4

 

    Χα, χα! Εγέλασε σαρκαστικά ο Άλκης Σωζόμενος στο μικρό του γραφείο κι είπε με το νου του: Η επανάσταση!… η επανάσταση! Σ’ αυτόν τον τόπο!… μ’ αυτόν τον κόσμο! Πώς θα ’ταν ποτέ δυνατή; Χα, χα! Ως κα η Ευλαλία λοιπόν είχε σκύψει μπρος στην ανάγκη! Είχε λιγοψυχήσει, τον είχε αρνηθεί, του ’χε αρνηθεί το στήριγμά της! Εκείνο που η καρδιά του σιμά της, πλημμυρίζοντας χαρά και ζωή, το ’βλεπε ν’ απλώνεται στο φως της δημιουργίας, εδιαλυότουν σαν ένα φάντασμα, που δεν είχε λάβει ποτέ του ύπαρξη, κάνοντας τόπο στην ασκήμια μόνο ενού πραγματικού κόσμου, άγονου και στείρου, άδικου και σκληρού που ή ίδια του η υπόσταση άλλο δεν ήταν παρά λύπη, πόνος, αρρώστια και θάνατος. Κι όμως ήταν αλήθεια! Αλλού, μία νέα πίστη οδηγούσε σήμερα το ανθρώπινο γένος μέσαθε από αγώνες βαριούς και δύσκολους… σε κάποια μέρη κιόλας εκορυφωνότουν εκείνος ο αγώνας. Φωτεινές ψυχές είχαν ιδεί δυνατή τη λύτρωση, σε λίγο θ’ αντηχούσε πρωτάκουστη μία κραυγή χαράς κι ελευθερίας! Κι είχε νομίσει ο Σωζόμενος πως ήταν μία από τες ψυχές εκείνες, οδηγητής των ομοίων του στο δρόμο του ελευθερωμού κι είχε βρει έτσι ένα νόημα στην ύπαρξή του, που εικόνιζε σε κάποιον τρόπο την πορεία της δημιουργίας. Η ζωή του όλη δεν ήταν παρά μία πάλη με την ασθένεια της σάρκας και με την αδράνεια της ψυχής κι είχε βγει νικητής κάθε πάθους και κάθε αδυναμίας, σα να τον προόριζε μία Πρόνοια να φέρει εμπρός τους μυστικούς σκοπούς της…

    Μα τώρα κι αυτός δεν ήταν παρά ένας από τα πλήθη των καταδυναστεμένων! Ως κι αυτός που η ψυχή του ήταν λευτερωμένη! Και η δική του η σκλαβιά του έστυβε ίσια ίσια τη φλέβα της ζωής, τον εχώριζε από το πλάσμα, που του ήταν το πλιο αγαπημένο, από το πλάσμα εκείνο που τον είχε σηκώσει από τον τάφο, που τον είχε κάμει να ονειρευτεί μίαν ανώτερη ανθρωπότητα σ’ έναν αναγεννημένον κόσμο! Κι αχ! η μοίρα τον καταδίκαζε να ’ναι άνεργος μόνο θεατής και μάρτυρας μιας αρπαγής, που το είναι του όλο αναστατωμένο ήθελε να σηκωθεί για να την εμποδίσει! Κι ήταν αδύνατο!

    Και η αδυναμία εκείνη, που την έβλεπε τόσο καθάρια ομπρός του, του αφαιρούσε τώρα το θάρρος, αρρώσταινε την ψυχή του, τον έκανε να βλέπει μάταια κάθε προσπάθεια, μάταια και τη ζωή και τους αγώνες της… και τον άφηνε σε μία θλίψη βουβή, σε μία μελαγχολική απάθεια, σε μίαν ασθενική αδιαφορία για ό,τι ήταν γύρω του, σε μία πικρή περιφρόνηση για ό,τι είχε σεβαστεί και θαυμάσει ως τότες, για την ανθρώπινη σοφία, για την ανθρώπινη τέχνη, για την ανθρώπινη αρετή!

    Μέσα σ’ εκείνον τον κόσμο η αρετή ήταν μάταιος μόνο λόγος! Ούτε η Ευλαλία δεν ήταν η γυναίκα που ’χε πλάσει με τ’ όνειρό του, η γυναίκα η ανώτερη από κάθε δοκιμασία! Είχε σκύψει κι εκείνη και μόνο γιατί δεν ήταν γυναίκα, γιατί ήταν η ψυχή της αδύνατη… μόνο γιατί ο νους της δεν μπορούσε να συλλογιστεί κατάβαθα και να λογαριάσει την ποταπή, την άσκημη πράξη… Όχι δεν ήταν θυσία η δική της!… γιατί έπρεπε να ξέρει, έπρεπε να βλέπει πως η αδυναμία της θα την έριχνε στην αγκάλη του ξένου ανθρώπου, του γιατρού Στεριώτη και αυτή η ιδέα και μόνη έπρεπε να της φανερώνει σαν αδύνατη αυτήν τη θυσία, σα δυσκολότερη κι από το θάνατο, σαν ακατόρθωτη! Αχ! γιατί η σκέψη αυτή του ’δινε μόνο εκείνου τη θανάσιμη στενοχώρια, γιατί έκανε την καρδιά του να σαλεύει πρώτα με βία και ν’ αδυνατίζει κατόπι, σα να σταμάταινε, κάνοντας να περνά ένα σκοτάδι μπρος από τα μάτια του; Και γιατί υποταζότουν τόσο εύκολα εκείνη;

    Τώρα εκατάλαβε πως ο νους του εγινότουν ασυνάρτητος∙ εικόνες χωρίς συνοχή περνούσαν σαν όνειρο από τη διάνοιά του και τα χείλη του εψιθύριζαν θλιβερά τ’ όνομά της… Έκλαιε η ψυχή του. Αχ! δεν την είχε οδηγήσει ο νους στη σωστή την πράξη κι είχε σεβαστεί πράματα μικρά, ταπεινά κι αξιοκαταφρόνητα που δεν έπρεπε να τη συγκινήσουν κι εθυσίαζε τ’ άλλα, τ’ αληθινά μεγάλα και άγια κι αρνιότουν μίαν πίστη που δεν ήταν αποκλειστική δική της, που του την εχρωστούσε, που την απαιτούσε αυτός από κείνην, που δε θα ’θελε ποτέ του να της την αφήκει. Αυτό που ήταν καθαυτό δικό του στον κόσμο το ’θελε, το ’θελε από την Ευλαλία που του την εστερούσε έτσι και του ’παιρνε ως και τον αέρα, που ανάπνεε, του απόπνιγε την ψυχή του, τη δόλια του την καρδιά που υπόφερνε. Δεν έπρεπε αντίς, να θυσιάσει η Ευλαλία κάτι για την αγάπη του ή και τα πάντα; Ναι, μόνο στην αγάπη! Αχ, πόση στενοχώρια, πόσες θλιβερές στιγμές είχε ζήσει από κείνην την ημέρα! Ήταν θλιβερές όλες οι στιγμές του! Και δεν είχε πάψει ακόμη η λύπη, βαριά και συγκλονίστρα, γιατί ήταν πλαστή, ήταν προσπάθεια μόνο, ήταν ξεγέλασμα μόνον, αυτή η αδιαφορία της ψυχής του! Και ήταν κι εκείνη πικρή κι εξέσπαγαν οι στενοχώριες, που δεν οδηγούσαν σε καμιά απόφαση, σε χίλιες απελπισίες που τον έκαναν να βλέπει μ’ επιθυμία το θάνατο και να σαρκάζει τη ζωή και τον εαυτό του και τον άνθρωπο μέσα στον εαυτό του, χωρίς να μπορεί να βρει ησυχία, γιατί η φροντίδα ανανέωνε αδιάκοπα τη λύπη κι η λύπη πάλι του γεννούσε καινούριες φροντίδες.

    Κι αν ήταν τόσο μικρόψυχη, τόσο αδύνατη, τόσο άβουλη η Ευλαλία, τι ήταν όλες εκείνες οι άλλες γυναίκες, πόβλεπε ολόγυρά του; Δεν είχε παρά να ρίξει ένα βλέμμα στες δυο κυρίες Καλλέργη, στην Ουρανία Δαφνοπάτη, στην Αιμίλια Βαλσάμη, στη Λουίζα… Εζούσαν όλες εκείνες ο κυρίες στην πρώτη γραμμή, σ’ έναν τόπο που τες ετιμούσε, με τη διασκέδασή τους, με το γέλιο στα χείλη, ξεφεύγοντας όσο μπορούσαν τες δύσκολες ώρες, κι ήταν ανάμεσα σ’ εκείνες και η Ευλαλία! Η μία απ’ όλες εκείνες κι ας ήταν η καλύτερη! Είχε λιγοθυμήσει μπρος στη μικρόπρεπη απελπισία ενός ανθρώπου γέρου, αδύνατου κι άτολμου, που η πρώτη συφορά τον απομώραινε, του χτυπούσε τα μάτια και που δεν είχε στήριγμα κανένα σιμά του, γιατί κι οι δυο γιοι του του ’μοιαζαν, άνοπλοι μπρος στη ζωή, μικροί μπρος στην ατυχία, νικημένοι από την πρώτη στιγμή. Κι από το νου του επέρασαν όλες εκείνες οι άλλες μορφές που ’χε ιδεί στο χορό του Αστέρη: η κυρία Θεοφανώ Χρυσοσπάθη, περήφανη κι αλύγιστη, ο αριστοκρατικός υπουργός, δημαγωγός και ψεύτης, που εφοβότουν κάθε ελεύτερη γνώμη, κάθε καινούρια προσπάθεια και που την καταδίκαζε∙ ο Αρχάγγελος Δαφνοπάτης, αδύνατος και άβουλος αντίπαλός του, ο χρεοκοπημένος τραπεζίτης που δεν εντρεπότουν τα πλούτη της γυναίκας του, ο ύπουλος χρηματιστής, που εστράβιζε, πονηρός και φιλήδονος, ο Μαρκαντώνιος Ιουστινιάνης, ο παράφορος και παράλογος γέροντας, που γι’ αυτόν δεν άλλαξαν οι καιροί και που εζούσε με τη λατρεία μιας περασμένης κι άδοξης εποχής, γεμάτος εθελούσια αμάθεια και πρόληψη… Και τέλος οι φίλοι του, οι δυο Οφιομάχοι αδύνατοι κι άχρηστοι άνθρωποι, μέσα σ’ έναν ασήμαντον κόσμο!… κι ο Πέτρος Αθάνατος, ένα ζωντανό αίνιγμα, μια ψυχή χαμένη κι ανήσυχη∙ και ο άρρωστος Βαλσάμης, που υπομονετικά έπαιρνε το κορμί του μ’ ένα καλόβουλο χαμόγελο συμπάθειας για τους ανθρώπους. Μα σε τι ήταν καλός ως κι εκείνος; Κι απ’ όλους ύστερος του παρουσιάστηκε στο νου ο γιατρός Στεριώτης, ο άνθρωπος της νέας σειράς, καταχτητής μέσα σε μίαν κοινωνία, που ήταν στες ύστερες στιγμές της… Αυτός τώρα ενικούσε κι εκείνον τον ίδιον και του μηδένιζε τα όνειρά του και του ξερίζωνε μέσα από την καρδιά του τον έρωτα, αυτός που θα του ’παιρνε την Ευλαλία!

    Πόσο διαφορετικός ήταν απ’ όλον εκείνον τον κόσμο ο πατέρας του, ο παλαιός καρβονάρος, με τη σεβάσμια μορφή του, με την ακλόνητη πίστη του. Κι εθυμήθηκε πάλι ο Άλκης με μίαν ανατριχίλα το παλιό βενέτικο κάστρο και τους λόγους, που του ’λεγε, όταν του το ’δειχνε. Από τότες οι καιροί είχαν αλλάξει, από τότες ο Άλκης είχε πιστέψει μία στιγμή στον ανώτερον προορισμό του, στην ευτυχία μιας αγάπης, που θα εστήριζε τη ζωή του, κι έβλεπε τώρα αυτές μπροστά του τες ελπίδες του αφανισμένες και περιττή κι ανώφελη όλην την ύπαρξη!

    -Η επανάσταση… η επανάσταση! ξανάπε πικρά… μ’ αυτόν τον κόσμο… σ’ αυτόν τον τόπο!

    Εσίμωσε στο παράθυρο κι εκούνησε το κεφάλι… Στο μικρό καφενείο άνθρωποι συνομιλούσαν σαν πάντα κι εδιασκέδαζαν… κάποια άμαξα εδιάβαινε, ένα πουλί εκελαδούσε στο κλωνάρι του, ανάμενε κιόλας την άνοιξη… ως κι αυτήν την ώρα τα πάντα ήταν γεμάτα ζωή κι ούτε μία στιγμή δεν εσταματούσε ο αδιάφορος ρυθμός της δημιουργίας.

    Η μητέρα του τον έκραξε με γλυκιά φωνή κοιτάζοντάς τον ανήσυχη κι αναστενάζοντας.

    -Άλκη! του είπε, στ’ άλλο το δωμάτιο σε προσμένει ο Οφιομάχος.

    Άξαφνα η καρδιά του εσπαρτάρισε και τα μάτια του έλαμψαν. Κι απόρησε ο ίδιος με τον εαυτό του, γιατί μία λεπίδα παράλογη κι αξιογέλαστη ανάβλυζε μέσα του. Ο κόσμος του νησιού του δεν ήταν τέλεια όπως τον είχαν καταδικάσει πρωτύτερα οι στοχασμοί του, δεν ήταν ο νωθρός και φιλήδονος εκείνος κόσμος! Η Ευλαλία δεν επαραδινότουν κι ο γιατρός Στεριώτης δεν επαραδεχότουν τη θυσία, αλλά άνθρωπος αγαθός και γενναίος δεν ήθελε ούτε να βιάσει τον Οφιομάχο κι εδιορθωνόταν όλα και ξανάβρισκε ο Άλκης την Ευλαλία καθώς την είχε αφήκει και ξανάβρισκε και τον εαυτό του!

    Αλλά τελειώνοντας αυτήν τη σκέψη του, εγέλασε σαρκαστικά, καταλαβαίνοντας πόσο ήταν αβάσιμη κι ακολούθησε τη μητέρα του στο μικρό σαλονάκι.

    Ο Οφιομάχος επερίμενε ορθός ανάμεσα στα καθαρά γαλάζια έπιπλα, κρατώντας στο ένα του χέρι το ξεθωριασμένο καπέλο του και σιάνοντας με τ’ άλλο την παλιά ρεδιγκότα του, σα να εκρύωνε. Ένα πικρό χαμόγελο ήταν επάνω στα χοντρά του κόκκινα χείλη κι εκρατούσε τα μάτια προσηλωμένα στο πάτωμα, σαν ντροπιασμένος. Εχαιρέτησε εγκάρδια τον Άλκη, αλλά ανήσυχος και χωρίς ούτε να τον κοιτάξει,  εβυθίστηκε βαρύς σε μια πολυθρόνα που ήταν σιμά του αναστενάζοντας και δείχνοντας του νέου απέναντί του μια θέση επάσκισε να του χαμογελάσει.

    Η κυρία Φωτεινή τους εκοίταξε, εκάθισε κι εκείνη σιμά και για κάμποσες στιγμές έμειναν σιωπηλοί κι οι τρεις τους.

    Μάνα και γιος επερίμεναν ν’ αρχίσει. Αλλά ο Οφιομάχος δεν έβρισκε πάλι τα λόγια κι η στενοχώρια του εφαινότουν στο πρόσωπό του, στο χρώμα του, που άλλαξε, στην πνοή του, που ήταν δύσκολη, στο ανοιγόκλεισμα που έκαναν τα γέρικα μάτια του, στα κινήματα των χειλιών του… Και κάθε τόσο τον έβλεπαν μάνα και γιος να πιάνει την παλιά ρεδιγκότα του.

    Ο Άλκης επάσκιζε ανήσυχος να μαντέψει του γέροντα τη σκέψη.

    Άξαφνα ο Οφιομάχος εμίλησε ανοίγοντας μεγάλα τα μάτια του και κάνοντας μια μεγάλη χειρονομία.

    -Άλκη, είπε, στο σπίτι μας είναι όλα άνω κάτω! Κι αναστέναξε, σα να ’χε βγάλει ένα βάρος μεγάλο από πάνω του.

    Αλλά ξαναχαμογέλασε πικρά και ησυχάζοντας άξαφνα, ξανάπε, σα να μετάνιωσε:

    -Τα έπιπλα, λέω, είναι όλα άνω κάτω. Οι γυναίκες εκουβάλησαν στην τραπεζαρία τους μπερντέδες, για να τους διορθώσουν κι είναι τόσο παλιοί που ρειπίζονται, λαδώνουν τα παλιά μου τα έπιπλα, τινάζουν σήμερα το χαλί το φυλαμένο… είναι ακόμα πολύ καλό το χαλί! Φασαρία μεγάλη! Πώς να το ειπώ; Είναι όλα άνω κάτω.

    Κι εσώπασε ταραγμένος σα να μην ήξερε πλια τι να ειπεί κι εκοίταζε με τα μάτια ανοιχτά πότε την κυρία Φωτεινή και πότε το γιο της.

    Κι ο Άλκης εκοίταξε θλιβερά το γέρο μ’ ένα βλέμμα που τον ελεεινολογούσε. Εκείνη η απομωραμένη στενοχώρια του, που εκαθρεφτιζότουν στην μικρότροπη πολυλογία του, εκείνη η ελεεινή αδυναμία που τον εξευτέλιζε τον Άλκη μέσα στην ψυχή του, τον έκανε να συλλογιστεί από πόσο μικρές και ταπεινές αιτίες ήταν κρεμασμένη η ευτυχία της ζωής του κι ο σκοπός της ζωής του κι εκείνο που θα ’ταν το αποτέλεσμα μιανής ζωής γεμάτης δραστήρια προσπάθεια κι ενέργεια. Ήθελε τώρα να μπορούσε να τινάξει τον αδύνατο γέροντα, να τον κάμει να αιστανθεί το δίκιο του και να του αλλάξει την άτολμη γνώμη, αλλά ήξερε πως έπρεπε για τούτο να τον κάμει κιόλας άνθρωπον άλλον κι ήξερε πως και αυτός ο ίδιος έπρεπε να ’ναι άνθρωπος άλλος, ένας που να παράσερνε κατόπι του χωρίς δισταγμό τες ψυχές των ομοίων του, ένας που σ’ αυτόν δε θα μπορούσαν οι άλλοι ν’ αντισταθούν, έπρεπε να ’ναι αυτός ο άρρωστος νέος, που έθρεφε μόνο μέσα του απέραντες επιθυμίες, χωρίς να ’χει τη δύναμη ν’ αντιμετωπίζει την πραγματικότητα και να περνά πάνωθε απ’ όλα τα εμπόδια. Ήξερε ο Άλκης πως αν η καρδιά του ήταν δυνατή, θα ’χε πάψει πλια και να σκέφτεται εκείνον το χαμένον έρωτα, η ατυχία του θα ’ταν μικρή και δε θα τον σταματούσε.

    Ανήσυχη πάντα τον εκοίταζε η κυρία Φωτεινή, πασκίζοντας να μαντέψει τη σκέψη του κι είπε τέλος χωρίς να πολυπροσέχει τι έλεγε και θέλοντας μόνο να ’βλεπε εκείνην τη σκηνή τελειωμένη:

    -Τι σκοτούρες θα ’χει τώρα η κυρία σας! κι εχαμογέλασε.

    -Ω, είπε ο Οφιομάχος ζαβώνοντας τα χείλη του, σα με περιφρόνηση, να βλέπατε τι χαρά έχει, να βλέπατε. Η κόρη της πήγε, λέει, καλά και περίκαλα! Ας είναι η ώρα η καλή, αφού το αποφάσισε. Δεν έχει να πάθει κακό, θα ’ναι το σπίτι της πλούσιο. Όλο έτσι λέει, όλο έτσι της λέει για να της δώκει το θάρρος. Το θάρρος είναι εκείνο που λείπει στο σπίτι μας. Δεν το ’χει κανένας κι αποφασίζουμε όλοι μας μονάχα, όταν θυμώνουμε και θυμώνουμε κάποτε επίτηδες. Ναι, κυρία Φωτεινή, έτσι μας έκαμε ο Θεός τους Οφιομάχους. Παλαιόθε εμείς το ’χαμε αυτό το ιδίωμα… Ναι, κυρία Φωτεινή. Και το ξέρει η γυναίκα μου, γιατί τόσα χρόνια τώρα ξέρει όλα τα οικογενειακά μας, σα να ’τανε κι αυτή από το σόι. Αλλά η δύστυχη έχει πολύ λίγο μυαλό… Ναι, δεν είχε ποτέ της πολύ! Και λέει κιόλας συχνά και δε βαριέται το στόμα της να μιλεί αυτές τες ώρες, λέει κιόλας ό,τι της κατέβει, έτσι για να κουβεντιάζει κάτι, χωρίς να ξέρει τι έχει ο άνθρωπος ο άλλος στο νου του… Κι αυτό με πειράζει εμέ, μάλιστα τώρα. Με ξέρετε… Γιατί, λέει, να περιμένουν οι κοπέλες ανύπαντρες; Ας φεύγουν γλήγορα από το σπίτι, ας έφευγε και η Λουίζα. Ας παντρεύονται μικρές. Δεν ξέρει κανείς πού μας παίρνει η ζωή… γεράζουν οι γονιοί, μπορούν και να πεθάνουν, πού μένουν έπειτα αυτές; Κι ωστόσο περνάει η ηλικία τους κι έπειτα δύσκολα τες κοιτάζει ο άλλος! Όλα τα λέει σωστά, όλα φρόνιμα, μα αδιάφορο το μυαλό της είναι μικρό! Και τώρα όλο καλοπιάνει το γιατρό, το γαμπρό της, για ν’ αγαπήσει την κόρη της, γιατί έτσι πρέπει, αφού θα ’ναι γυναίκα του!

    -Γυναίκα του! έκαμε αηδιασμένος ο Άλκης και σηκώθηκε απότομα, πηγαίνοντας προς το παράθυρο.

    Ο γέροντας έκαμε πως δεν εκατάλαβε. Εβάλθηκε να τρέμει περίφοβος, έσιαξε δύο τρεις φορές τη ρεδιγκότα του και καμπόση ώρα δεν εμίλησε.

    -Φυσικό είναι, ξακολούθησε τέλος εκείνος∙ το ίδιο θα ’κανε κάθε μητέρα! Τόνε θεωρεί παιδί της, τόνε κράζει παιδί της! Εγώ όμως ποτέ μου. Κι εθυμήθηκε τώρα τες μεγαλοπρέπειες, εθυμήθηκε τι κουτή που είναι, τα στεφανώματα μας…και δουλεύει η ίδια όλη μέρα σα βαστάζος, σκουπίζει, ξεσκονίζει, ράφτει, μπαλώνει! Τη βοηθάνε οι θυγατέρες της και μία γυναίκα ξένη και ράφτουν και κόβουν και ράφτουν και κόβουν και πάλι ράφτουν όλη μέρα. Φασαρία, ο Θεός φυλάξει!

    Κι εγέλασε δυνατά, σα με το στανιό, κοιτάζοντας πότε τον Άλκη, πότε τη μάνα του και σιάνοντας νευρικά την παλιά ρεδιγκότα του.

    -Το φαντάζομαι! είπε καλόβουλα η κυρία Φωτεινή κοιτάζοντας περίεργη το γέρο.

    Ο Άλκης αισθανότουν ν’ αυξάνει μέσα του ολοένα η αγανάχτηση.

    Μα δεν καταλάβαινε λοιπόν εκείνος ο γέροντας τι έλεγε; Δεν καταλάβαινε το άπρεπο φέρσιμό του;

    Ας τους άφηναν επί τέλους ήσυχους. Κανένας δεν τους ζητούσε το λόγο. Κι ωστόσο η καρδιά του τον έσπρωχνε να ρωτήσει για την Ευλαλία, αυτός ήθελε να ξέρει μόνο τι έκανε εκείνη, ήθελε να ξέρει αν ακόμα τον εθυμότουν, αφού τόσο ελεεινά τον είχε προδώσει.

    Μα ο Οφιομάχος ξανάρχιζε πάλι την ανούσια ομιλία του:

    -Εμέ όμως δε μ’ ενοχλούνε… Φυσικά δε θ’ άφηνα! Στο γραφείο δε μου βγάζουν ούτε τη σκόνη, τα χαρτιά δε μου τ’ ανακατεύει κανείς! Κι έρχονται τώρα βίζιτες, μία κατόπι την άλλη, όλη η χώρα! Τες βλέπω μέσα από τα τζάμια… τες ακούω ν’ ανεβαίνουν… Πού τες δέχονται μέσα εκείνη την ακαταστασία;

    Κι εγέλασε σα με το στανιό κι εσηκώθηκε σα να ’θελε πλια να φύγει, στενοχωρημένος, γιατί δεν έβρισκε τη δύναμη να πει εκείνο που τον είχε φέρει στο σπίτι του Άλκη.

    Μα η κυρία Φωτεινή τον ερώτησε μ’ ένα πικρό χαμόγελο:

    -Και η Ευλαλία;… η Ευλαλία;…

    Ο γέρος ξανακάθισε στην καρέκλα του, άπλωσε τα πόδια του, σα να ’θελε να λιγοθυμήσει, έπαιξε με το καπέλο του κι είπε με σβησμένη φωνή:

    -Γι’ αυτό ήρθα… μα… μα… Μ’ εκαταλάβετε; Η Ευλαλία, α, η Ευλαλία… μου βαραίνει την καρδιά, σα χοντρή πέτρα, γιατί φταίω εγώ… Εγώ την υποχρέωσα να πει εκείνο το ναι… την ετρόμαξα… Ποτέ της δε θα ’στεργε η δύστυχη. Και τώρα; Ω, τώρα, ούτε δε μου μιλεί! Μετά βιας μου μιλεί! Και την αγαπάω εγώ, ο γέρος ο πατέρας της, γιατί είναι απ’ όλα τα παιδιά μου η καλύτερη. Μα πώς να γένει; Και με κοιτάζει με περίφοβο βλέμμα, σαν εχτρό της κι αυτό δεν το υποφέρνω, γιατί αγαπούσε εσέ, παιδί μου, και το ’πε και το φώναξε!

    Ο Άλκης του ’ριξε πάλι ένα βλέμμα πικρό κι άνοιξε το στόμα του, για να μιλήσει, μα ο Οφιομάχος δεν τον αφήκε:

    -Δεν μπορούσε να γένει τίποτα άλλο! ξακολούθησε, το ξέρεις, Άλκη! Και πάλι καλά που η τύχη της είναι τόσο καλή… Το γιατρό δεν τον έλεγαν έτσι, μα είναι άνθρωπος φρόνιμος και τίμιος κι αυτό που θέλει το ξέρει κι είναι πλούσιος, μα πολύ πλούσιος… Αυτός ξέρει αλλιώτικα τι είναι η ζωή και ξέρει τι θέλει από τον εαυτό του, ορθά, κοφτά! Παράδειγμα εμείς. Μου κάνει εντύπωση αυτός ο άνθρωπος! Κι όμως η καρδιά της κλαίει και δε μου μιλεί… Κι αυτό δεν μπορώ να το βγάλω από το νου μου. Και η μάνα της γελάει μαζί μου. Αυτή τα παραδέχτηκε όλα και βλέπει μόνο σ’ ό,τι μας βρίσκει το καλό, όχι όπως εγώ, λέει, που δε βλέπω τώρα παρά το κακό! Κι είναι φαρμάκι η καρδιά μου… Φαρμάκι και της Ευλαλίας… και… και…

    Κι εσώπασε πάλι, σφουγγίζοντας με το μαντήλι τα γέρικα μάτια του κι αμέσως, σα να ντρεπότουν αυτή την αδυναμία, το πρόσωπό του επήρε μία σκληρή όψη κι η φωνή του εγίνηκε βραχνή… «Και θέλω…» ξανάπε σε λίγο.

    Ο Άλκης είχε σηκωθεί από τη θέση του και τον εκοίταζε πονεμένος. Μία στιγμή είχε ελπίσει πως ο γέρος είχε μετανιώσει και πως η Ευλαλία ήταν ελεύτερη πάλι κι ανυπομονούσε να το ακούσει από το στόμα του! Ανήσυχη τον εκοίταζε κι η μητέρα του. Κι αισθανότουν μίαν απέραντη συμπόνια για την κόρη που υπόφερνε εξ αιτίας του… Τώρα πάλι ήθελε να την ξέρει ευτυχισμένην εκείνην τουλάχιστο, αν κοινή δεν μπορούσε να ’ναι και για τους δυο τους η ευτυχία… Κι έβλεπε τον εαυτό του αδύνατον και άνοπλον και νικημένον από τη ζωή, ανίκανον πλια να παλέβει… Έμοιαζε τώρα κι ο ίδιος σε κάποιον τρόπο στον Οφιομάχο, που στη συφορά δεν ήξερε να προλάβει καμίαν αντίσταση, παρά εδεχότουν την πλιο πρόχειρη λύση, τη θυσία της Ευλαλίας κι ωστόσο έλεγε την αλήθεια πως αγαπούσε κι αυτός την Ευλαλία!

    Και τον άκουσε πάλι να λέει:

    -Και θέλω, Άλκη!

    -Τι ζητάτε από τον υγιό μου; είπε ανυπόμονα κι ανήσυχη η κυρία Φωτεινή.

    -Θέλω, ξανάπε ο γέρος, ν’ ακούσει από σε τον ίδιον πως τίποτ’ άλλο δεν μπορούσε να γένει κι όχι εξ αιτίας μου, Άλκη, αλλά θέλω να ησυχάσει η καρδιά της, να μην έχει βάρος μαζί μου… Κι έπειτα τη φοβούμαι κάθε στιγμή και φοβούμαι μη βαρεθεί ο γιατρός τους τρόπους της και ξανάρθουν τα πράματα στην πρώτη αρχή τους… Και, ω Θε μου, τώρα θα ’ναι χειρότερα, γιατί θα ’χει εκείνος το δίκιο.

    -Γιατί να ’ρθει; είπε αμέσως με την ίδια ανησυχία η κυρία Φωτεινή κι εκοίταξε τον Άλκη, σα να ’θελε να τον ερωτήσει αν δεν έπρεπε η ίδια να δώκει απότομα ένα τέλος σ’ εκείνην τη σκηνή. Τώρα γι’ αυτήν η ιστορία ήταν τελειωμένη… η Ευλαλία δεν μπορούσε να πάρει το γιο της∙ ο γιος της έπρεπε να το πάρει απόφαση, όσο κι αν τον λυπούσε… τι εχρησίμευαν όλα εκείνα τα λόγια, όλοι εκείνοι οι γυρισμοί στα οπίσω; Δεν μπορούσαν παρά να ’ναι θλιβεροί στην υγεία του γιου της άλλο παρά να κρατούν ανοιχτή μίαν πληγή, που έπρεπε να κλείσει!

    -Να μην έρθει! ξανάπε η μητέρα.

    Κι ακολούθησε μία σιωπή μακρινή. Ο Άλκης εκοίταζε το γέροντα με την ίδια θλιμμένη περιφρόνηση κι εθύμωσε μαζί του. Τόσο πονηρά ημπορούσε να κρύβει ο ξεμωραμένος άνθρωπος την αληθινή αιτία της ανησυχίας του! Κάτω από τα τρυφερά του αισθήματα, κάτω από κείνην την περίεργη στοργή του, κάτω από την αλλόκοτη συγκίνηση, εδιαφαινότουν ο δειλός εγωισμός του, ο φόβος του οικονομικού ναυαγίου, που του ’παιρνε κάθε ανθρωπιά, κάθε αξιοπρέπεια και που δεν μπορούσε να συγκινήσει τον Άλκη και μάλιστα τόσο, ώστε να τον κάμει να αρνηθεί τον ίδιο τον εαυτό του! Αυτός ήξερε μόνο πως αγαπούσε! Ήξερε πως η καρδιά τον είχε πονέσει αβάσταχτα, πως η απελπισία και η στενοχώρια τον είχε πνίξει, όταν είχε μάθει την άρνηση της Ευλαλίας, ο νους του εκιντύνευε ακόμη, όταν την εσκεφτότουν κι ήξερε πως είχε απομείνει άνθρωπος άχρηστος, σαν παράλυτος και χωρίς ελπίδες, όταν μπρος στα μάτια του είχε σβήσει εκείνο το φως της αγάπης! Δεν την είχε λογαριάσει τόσο άτολμη! Κι είχε φανταστεί πικρά πως παραεύκολα είχε υποταχτεί κι εκείνη, χωρίς να προβάλει αντίσταση, σκύφτοντας ομπρός στην οικογενειακή θέληση, που την ήθελε να ’ναι το θύμα! Κι είχε ξεπέσει για τούτο στη συνείδησή του και την εσυλλογιζότουν για τούτο με σαρκαστική ειρωνεία, σα με πείσμα, που απόπνιγε κάποτε την αγάπη κι εσκλήραινε την καρδιά του, χωρίς όμως κιόλας να γλυκαίνει το πάθος! Και τώρα άκουε από το στόμα του γέροντα πως η απόφασή της δεν ήταν σταθερή κι αμετακίνητη, γιατί ίσως σε κάποια στιγμή ψυχικής ταραχής είχε δώκει τη συγκατάθεσή της, κι εμετανοούσε κι έκανε πάλι τον πατέρα της να φοβάται μην αθετούσε το λόγο της. Κι ο ξεμωραμένος άνθρωπος ημπορούσε στην απαραδειγμάτιστη απλότητά του, να πιστεύει πως οι αιτίες που τον οδηγούσαν είχαν μέσα τους τόση αλήθεια που ημπορούσαν πραγματικά να συγκινήσουν τον καθένα, είχαν λογική δύναμη τέτοια που κανείς δε θα μπόριε να τες αντικρούσει και φυσικά κι ο ίδιος ο Άλκης θα ’ταν έτσι αναγκασμένος να υποταχτεί στα ακολουθήματά τους. Έτσι μόνο μπορούσε να ξηγηθεί γιατί ήταν εκεί, γιατί εζητούσε ένα πράμα τόσο τεράστιο… Αλλά αυτός ο ίδιος δεν ήταν καθόλου υποχρεωμένος να τον ακούει κι ημπορούσε τέλος βέβαια να του ειπεί καθαρά όσα εσκεφτότουν για τες σκουριασμένες ιδέες του, για την ένοχη απαίτησή του… θα μπορούσε να του ειπεί για όλη τη γνώμη του και να τον ελέγξει όπως του ’πρεπε!

    Η επαναστατημένη ψυχή του ήταν παρέτοιμη να δειχτεί εκείνην την ώρα και του ήρθε στο νου η σεβάσμια μορφή του πατέρα του και μαζί τ’ όνειρο ενού κόσμου ελευτερωμένου από την τυραννία του πλούτου… του ήρθαν στο νου εκείνοι οι νέοι που ήθελαν να τον ακολουθήσουν στο δίκαιον αγώνα και εξαναφαντάστηκε τη ζωή του, δραστήριαν, όμορφη, γεμάτην ιδανικά και όνειρα που ένα ένα επραγματοποιούνταν. Ο λαός του τόπου του, τα τέκνα της γης, παραιτούσαν τες αρχαίες πλάνες, έβγαιναν από τη σκοτεινή αμάθεια, που εστήριζε τη σκλαβιά τους, άνοιγαν τα μάτια σ’ ένα φως που τα ευτύχιζε… Ο ίδιος ο Άλκης δεν εφοβότουν πλια τες αρρώστιες του, το βάρος του έργου του δεν τον ετρόμαζε, γιατί μία απέραντη αγάπη επλημμυρούσε την καρδιά του, μία αγάπη για τα πλάσματα που υπόφερναν και που την άναβε στην καρδιά του ο έρωτας της Ευλαλίας.

    Και να που τώρα πάλι εφώναζε μέσα του μία δειλή ελπίδα: η Ευλαλία δεν ήταν ακόμη οριστικά και για πάντα χαμένη… θα μπορούσε να την ξανάβρει… θα μπορούσε σε λίγο να της μιλήσει… ο ίδιος ο γέροντας του παρουσίαζε την ευκαιρία. Μία ανήσυχη χαρά τον εμέθυσε:

    -Έρχομαι! είπε χαμηλόφωνα και η όψη του επάνιασε.

    Κι ο Οφιομάχος επετάχτηκε τότες ορθός, τρέμοντας μ’ όλο το μικρό κορμί του, έσιαζε την παλιά ρεδιγκότα του, τα χείλη του εψιθύρισαν πάλι, εκοίταξε με υποψία τον Άλκη, εσάλεψε τες πλάτες του, σα να ’παιρνε αυτήν τη στιγμή την τελειωτικήν απόφασή του, εχαιρέτησε μ’ όλες τους τες ευγένειες την κυρία Φωτεινή που τους εκοίταζε ανήσυχη πάντα και του ’πε:

    -Πάμε!

    -Ωχ! έκαμε αναστενάζοντας η μητέρα.

    Και οι δύο άντρες εβγήκαν από το σαλόνι.

 

 

5

 

    Στο δρόμο επήγαιναν σιωπηλοί κι οι δύο ώσπου έφτασαν στο σπίτι των Οφιομάχων. Ο γέρος ανέβασε τον Άλκη στο θλιβερό του γραφείο, τον έβαλε να καθίσει κι άρχισε να περπατεί στενοχωρημένος στο μεγάλο δωμάτιο καθώς εσυνήθιζε. Ο Άλκης τον εκοίταζε ανυπόμονα. Ο γέρος ξακολούθησε τον περίπατό του κάμποση ώρα. Άξαφνα είπε:

    -Πάω να την κράξω! κι εγίνηκε κατακόκκινος. Και χωρίς άλλο λόγο ξαναβγήκε από την κάμαρη.

    Του Άλκη η καρδιά εχτυπούσε τώρα σα να ’θελε να ξεπεταχτεί από τα στήθη του∙ εσυλλογιζότουν με ανατριχίλα τη στιγμή που θα την έβλεπε εμπρός του, επάσκιζε μέσα στο νου του να βρει τα λόγια που θα της έλεγε, επροσπαθούσε να μαντέψει τι θα του απαντούσε εκείνη και μ’ ανήσυχη σκέψη εθυμότουν το πρόσωπό της. Τέλος η πόρτα άνοιξε∙ κι είδε να μπαίνει μέσα πρώτος ο Οφιομάχος με κατεβασμένο κεφάλι, με θλιβερή όψη και κατόπι του αργά αργά η Ευλαλία.

    Ήταν ωχρή πολύ, κι ήταν σκεβρωμένο το λυγερό κορμί της και τα μάτια της, που τα κρατούσε κατεβασμένα, ήταν παρέτοιμα να κλάψουν. Έμεινε μία στιγμή ακίνητη στην πόρτα, σα να μην ήξερε τι να κάμει, κι εσταύρωσε έπειτα τα χέρια της στο στήθος κι εσήκωσε τα μάτια. Κι είδε τον Άλκη που την εκοίταζε. Μία ζάλη εκύριεψε άξαφνα το νου της, τα μάτια της εθόλωσαν, της εφάνηκε πως το πάτωμα έφευγε κάτω από τα πόδια της, κι εβαστάχτηκε μία στιγμή από την πόρτα για να μην πέσει. Έπειτα χωρίς να ξέρει τι κάνει όρμησε μέσα, σα να ’θελε να ριχτεί στην αγκαλιά του νέου, μα μπόρεσε να σταματήσει στη μέση της κάμαρας, ενώ ο πατέρας της τότες εκλείδωνε πίσωθέ της την πόρτα. Τώρα ο Άλκης ήταν ομπρός της ωχρός κι εκείνος και τα χείλη του έτρεμαν. Η φρυμένη του γλώσσα έμεινε ακίνητη μέσα στο στόμα του και η ταραχή της καρδιάς του δεν τον άφηνε να της μιλήσει. Εζούσε μία στιγμή ονείρου∙ χίλιες εικόνες επερνούσαν ζωηρές μέσα από το μυαλό του κι έφευγαν με γληγοράδα, χωρίς να μπορεί να τες παρακολουθήσει. Την εκοίταζε σαν απολιθωμένος. Καταλάβαινε πως εκείνην την ώρα αποφασιζότουν η ζωή του. Εκείνη βαστούσε πάντα κατεβασμένο το βλέφαρο. Τέλος τα βλέμματά τους ανταμωθήκανε πάλι, μία τρεμούλα ανατάραξε το κορμί τους, τα μάτια τους εγιόμισαν δάκρυα. Της έδωκε τρέμοντας το χέρι και της βάσταξε πολλή ώρα το δικό της αμίλητος. Εκείνη έκλαιγε.

    -Άλκη! Ω, Άλκη! του ’πε.

    -Ευλαλία! της απάντησε αναστενάζοντας.

    Και χωρίς να το θέλει εστράφηκε μία στιγμή προς τον γέροντα, που τους εκοίταζε αλαλιασμένος κι είδε πως τα δάκρυα του πλημμύριζαν κι εκείνου τα μάτια. Τον είδε που επροσπαθούσε να τα κρύψει στενοχωρημένος, γιατί τον είχε καταλάβει, τον είδε να κάνει μεγάλες κι άγριες χειρονομίες, να κουμπώνει και να ξεκουμπώνει την παλιά ρεδιγκότα του και τέλος να ανοίγει με βιάση την πόρτα και να βγαίνει από την κάμαρη.

    Είχαν μείνει μόνοι∙ κι έμεναν κι οι δύο πολλή ώρα άλαλοι κι ασάλευτοι σαν καρφωμένοι πάλι στη θέση τους. Η καρδιά τους χτυπούσε γλήγορα, η πνοή τους ήταν συχνή κι ανήσυχη, μέσα στο νου τους εδούλευε η ίδια σκέψη. Τέλος τα μάτια τους ανοιγόκλεισαν την ίδια στιγμή και τα δάκρυά τους έτρεξαν ποτάμι. Και χωρίς να καταλαβαίνουν τι κάνουν, εβρέθηκαν ολομεμιάς αγκαλιασμένοι, τρέμοντας κι οι δύο∙ τα χείλη του εζήτησαν τα χείλη της σ’ ένα φιλί πολύωρο, μακρινό, όσο βαστούσε η πνοή τους, που έκανε να βράζει στην καρδιά και στο κεφάλι το αίμα, που έδινε στο κορμί ανατριχίλες, που έκανε να τρέμουν από τα μάτια θερμότερα τα δάκρυα της αγάπης. Κι εφιληθήκαν ακόμη κι ακόμη, λησμονώντας πού ήταν, παραδίνοντας ολόψυχα τον εαυτό τους.

    Κάποιος κρότος, μικρός κρότος στο πόμολο της πόρτας τους ξάφνιασε, τους ξεχώρισε και τους έκαμε να συνέρθουν. Κι εσκέφτηκαν αθέλητα το γέρο, που βέβαια επαραφύλαγε απ’ όξω και που τους θύμιζε την παρουσία του.

    Τώρα το πρόσωπο του Άλκη είχε γίνει σκυθρωπό και περίλυπο και τα μάτια του εκοίταζαν χάμου.

    -Λοιπόν, εψιθύρισε μ’ έναν αναστεναγμό.

    -Ω, έκαμε η Ευλαλία κυριεμένη από μία βαθιά συγκίνηση, ω, το ’ξερα εγώ πως η αγάπη είναι απολέμητη και πως εκείνη νικάει! Αλλά… Κι εκοίταξε γύρω της σα να ’κραζε τους τοίχους της κάμαρας για να μαρτυρήσουν.

    Κι έπειτα από κάμποσες στιγμές ξανάπε παράφορα:

    -Δεν ξέρω αν είναι αγάπη αυτό που ακούω στην καρδιά μου, αυτό που την κάνει να μην ησυχάζει! Δεν ξέρω τι μου ζητά που δεν μπορώ ούτε εγώ να το δώκω, ούτε ο πατέρας ο άχαρος, ούτε η μητέρα, μα όταν ακούω τ’ όνομά σου, αυτή αναπηδάει εδώ μέσα και δεν την ορίζω! Και μου φαίνεται τότες αδύνατο αυτό που θα γίνει, αδύνατο να ’μαι ενός άλλου ανδρός η γυναίκα και το μυαλό μου σκοτίζεται και βλέπω τόση δυστυχία εδώ γύρω μου! Δεν ξέρω αν η αγάπη είναι κάτι πλιο μεγάλο και πλιο άγιο, μα ωστόσο μ’ είχες κάμει να ιδώ στον κόσμο πράματα που δεν είχα ιδεί ποτέ μου κι ας ήταν πάντα ομπρός μου. Και τώρα; Και τώρα;

    Έτρεμε σύγκορμη, ενώ μιλούσε∙ κι απορούσε με τον εαυτό της πώς έβρισκε εκείνα τα λόγια. Ένας ίδρος ψιλός της ύγραινε το μέτωπο και τα χέρια και τα μάτια της εκοίταζαν τρυφερά τον Άλκη, μουσκεμένα πάλι από τα δάκρυα.

    Της είπε με φωνή σιγανή:

    -Στο χέρι σου είναι!

    Εκείνη εχαμογέλασε πικρά και κάμποσες στιγμές δεν εμίλησε σα φοβισμένη.

    -Τι είναι στο χέρι μου; του απάντησε άξαφνα.

    -Δεν το ’πες; είπε∙ και τι είναι εκείνο που θα εμπόδιζε την ευτυχία μας; Μα δεν το βλέπεις πως μια ζωή, η ζωή μου κρέμεται από τα χέρια σου… δε βλέπεις πως μόνο με σένα και από σένα έχω τη δύναμη ν’ αναπνέω και βρίσκομαι ακόμη σ’ αυτόν τον κόσμο; Ω, Ευλαλία! Κι αν ακόμη η καρδιά μου μπορεί να περιμένει κάτι από τη ζωή… θέλει, αν κάμει κάτι από τον εαυτό μου, πιστεύει και λατρεύει… μπορεί και το κάνει μονάχα, γιατί ελπίζει ακόμα, γιατί τρυφερά συλλογίζεται εσένα! Μα δεν το βλέπεις;

    -Αχ! του αποκρίθηκε, γιατί να το πιστεύεις, Άλκη; Μια ζωή σαν τη δική σου πώς μπορεί να ’ναι στα χέρια μιας αδύνατης γυναίκας, ως κι αν αγαπά μ’ όλη της τη δύναμη, μ’ όλην της την ψυχή. Μια καταστροφή κατατρέχει την αγάπη μας, Άλκη! Ο γέροντας τρέμει κι απελπίζεται κι από με μόνο περιμένει την ύστερη βοήθεια. Θα του την αρνηθώ; Ο δρόμος ανοίγεται εμπρός σου… άφησέ με εμένα και ακολούθησέ τον μονάχος σου! Πήγαινε, πήγαινε!

    -Δε σ’ αφήνω! της εφώναξε ο Άλκης∙ δε θα σ’ έχει κανένας σιμά του όσο εγώ έχω πνοή… δική μου, λες, είναι η αγάπη σου, δική μου θα ’σαι και συ! Γιατί όχι; Πώς θα ξεκάμω μιαν ευτυχία γεμάτη ενθουσιασμό, πώς θα ξεριζώσω από την καρδιά μου εκείνο που τη θερμαίνει και την κάνει να πιστεύει; Όχι, όχι! Και γιατί να φαντάζονται όλοι εδώ μέσα τη συφορά τόσο μεγάλη και παρέτοιμη είσαι και συ να θυσιάσεις εμένα… Κανένας τους δε θα πεθάνει, μην το φοβάσαι κι ας δουλέψουν, αν θέλουν τ’ αδέρφια σου κι ας τους δώκει ζωή η ανάγκη… Γιατί να τα περιμένουν όλα από μίαν αδικία, από τη θυσία τη δική σου, Ευλαλία… από ένα χαλασμό… Αρνήσου το λόγο σου… σου δέομαι, Ευλαλία!… σου δέεται η αγάπη μου… Κοίτα μέσα στα μάτια μου… κοίτα…ναι…έτσι… κοίτα με… Πάρε θάρρος… θα το ιδείς… θα ησυχάσουν όλα στερνότερα… η φαντασία του γέρου μεγαλώνει τα πράματα! Θα ιδείς θα σε δικαιώσουν όλοι, κι ο πατέρας σου ο ίδιος! Είναι αδύνατος ο καημένος ο γέροντας, θα τον δυναμώσουμε εμείς, με την ευτυχία μας, γιατί η ευτυχία χαρίζει και θάρρος και δύναμη και η ευτυχία η δική μας δεν είναι σαν όλες, Ευλαλία. Ω, κοίτα με ακόμη!

    Είχε σηκωθεί ο Άλκης κι είχαν βρεθεί πάλι ο ένας σιμά στον άλλον κι εκοιταζόνταν κάμποσες στιγμές αμίλητοι με μια λαχτάρα που εκλόνιζε την καρδιά τους.

    -Ω, ας ήταν έτσι! αναστέναξε με τα μάτια γεμάτα δάκρυα η Ευλαλία.

    -Και δεν είναι; της απάντησε ο Άλκης με μίαν τρεμούλα στο κορμί του, δε σου το λέει η καρδιά πως είναι έτσι;

    -Ω! έκαμε εκείνη παραδίνοντας τον εαυτό της.

    Κι εβρέθηκαν πάλι αγκαλιασμένοι σφιχτά κι εφιλιούνταν για πολλήν ώρα χύνοντας ένα ποτάμι δάκρυα σα να ’θελαν να παραδώσουν ο ένας του άλλου την ψυχή του…

    Μα η πόρτα άνοιξε τώρα σιγά σιγά∙ και μετά βιας έλαβαν τον καιρό να ξεχωριστούν και ν’ αφήκουν τα χέρια. Τώρα ο γέρος είχε έρθει μέσα και για μια στιγμή εστάθηκε στο κατώφλι κι ακούμπησε τον ώμο του στον παραστάτη της πόρτας. Το ρόδινο χρώμα του προσώπου του ήταν ωχρό και το κορμί του έτρεμε μέσα στην παλιά ρεδιγκότα του. Τους εκοίταξε δειλά. Και το βλέμμα του, σβημένο, το ντροπαλό, το ελεεινό του βλέμμα, εφάνηκε όλη η αγωνία της ψυχής του, όλος του ο τρόμος μην άκουε από το στόμα τους την καταδίκη του… ελαχταρούσε να μάθει τι είχαν ειπεί μονάχοι τους, οι δύο νέοι, την απόφασή τους κι η θλιβερή μορφή του τους ζητούσε δειλά το έλεος.

    Εκοιταζόνταν και οι τρεις τους με μία συγκίνηση που άξαινε κάθε στιγμή και τέλος ο Άλκης της είπε με τρεμάμενη φωνή καταλαβαίνοντας πως αποφασιζότουν τότες η ζωή του:

    -Ευλαλία, μίλησε εσύ του πατέρα σου!

    Αλλά εκείνη δεν κουνήθηκε από τη θέση της και δεν άνοιξε το στόμα. Έτρεμε.

    Η τραγική εικόνα εκείνου του γέροντα, η δειλή του απελπισία, εκείνη η ματιά του που ζητούσε τη χάρη της και το έλεός της, της έσβηνε κάθε θάρρος από την καρδιά της… Τον ξανάειδε με το νου της ξέφρονα, που έσκιζε τα οικογενειακά χαρτιά τους μέσα σ’ εκείνο το ίδιο θλιβερό δωμάτιο, συνεπαρμένον από μία μανία καταστροφής, τα μάτια της έχυσαν πάλι ένα ποτάμι δάκρυα… Όχι, δεν της ήταν δυνατό να του αρνηθεί τη βοήθεια που της ζητούσε, δεν της ήταν δυνατό να μην τον ελεήσει τον άτυχο τον ελεεινό γέροντα, που ήταν πατέρας της.

    Κι ολομεμιάς επήρε την απόφασή της. Ωστόσο ο Οφιομάχος είχε έρθει στη μέση της κάμαρας προχωρώντας με δειλά πατήματα, κοιτάζοντας ακόμη περίτρομος πότε τον Άλκη και πότε την κόρη του, και χωρίς να πάψει η ταραχή του είπε χαμηλόφωνα και κατεβάζοντας το κεφάλι:

    -Συμπάθησε, Άλκη, σ’ άφηκα πολλήν ώρα εδώ να περιμένεις, αλλά είχα κάποιο θέλημα… Έτσι είναι η ζωή! Ό,τι θέλει κανείς δεν το κάνει… αυτή είναι η ζωή!

    Και λέγοντας έτσι εκοίταξε πάλι περίλυπος την Ευλαλία με το ίδιο παρακαλεστικό και ταπεινό του βλέμμα.

    -Ω, μίλησε! της ξανάπε ο Άλκης με πικρή στενοχώρια.

    Εκείνη απάντησε όχι με το ξανθό της κεφάλι και δεν επρόφερε λέξη. Κι έπιασε χλωμή στην όψη το χέρι του γέροντα και του το φιλούσε και του το ’βρεχε με τα δάκρυά της.

    Και ο Οφιομάχος τρέμοντας σύγκορμος μέσα στην παλιά ρεδιγκότα του, ανάγυρε το πρόσωπό του για να μην την βλέπει και εβάλθηκε να γελάει, ενώ δάκρυα χοντρά του κατέβαιναν από τα μάτια.

    Στην καρδιά του Άλκη η πικρή στενοχώρια εμεγάλωνε. Τώρα δεν ήξερε πια πού εβρισκότουν. Έπιασε συγκινημένος το άλλο χέρι του γέρου κι επάσκισε ακόμη κάτι να ειπεί αλλά δεν ημπόρεσε. Μόνο εκοίταξε λυπημένος το κεφάλι της Ευλαλίας.

    -Σας χωρίζω εγώ! του ’πε με αδύνατη φωνή ο Οφιομάχος σφίγγοντάς του το χέρι.

    Τώρα όμως ο Άλκης ένιωθε πως έπρεπε να λάβει τέλος εκείνη η θλιβερή σκηνή. Τα πάντα ήταν χαμένα! Ήταν αργά. Κι αυτήν τη στιγμή η Ευλαλία σα να ’χε μαντέψει το στοχασμό του, εσήκωσε τα μάτια και του ’πιασε το χέρι και το κράτησε πολλή ώρα στο δικό της… Κι η λύπη εξεχειλούσε ωστόσο στην καρδιά του κι αισθανότουν πως του ’φευγε ο νους και τα στήθη του εφούσκωσαν∙ μία σκοτούρα εθόλωσε τα μάτια του, τ’ αυτιά του εβούιζαν. Κι ολομεμιάς σα να ’παιρνε άξαφνα μίαν τρομερή απόφαση άφηκε τα δυο χέρια κι όρμησε τρικλίζοντας προς την πόρτα. Εκεί εσταμάτησε κάμποσες στιγμές, εκοίταξε το θλιβερό γραφείο και την Ευλαλία που ’μενε ακόμα σιμά στον πατέρα της, άνοιξε με βία κι εβρέθηκε όξω…

    Τώρα ήταν στην εξώπορτα κι εσταμάτησε μία στιγμή για να σφουγγίσει τα δάκρυά του. Και καθώς έβγαινε ταραγμένος είδε εμπρός του το Γουλιέλμο Αρκούδη, τον υγιό του τραπεζίτη που περνούσε αυτήν την ώρα, ίσιος ίσιος, με αδιάφορο βλέμμα, ξυρισμένος όλος, φορώντας ρούχα σταχτιά εγγλέζικης μόδας, παίζοντας με το βαρύ του μπαστούνι. Ηθέλησε να τον ξεφύγει, αλλά ο Γουλιέλμος τον εχαιρέτησε μ’ ένα άτονο χαμόγελο. Και του ’πε στραβώνοντας λίγο τα χείλη του:

    -Τι ακούω; Αληθινά λοιπόν ο γιατρός Στεριώτης παίρνει την Ευλαλία;

    -Ναι! του απάντησε δειλά ο Άλκης, πασκίζοντας να χαμογελάσει, ενώ το αίμα του ανέβαινε στο κεφάλι.

    Ο άλλος εγέλασε δυνατά μ’ ένα άσκημο γέλιο, κοιτάζοντας παράξενα τον Άλκη:

    -Α, α! του ’πε, μα αυτό δε θα το πάθω εγώ ποτέ μου! Α όχι! Πώς; Η Λουίζα θα ’ναι δική μου, όταν θελήσω, όσο θελήσω, όπως θελήσω! Πώς;

    -Και πότε ο γάμος; του ’πε καλότροπα μ’ έναν αναστεναγμό.

    -Πότε; Μα δεν το ξέρω! Ξέρω μόνο πως η Λουίζα θα ’ναι δική μου! Κι εγέλασε.

    Ο Άλκης τον εκοίταξε μία στιγμή με θυμό και με περιφρόνηση. Ο κυνικός του τρόπος τον επείραζε και μάλιστα αυτήν τη στιγμή.

    -Μπορείς, του ’πε, να ’σαι τόσο άτιμος!

    Ο άλλος εκοκκίνισε, χωρίς όμως να χάσει την απάθειά του, εσήκωσε τες πλάτες του και για μία στιγμή δεν απάντησε. Εμιλούσε έτσι, γιατί ενόμιζε πως ο Άλκης θα ’φευγε θυμωμένος από το σπίτι των Οφιομάχων και θα ευχαριστιότουν με το κακό που αυτός είχε στο νου του. Εσυλλογίστηκε αν έπρεπε να γελάσει ή να θυμώσει ή να γυρίσει εκείνην τη βρισιά στο αστείο. Κι αποφάσισε το τελευταίο και ξαναγέλασε.

    -Τουλάχιστο, είπε, δε μου φεύγουν οι γυναίκες από τα χέρια! κι εσφύριξε ένα ιδιαίτερο σφύριγμα.

    Σε μία στιγμή ένα παράθυρο άνοιξε. Ο Άλκης ετραβήχτηκε κάτου από την πόρτα. Και ακούστηκε η φωνή της Λουίζας που αποκρινότουν σιγαλά:

    -Έρχομαι… έρχομαι!

    -Το βλέπεις! είπε θριαμβευτικά ο Γουλιέλμος Αρκούδης κι εξεκαρδίστηκε στα γέλια.

    Ο Άλκης εβγήκε τότες από την πόρτα και περίλυπος επροχώρησε στο στενόν το δρόμο.

  

 

 

  9ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA