3

 

    Η κυρία Αιμίλια Βαλσάμη είχε κοιμηθεί αυτήν τη νύχτα έναν ύπνον ανήσυχο κι είχε ξυπνήσει πρωί πολύ σε ασυνήθιστη ώρα. Άνοιξε τα κουρασμένα μάτια της, εγύρισε το κορμί της μέσα στα κόκκινα μεταξωτά παπλώματα, εσάλεψε το κατάλευκο προσκέφαλό της, εδιόρθωσε στο στήθος της τες βαριές της πλεξίδες κι άξαφνα ανανοήθηκε πως εκείνη τη στιγμή ξανάρχιζε γι’ αυτήν μία ολάκερη μέρα βαριάς στενοχώριας. Εκοίταξε το παράθυρο. Ο ήλιος ετρύπωνε από τες χαραμάδες και πάνου στον κατεβασμένον άσπρο μπερντέ εφαινόνταν ένα πλήθος κίτρινοι ωχροί ήλιοι, τόσοι ήλιοι μικροί χωρίς λάμψη. Μα το καντήλι έκαιε και κείνο ακόμη κάτου από την κόκκινη γυάλινη καμπάνα του.

    Τώρα είχε ξυπνήσει ολότελα. Ο κόσμος ξαναγινότουν μέσα στο μυαλό της τέτοιος, καθώς είχε αφανιστεί τη στιγμή που ’χε παραδοθεί στον ύπνο. Ήταν στην κάμαρά της, έβλεπε το παράθυρό της, γρικούσε τη ζέστη του κρεβατιού της, το καντήλι της εσπιθήριζε. Ο άντρας της θα ’ταν κι ο ίδιος πλαγιασμένος αυτήν την ώρα, άρρωστος, στο κρεβάτι του… στην κάμαρά του… Δεν είχε ακουστεί αυτή τη νύχτα. Κι ο Γιώργης; Ναι, ο Γιώργης! Πού να ’ταν αυτήν την ώρα; Πού αλλού; Θα κοιμότουν βέβαια… ίσως… θα ’ταν χωρίς άλλο στο κρεβάτι του κι εκείνος… Την εσυλλογιζότουν αυτός, όταν ξυπνούσε; Ποιος το ’ξερε… κι αν ναι, πώς την εθυμότουν; Με αδιαφορία; Με αγάπη; Ποιες ήταν οι στιγμές εκείνες που του πρωτοερχόνταν στο νου του; Ποιες απ’ όλες; Εκείνες που το είναι τους εσβηνότουν χωρίς θέληση και νου, σε μίαν έκσταση της ψυχής, σ’ ένα σάστισμα του κορμιού της ή εκείνες που ένα μίσος ανταγωνισμού άναβε μεταξύ τους, σα μια μανία κακοσύνης, κάτι που ήθελε με βία να καταστρέψει, με βία ν’ αφανίσει το μυστήριο που τους είχε ενώσει; Εφαινότουν τότες πως κάτι έσπαε αναμεταξύ τους, κάτι που δε θα μπορούσε πλια ποτέ να διορθωθεί, ο θυμός τους εκυρίευε, τα λόγια εγινόνταν πικρά, φαρμακερά, αβάσταχτα… κι όμως έφτανε πάντα ένα βλέμμα που να θύμιζε την περασμένη γλυκάδα, σε μία στιγμή που η οργή επραϋνότουν, έφτανε ένα δάκρυ, ένας ανασασμός… και παρευτύς η παραφορά εκείνη ετελείωνε μ’ ένα αγκάλιασμα θερμό, φλογερό και που τους συνάρπαζε την πονεμένη ψυχή τους… Έτσι ετελείωναν πάντα αυτές οι σκηνές. Αλλά τώρα είχαν αποχτήσει μίαν ορμή ασυνήθιστη, η αγάπη της δεν κατόρθωνε να κυριαρχήσει, έμοιαζαν στην επανάσταση του σκλάβου που δε λογαριάζει τίποτα εμπρός του, ήταν συχνές και τα λόγια που έλεγαν τότες ο ένας του άλλου έμπαιναν καφτερά μέσα στα φυλλοκάρδια, εθύμιζαν κάποια τους πράξη που δεν ήθελαν να ’χε γίνει, ανακεφαλαίωναν πάλι όλα τα περασμένα, τα λησμονημένα, τα συμπαθημένα πειράγματα. Γιατί; Γιατί αυτός εκυνηγούσε τώρα κι άλλες γυναίκες… μίαν από τες δύο Καλλέργη… ω, αυτές επαραδινόνταν τόσο εύκολα!… ή την κυρία Ουρανία Δαφνοπάτη! Δεν ήταν η πρώτη φορά στο χορό του Αστέρη που τον είχε υποψιάσει! Κι αυτές τες ημέρες που δεν ερχότουν σπίτι της, που δεν τον έβλεπε καθόλου θα μπορούσε να ’χε ξαναρχίσει! Ε βέβαια τέτοιες ήταν! Δεν αγαπούσε ως κι αυτός παρά τη γυναίκα… σαν εκείνους τους άλλους! Ω, γιατί τους εθυμότουν τώρα ως κι αυτούς τους καταραμένους!

