’ εκείνο το δείπνο, μεγάλη, περήφανη, λαμπρή, λατρεμένη απ’ όλους και μοιάζοντας σ’ ένα άγαλμα της Δημόσιας Αφροδίτης.
Αυτός ο ίδιος ο Γιώργης είχε καταλάβει τα πάντα με αγανάχτηση, γιατί είχε σκύψει μια στιγμή να σηκώσει την πετσέτα, που επίτηδες η κυρία Αιμίλια την είχε αφήκει να της πέσει χάμου κι είχε κοιτάξει, μην πιστεύοντας τα μάτια του, ολόγυρά του. Όλος εκείνος ο κόσμος εζούσε και ανάπνεε αυτήν την στιγμή κυριεμένος από μία δυσκολοκράτητη επιθυμία, από μία δίψα έρωτα που εμεταδινότουν από τον έναν στον άλλον και που εφαινότουν σ’ όλα τα μάτια. Η κυρία του σπιτιού του ’ριξε μία παράξενη ματιά, σα να ’θελε να του ειπεί πως ήξερε και κείνη τι εγενότουν κι από κείνην τη στιγμή ο Γιώργης δεν άκουε πλια τους παράξενους λόγους πόλεγε ο σπιτονοικοκύρης πλέκοντας τον πανηγυρικό της τελευταίας υπουργίας του, όταν είχαν αγοραστεί τα λαμπρά καράβια που έμελλαν να καταστήσουν το αξιοθρήνητο βασίλειο την κυριότερη ναυτική δύναμη της Ανατολής, εκοίταξε κατάματα την κυρία Αιμίλια, που ακουμπούσε σιωπηλή κι αδιάφορη στην καρέκλα της και που του απάντησε μ’ ένα θαρρυντικό χαμόγελο, κι αισθάνθηκε μίαν ανατριχίλα στο κορμί του, γιατί ο πόθος τον ενικούσε και κείνον. Άρχισε μαζί της μία ζωηρή συνομιλία, το γόνα του άγγιξε το δικό της και μια ανατριχίλα εδιάβηκε πάλι από το σώμα του. Λίγο λίγο επήρε περισσότερο θάρρος κι εκείνο το βράδυ, σ’ εκείνο το σπίτι, εκατάλαβε πως η ωραία γυναίκα, αργά ή γλήγορα, έπρεπε να γίνει ίσως για πάντα δική του.
Κι έπειτα ακολούθησε ένας καιρός αναμονής κι ελπίδας. Ο έρωτάς της τον είχε κυριέψει. Δεν εζούσε παρά για κείνην, δεν έβλεπε παρά εκείνην μονάχα στον κόσμο. Αλλά τέλος μίαν ημέρα στο σπίτι της η κυρία Αιμίλια Βαρσάμη είχε παραδώκει το φλογερό κορμί της, ανάμεσα σε χτυποκάρδια, δάκρυα κι αναστεναγμούς, νικημένη ως κι εκείνη από τον έρωτα.
Κι είχαν περάσει από τότες τρία ολάκερα χρόνια!
-Ας τον πάρει, ξανάπε στον Γιώργη η κυρία Αιμίλια Βαλσάμη∙ οι πλούσιοι μόνο μπορούν να κάνουν ό,τι θελήσουν.
Κι αυτήν τη στιγμή ήρθε σιμά τους η κυρία Θεοφανώ Χρυσοσπάθη, μεγαλόπρεπα κάνοντας να τρίζει το μεταξωτό φόρεμά της. Δύο άλλες κυρίες την είχαν ακολουθήσει.
-Θα λάβετε μέρος, είπε, στο μπαζάρ του Βρεφοκομείου; Αρχίζει την άλλη Κυριακή. Οι κυρίες εδώ είναι της επιτροπής.
Η κυρία Βαλσάμη εσήκωσε τες γυμνές της πλάτες, μη λέγοντας ούτε ναι ούτε όχι κι έπειτα από μία στιγμή η κυρία Θεοφανώ καθίζοντας σιμά της και κοιτάζοντας πότε το Γιώργη και πότε εκείνην, την ξαναρώτησε με προστατευτικό ύφος:
-Κι απόψε πώς δε χορεύετε;
-Ίσως έπειτα από το δείπνο, της απάντησε η κυρία Βαλσάμη, ρωτώντας μ’ ένα χαμόγελο το Γιώργη. Είχα ένα μικρό βάρος στο κεφάλι, αλλά πέρασε τώρα.
Η μουσική είχε σταματήσει κι ο χορός είχε διακοπεί. Μαυροντυμένοι κύριοι, γελαστοί κι ιδρωμένοι λιγάκι, εσιργιάνιζαν στο μεγάλο σαλόνι, δίνοντας το χέρι σε πλουσιοντυμένες κυρίες∙ κι ο Πέτρος Αθάνατος ξαναβρέθηκε τότες σιμά στην κυρά του, ταπεινός, λυπημένος, ντροπαλός, προσμένοντας μόνο το χαμόγελό της.
-Στο κόκκινο σαλονάκι, είπε, είναι και ο Άλκης.
-Α, ήρθε! του απάντησε η κυρία Βαλσάμη, πλερώνοντάς τον τέλος μ’ ένα χαμόγελο που τον έκαμε να κατεβάσει τα μάτια.
Ο Γιώργης εσηκώθηκε, της εξήγησε πως έπρεπε να σμίξει το φίλο του κι εκείνη τον άφηκε να φύγει χωρίς δυσκολία.
-Είναι μία ατυχία, ξανάπε σε μία στιγμή της κυρίας Θεοφανώς η Αιμίλια Βαλσάμη∙ είναι μία ατυχία… η Ευλαλία, η αδερφή του έχει μεγάλον έρωτα για τον Άλκη, μα δε θα τον πάρει.
-Δε θα τον πάρει; είπε πάλι προστατευτικά η κυρία Θεοφανώ∙ και γιατί παρακαλώ; Υπάρχουν οικονομικές δυσκολίες; Μα αυτές είναι οι μόνες που διορθώνονται, αρκεί να θέλει σοβαρά ο Άλκης. Σε λίγο ο αγαπητός μας συμπολίτης και φίλος μας ξαναγίνεται υπουργός και δε θ’ αδικήσει βέβαια τον Άλκη. Το κράτος, φωνάζουν όλη μέρα αυτοί οι κύριοι, έχει ανάγκην από καλούς υπαλλήλους σ’ όλους τους κλάδους. Μα τώρα θα μπορούσα ν’ αναλάβω εγώ αυτήν την υπόθεση, αρκεί να θελήσει.
-Είναι κι άλλα προβλήματα, αποκρίθηκε η κυρία Βαλσάμη συλλογισμένη.
Και άξαφνα ο Πέτρος Αθάνατος εγέλασε σαρκαστικά με το άσκημο γέλιο του.
-Ο Άλκης! Ο Άλκης, είπε. Μα ας μη σαλευτούν μόνο τα παραδεγμένα. Δε θα κάμει ούτε αυτός ό,τι θέλει, δε θά ’βρει τη δύναμη! Όπως ούτε και γω, ό,τι μου ’λεγε ο νους μου! Ω, Αιμίλια! χα, χα ο νους! Μα ο νους δεν είναι παρά παράσιτο μέσα σ’ έναν οργανισμό καμωμένον από πρώτα. Δεν είναι ο νους η ζωή. Η ζωή είναι κάτι μωρότερο, κάτι πλιο αληθινό, που ποθεί κι υποφέρει. Μας λείπει η δύναμη και λείπει το χρήμα και περνά έτσι ο καιρός κι η ζωή μας! χα, χα!
Η κυρία Θεοφανώ ανησύχησε με την ιδιότροπη ομιλία του κι εσηκωνότουν για να φύγει. Μα η Αιμίλια Βαλσάμη την εσταμάτησε, πιάνοντάς της το χέρι.
-Ξανάρχισες; του ’πε γελώντας και μαλώνοντάς τον. Δεν ξέρεις πως ομιλίες τέτοιες δε γίνονται μπρος στον καλόν τον κόσμο; Δε σου το είπα; Αλλά μίαν άλλη φορά δε θα σ’ αφήκω να με συνοδέψεις.
Ο Πέτρος κατέβασε λυπημένος το βλέμμα του κι εσώπασε. Ο χορός είχε ξαναρχίσει∙ η μουσική έπαιζε σε γοργό ρυθμό και τα ζευγάρια επερνούσαν στροβιλίζοντας από μπρος τους κι έτριζαν τα μεταξωτά φορέματα κι ακουόνταν τα πόδια που εγλιστρούσαν στο κερωμένο πάτωμα κι άστραφταν στο φως τα πετράδια. Και οι δύο κυρίες είδαν εκείνην τη στιγμή να ’ρχεται προς το μέρος τους ο γιατρός Αριστείδης Στεριώτης που από μακριά τους χαμογελούσε ιδιόρρυθμα το κορμί του.
Η κυρία Βαλσάμη φιλικά τον εχαιρέτησε και τον έβαλε να καθίσει σιμά της. Κι έπειτα του ’πε:
-Θα λάβετε μέρος, γιατρέ, στο μπαζάρ της κυρίας Χρυσοσπάθη;
-Κάτι επρόσφερα και γω! είπε χαμογελώντας ντροπαλά ο γιατρός και κοιτάζοντας με το άτονο βλέμμα του το νταβάνι.
Η κυρία Θεοφανώ εκούνησε φιλικά το κεφάλι βεβαιώνοντας την αλήθεια.
-Ωραία! τ’ αποκρίθηκε πάλι η κυρία Βαλσάμη, βλέποντας πως επρόσμενε τον έπαινο∙ και σε μία στιγμή τον ξαναρώτησε:
-Τόσο γλήγορα σας εκούρασε ο χορός; Και του χαμογέλασε.
-Χορεύω λίγο, της είπε σα με παράπονο∙ και η κυρία Ευλαλία… θα ξέρετε βέβαια. Μου επρόβαλε κατηγορηματικά την άρνησή της. Τι θα γίνει; Σ’ αυτόν τον κόσμο πρέπει κανείς να οπλίζεται με υπομονή. Ο δυνατότερος είναι εκείνος που κερδίζει. Έχει βέβαια δίκιο ο Δαρβίνος.
-Είναι αδιάθετη τώρα, είπε βιαστικά η κυρία Αιμίλια∙ είναι κάμποσες μέρες πόχει χάσει την όρεξη.
Ο Πέτρος Αθάνατος εγέλασε πάλι.
-Μα θα χορέψει, είπε σιγά της κυρίας Θεοφανώς χωρίς να τον ακούσουν οι άλλοι. Θα την ιδείτε.
Η κυρία Βαλσάμη του ’ριξε μία ματιά θυμωμένη, που τον έκαμε να σωπάσει. Κι ο γιατρός ωστόσο της απαντούσε, χαϊδεύοντας το γενάκι του που δεν ήθελε ν’ ασπρίσει, ενώ με το άτονο βλέμμα του εκοίταζε πονηρά τον Πέτρο.
-Ο σύζυγός της θα της δώκει αμέσως φαιδρότητα, ο σύζυγός της, που δε θα είναι βέβαια επαίτης! Οι ωραίες γυναίκες οφείλουν να είναι ο στολισμός του σπιτιού του πλούσιου αντρός. Σ’ αυτόν τον τρόπο μόνον εξευγενίζεται μία οικογένεια… και μάλιστα η ωραία γυναίκα δεν παθαίνει καμία ζημία από αυτήν την προτίμηση, αφού ο σκοπός της ζωής δεν είναι βεβαίως άλλος παρά η ευδαιμονία και τα εβδομήντα πέντε εκατοστά τής ευτυχίας αποτελούνται από την οικονομικήν ακμή, που είναι το προνόμιο των ολίγων.
-Και που συχνότατα δεν το αξίζουν, είπε πειραχτικά ο Πέτρος.
-Η κοινωνία, είπε ο γιατρός κοιτάζοντάς τον ατάραχος και μ’ ένα σαρκαστικό χαμόγελο, η κοινωνία, ετόνισε, είναι ευτυχώς πολύ σταθερά θεμελιωμένη. Οι κοινωνικοί νόμοι είναι νόμοι φυσικοί και κανένα βέβαια παραλήρημα δεν τους σαλεύει. Ας παρατηρήσομε τι γίνεται: στη φύση, που είναι ο μεγάλος διδάσκαλος. Είναι άδικη με τα άτομα και όχι μόνο με τους ανθρώπους και τα επίλοιπα μαστοφόρα αλλά και με όλα τα άλλα ζώα και με τα φυτά… ως και με τα μόρια της ανόργανης ύλης. Τίς οίδε, ποιοι είναι οι νόμοι που κυβερνούν ό,τι ονομάζεται τύχη!
Κι εγέλασε.
-Έχει πολύ δίκιο! επαίνεσε η κυρία Θεοφανώ που ήταν γνωστή για τα συντηρητικά της φρονήματα.
Ο Γουλιέλμος Αρκούδης, ο γιος του τραπεζίτη, ο νέος με το ξυρισμένο πρόσωπο που επρόδινε την αγγλολατρία του, ήρθε αυτήν τη στιγμή σιμά τους και αφού εχαιρέτησε ταπεινά τες κυρίες είπε με δύσκολη παραλλαγμένη προφορά:
-Κυρία Βαλσάμη, μην το λησμονάτε∙ θα με παρουσιάσετε απόψε στην κυρία Οφιομάχου. Μου το υποσχεθήκατε!
-Αμέσως, του απάντησε μ’ ένα χαρούμενο χαμόγελο κι εσηκώθηκε από την πολυθρόνα της. Εχαιρέτησε με το κεφάλι το γιατρό, εχαμογέλασε της κυρίας Θεοφανώς κι εκίνησε προς την άκρη της κάμαρας, όπου εκαθότουν ακόμη ταπεινά αποτραβηγμένη η κυρία Οφιομάχου, μιλώντας κάπου κάπου με τη χήρα κυρία για τα πράματα του καιρού τους, που τώρα ο νέος κόσμος ήθελε να τα λησμονήσει και μαζί με την Ευλαλία που δεν εμιλούσε. Τώρα ήταν εκεί και η Λουίζα που μια στιγμή πρωτύτερα είχε χωριστεί από το Γουλιέλμο Αρκούδη.
Ο Πέτρος Αθάνατος τότες εμπήκε στο κόκκινο σαλονάκι κι εκείνος και ο γιατρός Αριστείδης Στεριώτης ξακολούθησε να κουβεντιάζει με την κυρία Θεοφανώ.
Τώρα η κυρία Βαλσάμη εχαιρέτησε με σέβας τη γριά αρχόντισσα, που την αντιχαιρέτησε φιλικά, σα να ’βρισκε φυσική ως κι εκείνη τη σκέση της με τον υγιο της και σα να την ευχαριστούσε για την προστασία της. Και της είπε:
-Εδώ είναι, κυρά μου, ο Γουλιέλμος Αρκούδης, ο γιος του τραπεζίτη, ένα νέος καθώς πρέπει, πολύ πολύ καλός.
-Τον έχουμε ακούσει, αποκρίθηκε η γριά κυρία μ’ ένα χαμόγελο, δείχνοντάς του μίαν καρέκλα σιμά στη Λουίζα, ενώ ο Αρκούδης έσκυφτε βαθιά το κεφάλι. Οι γιοι μου τόνε γνωρίζουν. Καθίστε, κύριε Αρκούδη, κάθισε Αιμίλια.
Εκάθισαν κι οι δύο κι άνοιξαν αμέσως κουβέντα.
Η Λουίζα εμιλούσε τώρα κατά μέρος με το Γουλιέλμο, η γριά αρχόντισσα ερωτούσε την Αιμίλια για κάποιον κύριο που εδιάβαινε από μπρος τους και που τον εγνώριζαν.
Σε λίγο ήρθε βιαστικός σιμά τους και ο Σπύρος Οφιομάχος, κοιτάζοντας γύρω του:
-Μην είδατε, ερώτησε αμέσως ανήσυχος την Ανδρομάχη; (Έτσι έλεγαν την άσκημη θυγατέρα του Αστέρη.)
-Όχι! του αποκρίθηκε με συστολή η μητέρα του, ενώ η κυρία Αιμίλια Βαλσάμη εβάλθηκε να γελάει. Όχι, αλλά κάθισε λίγο μαζί μας.
-Δεν ξέρω πού κρύβεται! ξανάπε εκείνος παρέτοιμος να ξαναφύγει και σα να ’χε θυμηθεί κάτι, ξανάπε: Στο κόκκινο σαλονάκι ο γέρος Ιουστινιάνης, εξετρέλανε στην κουβέντα τον Άλκη. Δεν τον αφήνει να του φύγει. Κι εγέλασε κι εκοίταξε γύρω του αναζητώντας ακόμη την άσκημη θυγατέρα του Αστέρη.
-Α, ήρθε! είπε μ’ ένα πικρό χαμόγελο η Ευλαλία, κάνοντας ένα κίνημα σα να ’θελε να σηκωθεί από την καρέκλα της.
-Και ο πατέρας σου, Σπύρο; ερώτησε η μάνα ανήσυχη.
-Παίζει! της αποκρίθηκε γελώντας και ρίχνοντας πάλι τριγύρω τα μάτια του.
-Θα χάσει, θα χάσει, είπε η αρχόντισσα μ’ ένα σύγνεφο στο μέτωπο, ενώ ο Σπύρος έφευγε τώρα.
Η μουσική δεν έπαιζε πλια κι εσιργιάνιζαν πάλι στο σαλόνι κυρίες και κύριοι ζευγάρια ζευγάρια. Και από την άλλην κάμαρα εβγήκαν οι τέσσεροι που είχαν βαρεθεί το παιγνίδι τους. Ο Αλέξανδρος Οφιομάχος Φιλάρετος μικρός, σα κρύωνε, μέσα στα παλιωμένα κοκκινισμένα μαύρα του ρούχα και μ’ ένα χαμόγελο πικρό στα χοντρά κόκκινα χείλη του, ο όμορφος και καθαρός γέρος με τη μεγάλη γενειάδα, που ’χε φορέσει περήφανα τη βασιλική λιβρέα, ο χρεοκοπημένος τραπεζίτης Χρυσοσπάθης κι ο Περικλής Βαλσάμης, ωχρός, κουρασμένος, άρρωστος, με βαθουλωμένο στήθος και μ’ ένα γλυκό χαμόγελο στα χλωμά του χείλη.
Εστάθηκαν όλοι μπρος στον καναπέ, όπου, κάτω από το Χριστό του Ντύρερ, ήταν πάλι θρονιασμένη μεγαλόπρεπα η κυρία Θεοφανώ. Σιμά της ήταν τώρα η κυρία Ευτέρπη Αστέρη κι οι δύο κυρίες Καλλέργη και απέναντί της εκαθότουν ο αριστοκρατικός υπουργός κι ο γιατρός Αριστείδης Στεριώτης.
Ο άντρας της την εκοίταξε περήφανος και της χαμογέλασε χαρούμενος.
-Η ρωσσοτουρκική διαφορά, έλεγε μ’ ένα χαμόγελο ο κύριος υπουργός, θα φέρει εις πολύ δύσκολον θέσιν την Κυβέρνησιν, η οποία δεν θα θελήσει ν’ απολύσει την εφεδρείαν. Θα έχομεν σοβαράς προστριβάς με τας Δυνάμεις. Εκ του άλλου ο τόπος έχει ανάγκην ησυχίας, έχει ανάγκην Κυβερνήσεως σοβαράς και στιβαράς. Ο βασιλεύς θα ζητήσει βεβαίως την παραίτησιν του υπουργείου και θα καλέσει αναμφιβόλως ημάς εις την Κυβέρνησιν της χώρας, οπότε, φυσικώ τω λόγω, θα επέλθει η διάλυσις της Βουλής! Και σας ερωτώ, κύριε Στεριώτη, δέχεσθε να είσθε υποψήφιός μου;
-Λαμπρά εκλογή, επαίνεσε η κυρία Θεοφανώ.
Οι άλλες κυρίες εκούνησαν χαμογελώντας το κεφάλι, όχι χωρίς να σκεφτούν τους άντρες τους.
-Θα ίδωμεν! είπε ο γιατρός Στεριώτης πασκίζοντας να κρύψει τη χαρά του που εξεχείλιζε.
-Μόνο εμέ δε θ’ ανακαλέσει ο Μεγαλειότατος, είπε με πικρό παράπονο ο γέρος που ’χε φορέσει τη βασιλική λιβρέα. Κι εκάθισε σιμά στες δύο κυρίες Καλλέργη κι άρχισε να τους διηγείται χαμηλόφωνα το σκάνταλο που τον είχε κάμει να φύγει από το παλάτι.
-Τυχερός ο κατσούτσης! εσκέφτηκε χωρίς να το θέλει ο Αλέξανδρος Οφιομάχος, θυμούμενος το Δήμο με το ταψί του και κοιτάζοντας πρώτα το γιατρό και κατόπι τη γυναίκα του. Κι εκατάλαβε πως κι εκείνη τον εκοίταζε σα να τον επερίμενε κι εξεκίνησε διορθώνοντας το φράκο του, σα να κρύωνε, προς την άκρη της κάμαρης οπού εκαθότουν η αρχόντισσα με τες θυγατέρες της.
-Εμέ, ξανάπε με το νου του, η τύχη η άτιμη με κατάτρεξε. Κι αναστέναξε.
Ο χρεοκοπημένος τραπεζίτης τον ακολούθησε, ενώ ο Περικλής Βαλσάμης επήγαινε κι εκείνος στο κόκκινο σαλονάκι.
-Πώς πήγε το παιγνίδι; ερώτησε τον Οφιομάχο η γριά κυρία πασκίζοντας να χαμογελάσει.
-Έχασε! είπε ξεκαρδισμένος στα γέλια και χαιρετώντας ο τραπεζίτης Χρυσοσπάθης∙ έχασε διακόσιους πενήντα πόντους!
-Η τύχη! είπε ο Οφιομάχος περίλυπος.
Η γριά του ’ριξε μία πονεμένη ματιά, λογαριάζοντας αμέσως, πως ένα εικοσιπεντάρικο είχε πετάξει από το άδειο πουγκί τους, αλλά κάνοντας την αδιάφορη ερώτησε μ’ ένα μικρό χαμόγελο:
-Και ποιος τους κερδίζει;
-Φυσικά εγώ! είπε περήφανα ο Χρυσοσπάθης. Το μπριτζ είναι παιγνίδι δύσκολο… χα χα! Αύριο η κυρία Θεοφανώ μπορεί να κάμει μίαν ελεημοσύνη.
Κι εγέλασε.
Ωστόσο ο Γουλιέλμος Αρκούδης είχε πιάσει ιδιαίτερη κουβέντα με τη Λουίζα και χαμηλόφωνα της έλεγε τώρα κοιτάζοντας χάμου με πλαστή ταπεινότητα:
-Έπρεπε και τώρα να ’ταν όπως την εποχή του Δάντη και του Πετράρχη. Κάθε πολιτισμένος νέος θα ’πρεπε να έχει το είδωλό του, τη Βεατρίκη του ή τη Λάουρά του!
-Τίποτα δεν εμποδίζει, του απάντησε γελώντας η Λουίζα. Και σε μια στιγμή ξανάπε κοιτάζοντάς τον με προσποιημένη συγκίνηση: Ίσως και να υπάρχουν Πετράρχες και Λάουρες, αλλά δεν είναι όλοι ποιητές για να ξέρουν να ψάλουν τόσο καλά τα αισθήματά τους.
Και η συνομιλία τους ξακολούθησε σ’ εκείνον τον τόνο, στρεφόμενη πάντα γύρω στον έρωτα.
Τώρα ακουόταν ως εκεί η φωνή του γιατρού Στεριώτη που εσυζητούσε ζωηρά με κάποιους κυρίους:
-Η ζωή, έλεγε, είναι και αυτή πόλεμος. Bellum omnium contra omnes[6], είπε κάποιος Άγγλος φιλόσοφος. Είναι αγών επικρατήσεως. Το φαινόμενον της σκοπιμότητος είναι μόνον αποτέλεσμά του. Αυτό δεν αποδείχνει καθόλου σκέψη στη δημιουργία, είναι κάτι που δε θα μπορούσε να λείπει από καμία δημιουργία χωρίς να επέλθει και η παντελής καταστροφή. Είναι το μηχανικόν αποτέλεσμα των φυσικών δυνάμεων. Αυτό το απέδειξαν δύο νεώτερες επιστήμες, η βιολογία και η κοινωνιολογία, που είναι κλάδος της και το απέδειξαν και αι έρευναι της σχολής των Παρισίων και της Λίλλης, του Λεδαντέκ και λοιπών.