    Αισθάνθηκε ζέστη πολλή μέσα στο κρεβάτι της, ανατάραξε τα πόδια της, εσάλεψε το κορμί της, εσφούγγισε το στόμα της μ’ ένα μαντήλι κι εκοίταξε το φωτισμένο παράθυρο, αποδιώχνοντας τες εικόνες μιας περασμένης ζωής που της επλημμύρισαν ακράτητες το νου της, πλούσιες και γλήγορες και που ήθελε να μην τες θυμάται. Η καρδιά της εχτύπησε πλιο γλήγορα και πλιο δυνατά, τόσο που τ’ αυτί της την άκουσε μες στο προσκέφαλο. Ο Γιώργης πάλι της ξανάρθε στο νου… Ήταν μαλωμένοι, από δυο, από τρεις, από τέσσερις μέρες; Από μίαν αιωνιότητα! Ο Πέτρος Αθάνατος είχε ξεποδαριαστεί με το πήγαινε κι έλα. Δεν ερχότουν. Μα τώρα δε θα του μηνούσε πλια, ο Πέτρος θα καθότουν εκεί που ήταν, είχε κι αυτή φιλότιμο, ας μην ερχότουν ποτέ, αφού δεν ήθελε! Ας ξάτρεχε την κυρία Ουρανία ή μίαν από τες δύο Καλλέργη, θα ’βλεπε αν είχε να κερδίσει με την αλλαγή. Έτσι ήταν οι Οφιομάχοι όλοι τους. Αχάριστοι!… ναι, αχάριστοι!

    Πώς είχε πιαστεί πάλι αυτός ο καυγάς; Για τίποτα… για ένα τίποτα… Μα δεν μπορούσε κιόλας αυτή να κάθεται ν’ ακούσει τες βρισιές του, την αδιάκοπη γρίνια του, ήταν πολύ μυγόγγιχτος αυτές τες μέρες! Τι του ’φταιγε τέλος πάντων αυτή, αν το σπίτι του ήταν άνω κάτω, τι του ’φταιγε; Και δεν μπορούσε να ’ναι κι αυτή τρελή, για να μη βλέπει πως ο γιατρός Στεριώτης ήταν χίλιες φορές προτιμότερος από τον Άλκη. Γιατί του κακοφαινότουν αυτό του Γιώργη; Ο γιατρός είχε πλούτη, είχε υγεία, είχε μία κοινωνική θέση. Ο άλλος δεν είχε τίποτα και μάλιστα ούτε την υγεία! Τουλάχιστο αυτή η ίδια, αν είχε πάρει το Βαλσάμη άρρωστο, είχε πάρει έναν άνθρωπο πλούσιο και πάλι επήγαν τόσο κακά… θα πήγαινε πολύ χειρότερα η Ευλαλία! Και της είχε αποκριθεί με μία αυθάδεια… Όλα τα δάχτυλα δεν ήταν όμοια… οι αδερφές του είχαν άλλην ανατροφή. Ανατροφή μια φορά στο σπίτι των Οφιομάχων! Στο μουχλιασμένο παλιόσπιτο! Φτώχια και περηφάνια! Α, μα δεν ήταν στο χαρακτήρα της να βαστάει προσβολές. Προσβολές, γιατί του παραδόθηκε, γιατί είχε λάβει την αδυναμία να τον αγαπάει… Κι έκανε ακόμα τον κακιωμένο… Μα ας μην ερχότουν… ας πήγαινε να βρει την κυρία Ουρανία και ας της έλεγε κι εκεινής όσα της είπε της ίδιας… (κι είχε να της ειπεί όσα ήθελε) θα ’βλεπε αν μπορεί μία γυναίκα, μία κυρία τέλος πάντων, να τα βαστάξει!

    Τον είχε βρίσει φυσικά! Του ’χε πει κάποιο λόγο βαρύ, που τον άγγιξε βέβαια… ζητιάνο τον είχε πει… κι ακόμα κάτι άλλο… πως επερίμενε να τη στεφανωθεί για να πλουτίσει, αφού θα πέθαινε ο άντρας της, γιατί άλλη σωτηρία δεν είχε μπροστά του, αυτός και το χρεοκοπημένο σπίτι του! Αυτό ήταν το ιδανικό όλης της φαμελιάς του, γι’ αυτό η μάνα του της έκαμε χίλιες κολακείες! Όλοι τους οι Οφιομάχοι, του ’πε, ήταν άνθρωποι πονηροί, όπως τους κάνει η φτώχια τους ξεπεσμένους αρχόντους. Αυτή, του ’πε, ήταν η αγάπη του, αυτά τα μόνα ιδανικά του. Την παράσερνε βέβαια η οργή, μα είχε δίκιο… είχε και δίκιο… Τον είχε τέλος φοβερίσει πως θα τον έδιωχνε, γιατί ήταν ενοχλητική η ζητιανιά του. Κι αυτό όμως ήταν ψέμα, γιατί ποτέ του ο Γιώργης δεν έκανε ούτε κουβέντα για τα πλούτη της, δεν ήθελε ούτε αυτός να ξέρει την κατάστασή της, ούτε της ανάφερνε τες στενοχώριες τους ποτέ… ποτέ… Σ’ αυτό πάλι είχε άδικο… Κι ίσως είχε κάμει κάτι αδιόρθωτο, γιατί κι αυτός δεν έμεινε ανυπεράσπιστος… Τον είχε ιδεί να κιτρινίζει, ν’ αφρίζει, είχε ιδεί τα μάτια του να θολώνουν αλλιώτικα και την ευχαριστούσε ο θυμός του, την ευχαριστούσε το κακό που του ’κανε… το θυμότουν… έτσι είναι ο οργισμένος άνθρωπος! Χαλάει όλα σε μία στιγμή, χαντακώνει τους άλλους, χαντακώνει τον εαυτό του κι αυτή ήταν τόσο ευκολοθύμωτη, έτσι την είχε κάμει η πικρή ζωή της… αυτήν που όταν ήταν κόρη, είχε ιδεί αλλιώς τον κόσμο γεμάτον γέλια και χαρές… όχι βέβαια δίπλα στο κρεβάτι ενού αρρώστου!

    Μα πόσα δεν της είχε πει κι ο Γιώργης. Με μίσος της ονομάτισε έναν έναν αυτούς που ’χε πρώτα… έναν έναν… τους ήξερε έναν έναν… πώς, τους ήξερε! Της είπε πως ποτέ δεν το ’χει βάλει στο νου του να την κάμει γυναίκα του, γιατί μ’ όλη του τη φτώχια ήθελε τ’ όνομά του τίμιο… της είπε τόσα πολλά κι έπειτα είχαν βριστεί με χοντρά και άκριτα λόγια κι εμιλούσαν κι οι δυο χαμηλόφωνα, για να μην τους ακούει το σπίτι, εκεί μέσα στο δίπλα σαλόνι… τι λόγια! που δεν τ’ ακούει κανείς ούτε στις ταβέρνες… ψιθυριστά όλα αυτά… και με πρόσωπο απαίσια γελαστό, γιατί δεν έπρεπε να τους καταλάβει κανείς θυμωμένους, αν έμπαινε στο σαλόνι. Και με μία τελευταία βρισιά της είχε φύγει ο Γιώργης οργισμένος, κι ως την ώρα ο Πέτρος δεν τον είχε καταφέρει να ξανάρθει!

    Μα δεν άξιζε λοιπόν τίποτα η αγάπη της; Μα δε θα κατόρθωνε τέλος να κυριαρχήσει; Πώς αλλιώς ημπορούσε η δόλια να του τη φανερώνει παρά δείχνοντάς του όλες της τες αδυναμίες; Δεν ήξερε αυτός πόση ήταν η τρυφερότητά της, ο έρωτάς της; Ένα κάτι που της εχρειαζότουν περισσότερο από τη ζωή, σαν την πνοή, σαν την ζέστη της καρδιάς; Θα της ερχότουν τέλος σήμερα; Δε θα λησμονούσε λοιπόν ποτέ; Θα της τον έφερνε ο Πέτρος; Όχι; Ε, τότες θα πήγαινε αυτή σήμερα στο σπίτι του… για να μάθει… Και το βαριότουν τόσο όλο εκείνο το συνάφι των Οφιομάχων! Όλες αυτές τες γυναίκες! Τη γριά αρχόντισσα που ήταν περίτρομη πάντα, σα να μη μπορούσε ποτέ να περιμένει καλό από τη ζωή… κι ωστόσο τόσο σκληρή μπρος στη συφορά! Μία καρδιά βαμμένη στην ατυχία… και τόσο χωρίς κακοσύνη, που την ερέθιζε αυτήν την ίδια η υπομονή της! Κι έπειτα αυτή η Ευλαλία, μία άνοστη, μία υποταγμένη, ένας άγιος ξύλινος! Τι να περιμένει κανείς από αυτήν, έμοιαζε σε κάτι του πατέρα της. Μα σε τι; Αυτός ήταν θεότρελος, ο γέροντας, με τα ταπεινά χαιρέτια, που εκρύωνε πάντα μέσα στη ρεδιγκότα του! Και τέλος αυτή η Λουίζα, μία ανέμυαλη, που καθένας ημπορούσε να της σηκώσει το νου και που ενόμιζε πως αυτή ήταν στον κόσμο κι άλλος δεν ήταν, σαν τον αποβλακωμένο τον αδερφό της το Σπύρο. Ω, αυτός… ήταν για τα πανηγύρια… είχε πάθει μία περίφημη δουλειά με τη θυγατέρα του Αστέρη. Και πώς εμύριζε εκεί μέσα, σπίτι τους, ο ξεπεσμός… ω, το βαριότουν εκείνο το σινάφι κι όλες τις μωρολογίες που ελεγόνταν εκεί μέσα! Μα τι την έμελε για όλους αυτούς! Άλλος ήταν ο Γιώργης κι εκείνον δεν τον εβαριότουν ποτέ! Τον εμισούσε κάποτε μα και το μίσος της εγέμιζε την καρδιά όπως και η αγάπη! Εκείνο που ήθελε ήταν να’ ναι κι αυτός σαν εκείνην μα τέτοιος δεν ήταν ποτέ και τώρα θα ερχόνταν δύσκολες μέρες.

     Το καντήλι της που έκαιε ακόμα εσπιθήρισε αναβοσβήνοντας, αγκομαχώντας κι ένας αναστεναγμός εβγήκε από το στήθι της. Εκείνη η φλόγα η κόκκινη, που εχόρευε ρυθμικά την επείραζε. Ανακινήθηκε πάλι στο κρεβάτι της στενοχωρημένη και μια στιγμή την επρόσεξε, έπειτα εκοίταζε πάλι το φωτισμένο παράθυρο. Και ξακολούθησε τους στοχασμούς της.

    Πολλές φορές έπλαθε φαντάσματα ο νους της… ο νους της που δεν έπαιρνε τη ζωή καθώς ήταν, καθώς ήταν πραγματικά! Μα αυτό το καντήλι τι είχε πάθει. τι ανυπόφερτο που ήταν!

    Και χωρίς να ξέρει τι έκανε, εσηκώθηκε βιαστικά μ’ ένα πήδημα κι έσβησε το καντήλι∙ έπειτα έριξε γύρω της ένα βλέμμα, παραμέρισε το μπερντέ, άνοιξε ένα τζάμι και μια γρίλια κι εκοίταξε το δρόμο. Τα μάτια της ήταν ασυνήθιστα στο φωτισμό της αυγής και στη χαραχτηριστική ερημία, ως και ο ήλιος ήταν αδύνατος ακόμη κι ένα αέρι κρύο εφυσούσε. Η μέρα όμως θα ’ταν όμορφη. Ξανάκλεισε το παράθυρο κι ήρθε και ξαπλώθηκε στο κρεβάτι της πάλι, σιάνοντας τα κλινοσκεπάσματα και τα λευκά προσκέφαλα.

    Όλες αυτές τες μέρες, εσκέφτηκε, ξυπνούσε πάντα τόσο πρωί! Και δεν εκοιμότουν ούτε τη νύχτα. Κι αυτές οι πρωινές ώρες ήταν οι χειρότερες… δεν έβρισκε πλια τον ύπνο της! Άλλες φορές οι στιγμές εκείνες ήταν από τες καλύτερες, η σκέψη κι η θέληση δεν είχαν καλά καλά τη δύναμη να σβήσουν τα πλάσματα της φαντασίας κι εφαινόνταν δυνατά τότες τόσα πράματα… τόσα πράματα ωραία… Ο νους δεν ερωτούσε το πώς, οι ερχόμενες μέρες της επαρουσιαζόνταν ρόδινες κάτου από το φως της καινούριας αγάπης, τότες που ’χε πρωτογνωρίσει το Γιώργη… Τι άλλο ζητούσε αυτή από τη ζωή παρά έναν άνθρωπο κι ένα μόνο, που σ’ αυτό θα μπορούσε ν’ αφοσιωθεί ολόψυχα, αλλά και που θα ’ταν ολότελα δικός της; Κι αυτός δεν μπορούσε να ’ναι άλλος κανένας… εκείνος ήταν αυτός που έπρεπε να την αγαπά με πόνο ψυχής, με ζήλια καυτερή, με παραφορά! Αυτός έπρεπε να κρέμεται από την αγάπη της, από ένα κίνημα του ματιού της, από ένα χαμόγελο από έναν πικρό της λόγο! Η αγάπη της θα ’πρεπε να τον κάνει να δακρύζει εμπρός της, όπως την εγέμιζε αγαλλίαση κι εκείνην, όπως την εβύθιζε τώρα στη στενοχώρια, όπως την έκανε να μη σκέφτεται τίποτα άλλο!

    Πρωτύτερα αυτές τες ώρες τον εσυλλογιζότουν με τόση γλύκα! Εθυμότουν τ’ ωραίο του πρόσωπο, την ευγένεια, που ’χε κάθε του κίνημα… ούτε στες στιγμές της παραφοράς δεν μπορούσε να λησμονήσει τον εαυτό του, αλλά τον εξουσίαζε πάντα! Κι εθυμότουν έπειτα τη χτεσινή μέρα και τες άλλες που της έμοιαζαν και ξανάφερε στο νου της κάθε φιλί, κάθε αγκάλιασμα, ζυγίζοντας όλες τες στιγμές, προσπαθώντας να προσδιορίσει ποια ήταν εκείνη που οι δυο τους ψυχές είχαν γίνει μία μόνη μεσα σ’ έναν κόσμο, που μπροστά τους αφανιζότουν! Μ’ αυτούς τους στοχασμούς μισοκλειούσε τότες τα μάτια και την έπαιρνε πάλι ο ύπνος… Κι όταν τ’ άνοιγε, ήταν η ώρα πλια. Εντυνότουν με βία, γιατί εσίμωνε η στιγμή που ο λατρεμένος άντρας θα ερχότουν!

    Και σήμερα… Ω, σήμερα δεν είχε τίποτα να περιμένει! Σήμερα δεν ημπορούσε παρά να θυμάται αυτές τες περασμένες μέρες. Μα αληθινά δε θα ξαναγύριζαν πάλι; Αληθινά θα ’μενε ασάλευτος στην απόφασή του και μάλιστα τώρα που σε λίγο ο άντρας της θα πέθαινε; Ναι, θα πέθαινε τέλος ο δύστυχος! Είχε ζήσει περισσότερο απ’ ό,τι όλοι ελογάριαζαν. Ήταν ακόμη πάντα εκεί, ο θλιμμένος ο άρρωστος, που υπόφερνε με υπομονή, που δεν επρόφερνε ποτέ του παράπονο για ό,τι εγενότουν γύρω του… Τον ελυπότουν πάντα ο Γιώργης τον άτυχο άνθρωπο! Ποιος το ’ξερε αν η καρδιά του δεν επικραινότουν κάτω από την προσωπίδα της καρτερίας και της αταραξίας, που δεν την έβγαζε ούτε στιγμή. Κι ήξερε κι ο ίδιος πως είχε ζήσει περισσότερο απ’ ό,τι έπρεπε κι επρόσμενε μ’ υπομονή το θάνατό του. Τον ελυπότουν και η ίδια, γιατί η αγάπη της έσβηνε κάθε ζοφερό πάθος από την καρδιά… δεν ημπορούσε πλια να μισήσει κανέναν και μόνο όταν και η ίδια υπόφερνε, τον εσυλλογιζότουν βαρύθυμα! Τώρα η ώρα του εσίμωνε… Θα μπορούσε ν’ αρχίσει σε λίγο για το Γιώργη και για κείνην η καινούρια ζωή της αγάπης! Τότες θα ’παιρναν άλλην αξία ο κόσμος… όλα θα μπορούσαν να στολίσουν την ανέφελη ευτυχία τους, τη μαγεύτρα ομορφιά του έρωτά τους. Μα τώρα… στο τέλος τ’ όνειρο εκείνο εκιντύνευε!

    Μία ανατριχίλα επέρασε από το κορμί της κι άνοιξε μεγάλα τα μάτια της. Τα ’κλεισε πάλι σα φοβισμένη κι εμαζεύτηκε μέσα στο κρεβάτι της. Τώρα ήταν αλλιώς! Την παραμελούσε… δεν ερχότουν… δεν ήθελε να ’ναι μαζί της… κι αυτή δεν είχε την τέχνη να τον βαστάξει σιμά της! Μα όχι, όχι! Δε θα τον άφηνε, δεν μπορούσε να τον αφήκει… δεν μπορούσε να μην τον θέλει δικό της… δεν μπορούσε!… δεν μπορούσε! Γιατί δεν του ’φτανε λοιπόν η αγάπη της; Τέτοια αγάπη… τόση αγάπη! Γιατί δεν ήθελε τόση ευτυχία;

    Της το ’χε ειπεί το γιατί! Ο αριστοκρατικός υπουργός είχε σταθεί ο τρίτος… όχι, ο τέταρτος φίλος της, πριν από το Γιώργη. Είχε παίξει καλά το μέρος του κι εκείνος. Είχε μεταχειριστεί όλο του το γόητρο, όλες τες πονηριές της πολιτικής τέχνης. Τον είχε πιστέψει κι αυτόν, όπως είχε πιστέψει πρωτύτερα τους άλλους. Είχε πιστέψει πως αληθινά ήταν παρέτοιμος να θυσιάσει τ’ αξιώματά του, τες υπουργίες του για κείνην. Έτσι της έλεγε κι αυτή δεν το ’στεργε. Το αξίωμα δεν εμπόδιζε την αγάπη… και του ’χε παραδοθεί Και στον ίδιο καιρό εκείνος ξεκυνηγούσε κι άλλες γυναίκες και τους έλεγε τα ίδια και τον επίστευαν κι εκείνες. Και τον είχε διώξει… κι αυτός την είχε αφήκει γελώντας, γιατί ήξερε από την αρχή πως η σκέση τους δε θα βαστούσε, γιατί κιόλας τότες η όμορφη κυρία Ουρανία Δαφνοπάτη ερωτοτροπούσε μαζί του. Κι είχαν βρεθεί όλοι σ’ ένα δείπνο στο σπίτι του… Και κείνο το βράδυ σιμά της ήταν καθισμένος ο Γιώργης Οφιομάχος∙ κι από τη θολή λάμψη των ματιών της κυρίας Ουρανίας κι από τα νευρικά της κινήματα κι από το αλλόκοτο γέλιο της την είχε καταλάβει κι είχε αφήκει να πέσει χάμω η πετσέτα της και το σκάνταλο έτσι είχε ξεσπάσει κι είχε κοινολογηθεί την άλλη μέρα σ’ όλον τον τόπο…

    Μα ίσια ίσια εκείνην τη βραδιά, οργισμένη με τον απατεώνα και θέλοντας να του δείξει την αδιαφορία της, απάντησε μ’ ένα θαρρυντικό χαμόγελο στο Γιώργη Οφιομάχο, που την εκοίταζε πολλή ώρα κατάματα κι από τότες άρχισε ο έρωτάς τους. Ποτέ αλλού δεν είχε γνωρίσει την αγάπη. Ήταν κάτι άλλο απ’ όσα είχε δοκιμάσει ως τα τότες!

    Της είχε πει το γιατί στο θυμό του. Εφοβότουν το φλογερό χαρακτήρα της, εφοβότουν την αποφασιστική θέλησή της, εφοβότουν τα πλούτη της… Της είχε πει στο θυμό του πως ηθικός δεσμός κανένας δεν τη σταματούσε… της είχε πει πως ο κόσμος εκοίταζε  κι εζύγιζε του καθενού τα καμώματα, πως εγνώριζε καλά και τον κύριο υπουργό και τον άλλο και τον άλλο, πως εγνώριζε κιόλας τον ξεπεσμό των Οφιομάχων και πως το καλό δύσκολα το επαραδεχότουν, δύσκολα τον έρωτα μέσα στα πλούτη, αλλά το εναντίο όλοι, για να μην τον κατακρίνουν, θα τον έλεγαν άνθρωπον έξυπνο, που ήξερε να καταφέρνει τη δουλειά του, κλειώντας όσο έπρεπε τα μάτια του… Έτσι της είχε πει… Κι είχαν ακολουθήσει οι τρομερές βρισιές με σιγαλή φωνή, με απαίσια γελαστό πρόσωπο, για να μην καταλάβει τίποτα, αν έμπαινε κανένας μέσα.

    Μα αυτός ο καθάριος στοχασμός του εμαρτυρούσε πως ημπορούσε ακόμα να σκέφτεται, να ζυγίζει κάθε του πράξη… αυτό εδηλούσε πως πραγματικά η αγάπη του ήταν μετρημένη, μικρή, κάτι κοινό και ταπεινό και αξιοκαταφρόνητο μπρος στο δικό της πάθος, που της γέμιζε τη ζωή, που αυτό μόνο κυβερνούσε κάθε της πράξη!

    Και πριν προφέρει την τελευταία βρισιά του, της είχε ειπεί κάτι χειρότερο ακόμη, σοβαρός, αδάκρυτος, με φωνή βραχνή μα σταθερή. Δεν ήταν ο άνθρωπος, κανένας άνθρωπος, ελεύτερος κι αναρχικός κι αυτεξούσιος, αλλά κοινωνική ψυχή∙ ο κόσμος εύκολα ημπορούσε να παραδεχτεί τη σκέση τους, γιατί εζούσαν κι άλλοι μέσα στην κοινωνία σ’ αυτόν τον τρόπο και την εσκέπαζε τ’ όνομα του ανδρός∙ αλλά αυτός με τ’ όνομά του δε θα ’θελε ποτέ να σκεπάσει τίποτα παρόμοιο στα περασμένα, δε θα μπορούσε να το κάμει χωρίς ντροπή, αυτός, ένας Οφιομάχος, ήθελε να ’ναι περήφανος για τη φτώχια του, ήθελε να μπορεί να τη διαλαλεί με το μέτωπο ψηλά κι αγέρωχα.

    Και την είχε υποφέρει αυτήν την ταπείνωση η δύστυχη κι έπειτα από τη βρισιά ακόμη, όταν τον είδε να φεύγει, είχε μετανοήσει η ίδια κι είχε λησμονήσει αυτήν την ώρα τον περήφανο χαρακτήρα της, γιατί το χωρισμό δεν τον ήθελε… κι αυτός είχε μείνει ακλόνητος στην απόφασή του. Τι κίτρινη που ήταν η όψη του! Πόσο θολά τα μάτια του τότες! Κι είχε λάβει τη φοβερή δύναμη να περιφρονήσει την αγάπη της, να περιφρονήσει το κορμί της που τον αποζητούσε ως κι αυτήν την ώρα με την τρεμούλα του πόθου, να περιφρονήσει την ελπίδα της πως όλη εκείνη η πίστη της καρδιάς θα αφανιζότουν μέσα σ’ ένα φλογερό αγκάλιασμα! Αχ, λαβωμένα με αγιάτρευτη πληγή ήταν τα στήθη της.

    Μα δε θα παραδινότουν, δε θα υποταζότουν χωρίς γογγυσμό στην σκληρή της τη μοίρα! Δεν ήταν γυναίκα τέτοια αυτή η Αιμίλια Βαλσάμη. Τον άπιστον άνθρωπο που θα την έκανε να υποφέρει με την αδιάφορη και κρύα σκέψη του… και πότε; Την ώρα που ήταν παρέτοιμη να του παραδώκει το είναι της, που ήθελε να γίνει η σκλάβα, η δούλα της αγάπης του… ω, η οργή της θα ’χε κι αυτή τη δύναμη να τον τιμωρήσει κι όσο θα της εγινότουν πιο ξένος, τόσο θα τον εμισούσε περσότερο. Δεν ήταν τώρα πλια η παιδούλα που την εγελούσαν οι ψεύτες, που την εξεμυάλιζαν με λίγη αγάπη! Τώρα θα ’ξερε να ρίξει κι εκείνη το χέρι της βαρύ, αποφασιστικό, ανήλεο. Θα μπορούσε να εκδικηθεί άλλο τόσο σκληρά, όσο ήξερε κιόλας φλογερά ν’ αγαπήσει.

    Εγύρισε δυο τρεις φορές μέσα στα μεταξωτά σκεπάσματά της. Δεν έβρισκε αναπαυτική θέση καμία. Πότε ανατρίχιαζε, πότε εζεσταινότουν. Εσάλεψε ανήσυχη τα πόδια της κι έκρυψε το πρόσωπό της στο πουπουλένιο προσκέφαλο. Έκλαιγε!

    Κι ωστόσο ο νους της εδούλευε. Πόση ώρα είχε βαστάξει εκείνη η θλιβερή μονομαχία με τον άνθρωπο που αγαπούσε; Πολύ! Πολλές ώρες! Δεν εθυμότουν πλια πόσο… εθυμότουν μόνο πως είχε ρίξει κάποια ματιά στον καθρέφτη και πως είχε ιδεί το πρόσωπό της άλλο. Τα μαλλιά της ήταν θαμπά, σα δίχως βλέμμα, αλλόκοτα, ανοιχτά και δίχως δάκρυ… τα ρουθούνια της ανοιγοκλειούσαν… τα χείλη της ήταν ωχρά και φρυμένα και τα μάγουλά της φλεγόνταν από την κοκκινάδα. Και τέλος είχε φύγει αυτός νικητής εκείνην την ημέρα…  κι είχε γίνει άξαφνα μέσα στην κάμαρα μία απαίσια ησυχία… τόση που άκουε τ’ αυτιά της να βουίζουν και σαν απομωραμένη τότες έφερνε τριγύρω το βλέμμα της, για να ιδεί, αν τα έπιπλα ήταν στη θέση τους, αν οι τοίχοι του σπιτιού δεν είχαν φύγει κι ο νους της σ’ αυτήν την απελπισμένη στιγμή δεν ήθελε πλια να δουλέψει, δεν της ορμήνευε πλια τίποτα και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά σα να ’θελε να ξεπηδήσει μέσα από τα στήθη της… κι έτρεμε το κορμί της περίφοβο! Ω! η ώρα του θανάτου δεν μπορούσε να ’ναι βαρύτερη… Μίαν ώρα τόσο πικρή, τόσο θλιβερή, τόσο απελπιστική δεν την είχε δοκιμάσει ακόμη. Και η αιτία ήταν αυτός ο ξένος άντρας… ο άκαρδος άντρας! μα αχ! και τόσο αγαπημένος!

    Μα τι θα ’κανε τώρα… τι θα ’κανε σήμερα, αυτήν την ημέρα που άρχιζε με τόση στενοχώρια και που δε θα ’χαν οι ώρες της τέλος! Ο Πέτρος Αθάνατος θα ’ταν πάλι σ’ αδιάκοπη κίνηση. Θα τον έστελνε να μάθει τι θα ’κανε ο Γιώργης, πού θα πήγαινε, πού θα περνούσε τες ώρες του… και δεν θα τον άφηνε να της λέει λιγάκι σαρκαστικά, κατά τη συνήθεια του, δεν θα τον άφηνε να της λέει για την αδυναμία του πλούτου, που κάποιες φορές εγινόταν βαρύς ζυγός πάνω στους ώμους εκείνου που τον είχε καταστρέφοντάς του κάθε ευτυχία!

    Τώρα αυτά τ’ αποφθέγματά του, εκείνο το γέλιο του την επείραζαν κι ήταν κάποιες στιγμές η καρδιά της παρέτοιμη να μισήσει τον αφοσιωμένον άνθρωπο, γιατί αγαπούσε μονάχα το Γιώργη. Θα τον επαρακαλούσε μόνο τον Πέτρο να βάλει τους φίλους του όλους να τον παρακολουθήσουν στο δρόμο, στο σπίτι του, σε ξένα σπίτια, στο θέατρο, (αν πήγαινε) για να μάθει τουλάχιστο αν υπόφερνε κι εκείνος, αν αδιαφορούσε, αν κυνηγούσε μίαν από τες δύο κυρίες Καλλέργη ή την Ουρανία Δαφνοπάτη ή αν ήθελε αλλιώς να διασκεδάζει. Τώρα αυτός θα μπορούσε να πηγαίνει ανεξέταστα όπου ήθελε, όσο ήθελε, ενώ εκείνη έλιωνε από τη λύπη που της είχε δώκει τόσο απάνθρωπα!

    Θα καθότουν κι αυτή η ίδια, όπως και χθες, πολλές ώρες στο δρόμο, θα τον έβλεπε σήμερα ίσως! Ή θα ’ταν πάλι μάταιες οι ατελείωτες ώρες της αναμονής! Αυτή θα καθότουν μονάχη στο καφενείο κάτου από τα δέντρα που ’χαν αρχίσει πάλι να πρασινίζουν… θα περίμενε… Κι αυτός δε θα ’ρχότουν… Θα ’κανε πως διαβάζει κάποιο μυθιστόρημα ή κάποια εφημερίδα και το αυτί της θα παραμόνευε προσεχτικά μην άκουε πίσωθέ της τα βήματά του και το μάτι της θα ’παιζε κάθε στιγμή με την ελπίδα πως θα τον έβλεπε εμπρός της… θα τον περίμενε κι αυτός δε θα ’ρχότουν. Κι όσο θα περνούσαν οι στιγμές τόσο θα πάγωνε η καρδιά της… τόσο θα διάβαιναν πλιο συχνές και πλιο κρύες οι ανατριχίλες από το κορμί της… τόσο θα εγινότουν πλιο βαρύθυμη… τόσο πλιο μαύρη η θλίψη θα την περίσφιγγε… Κι αυτός δε θα ’ρχότουν… Θα ’ταν πάλι μαρτύριο!

    Τη δεύτερη μέρα όμως έπειτα από τον καβγά τον είχε ιδεί. Ήταν με κάποιους άλλους… την είχε χαιρετήσει, γιατί τους είχε ντραπεί εκείνους και τον κόσμο που εσεργιάνιζε, αλλά τον είχε ιδεί πάλι μ’ εκείνο το θολό βλέμμα, που την είχε τρομάξει, που δεν ήταν το βλέμμα του. Τον είχε κράξει σιμά της∙ αυτός επήγε αμέσως, της έδωκε το χέρι χωρίς να της πιάσει το δικό της… κι αυτό το χαιρέτιο την είχε παγώσει ολόκληρη. Ήταν γελαστός, πολύ ευγενικός, εξουσιάζοντας τέλεια τον εαυτό του και η ίδια εκρεμότουν από τα χείλη του κι εκάρφωνε απάνου του παραπονεμένο το βλέμμα της, αλλά δεν είχε σηκώσει καθόλου τα μάτια του, δεν την είχε καθόλου κοιτάξει… κι αυτή ήθελε να κλάψει μπροστά του εκείνην την ώρα, να παρακαλέσει, να του θυμίσει κάθε στιγμή της αγάπης τους… Αλλά ήταν κόσμος τριγύρω και μόνο έτρεμε σύγκορμη. Αυτός είχε μείνει μονάχα μια στιγμή μαζί της και της είχε ζητήσει την άδεια ν’ ακολουθήσει με τους φίλους του μίαν ομιλία που ’χε αρχίσει. Ήταν κι ο Άλκης μαζί του. Της εφάνηκε πως αυτός ευχαριστιότουν. Δεν τον είχε ξαναδεί… Σήμερα ίσως αν την έβλεπε από μακριά θ’ άλλαζε δρόμο!

    Ήταν κόλαση αυτή η στενοχώρια της μέσα στα μεταξωτά παπλώματα! Μα δε μπορούσε τέλος να παραδεχτεί κι αυτή τη συφορά; Δεν εβανότουν καλύτερα να γιατρέψει την άχαρη τρέλα της; Τι έλεγε; εσκέφτηκε μ’ ένα τρομερό γέλιο. Τι είχε ζητήσει από τον εαυτό της; Η ζωή ήταν σκοτάδι χωρίς την αγάπη του και τι άλλο ήταν ο πόνος εκείνος παρά αγάπη; Κάτι πολύτιμο μέσα στην καρδιά της… κάτι που ήταν περισσότερο από τη ζωή της… κάτι που την εξευγένιζε, που δεν την άφηνε να βλέπει τες ασκήμιες μόνο του ανθρώπου, σ’ έναν αδιάκοπο κι ακάθαρτο ξεπεσμό, αλλά με έλεος και συμπόνια τη δειλή ψυχή του και την προσπάθειά του, για να ξεφύγει τον πόνο και τον τρόμο του θανάτου. Η αγάπη της είχε κάπως την ηθική δύναμη της θρησκείας… και επίστευε η κυρία Βαλσάμη! Πώς θα ξαναγύριζε πάλι σ’ εκείνην την πρώτη πικρή ζωή της και στο άγριο μίσος που εφώλιαζε στην καρδιά της;

    Και τώρα εσκέφτηκε πως ίσια ίσια εκείνη η ζωή της η πρώτη ήταν η αιτία της σημερινής συφοράς. Αν είχε βασταχτεί αγνή, αν ποτέ της δεν είχε ξεπέσει, αν ήταν η υπόληψή της ακηλίδωτη, θα ’ταν άξια σήμερα για κείνον, δε θα ’ταν κανένα εμπόδιο μπροστά της, θ’ άρχιζε τώρα η αληθινή της, η μεγάλη της ευτυχία!

    Εξανάκρυψε το πρόσωπό της στο πουπουλένιο προσκέφαλο κι εβάλθηκε πάλι να κλαίει…

    Κι άξαφνα εσηκώθηκε πηδώντας από το κρεβάτι. Ήταν αργά τώρα. Εφόρεσε τες παντούφλες της, επέρασε μια βαριά κόκκινη κατιφένια ρόμπα, εδιόρθωσε ανήσυχη μπρος σ’ έναν μεγάλον καθρέφτη τες πλεξίδες της κι αυτήν την ημέρα επήγε βιαστικά στην κάμαρα του αντρός της.

    Ο Περικλής Βαλσάμης ήταν στο κρεβάτι του. Πάνω στ’ άσπρα προσκέφαλα εφαινότουν ακόμη πλιο ωχρό το κερένιο συμπαθητικό πρόσωπό του, με το καλό του χαμόγελο στα χείλη, με τα υπομονετικά του μεγάλα και όμορφα μάτια. Ο Πέτρος Αθάνατος ήταν μαζί του και του διάβαζε από ένα ομορφογραμμένο χειρόγραφο στίχους.

    Την εδέχτηκε ο άρρωστος με αμίλητη χαρά ευχαριστώντας την με το βλέμμα κι ο Πέτρος Αθάνατος άφηκε το διάβασμα αμέσως, εσηκώθηκε κι άχνισε λίγο, όπως πάντα όταν την αντάμωνε. Εκείνη τους εχαιρέτησε μ’ ένα πικρό χαμόγελο κι εσίμωσε το κρεβάτι. Ένα αίσθημα απέραντης συμπόνιας για τον άνθρωπο, που ήταν εκεί κατάκοιτος και που απαραπόνετα είχε περάσει την άρρωστη ζωή του σιμά της, επλημμύρισε την καρδιά της, που κι εκείνη υπόφερνε. Η καλοσύνη τώρα την ενικούσε. Έσκυψε μ’ ανάλαφρη τρεμούλα του κορμιού απάνου στον άρρωστο∙ ένα δάκρυ ήρθε στο μάτι της∙ και του φίλησε το διάφανο μέτωπο.

    Εκείνος την εκοίταξε περίεργα∙ η χαρά επλημμύρισε το κερένιο πρόσωπό του, τα μάτια του έλαμψαν και της έπιασε και της έσφιξε τα δυο χέρια, και την εκοίταξε κατάματα με το άσβεστο χαμόγελό του. Αλλά ένα βήξιμο τραχύ του έσκισε τότες τα σπλάχνα.

    Κι ο Πέτρος Αθάνατος είπε σαρκαστικά γελώντας με το άσκημο γέλιο του:

    -Χα, χα! Υπάρχουν πράματα που δεν αγοράζονται ούτε με χρήμα. Το ένα είναι η αγάπη.

    Η κυρία Αιμίλια τον εκοίταξε άγρια. Μα τον είδε ανήσυχον κι εκείνον. Όλο το σκεβρωμένο κορμί του εσάλευε μέσα στα παλαιά του ρούχα κι έφερνε το δάχτυλο στην άκρη του ματιού του.

    -Κάποιο μπάμπαλο! είπε με κακία, μου μπήκε μέσα στο μάτι και μου το κάνει να δακρύζει! Θα φύγει όμως με λίγο νερό!

    Και ξεκίνησε για να φύγει από την κάμαρα μουρμουρίζοντας:

    -Το μάτι, το μάτι… δε δέχεται ούτε το παραμικρότερο! Κι ο κόσμος είναι γεμάτος μπάμπαλα… γεμάτος!

 

 

  8ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA