6

 

Δεν ήξερε πού τον έπαιρναν τα πόδια του. Πότε εγληγόρευε το βήμα, σα να ’παιρνε άξαφνα κάποια απόφαση, πότε αργοπορούσε ρίχνοντας στα οπίσω του το βλέμμα κι αναστενάζοντας. Τ’ αυτιά του εβούιζαν και το κεφάλι του ήταν βαρύ και πονεμένο. Του ξαναρχόνταν στο νου ένα ένα τα λόγια της Ευλαλίας, όλη η μέθη των φιλιών της, όλη η ταραχή της ψυχής της, την έβλεπε πώς εκλονιζότουν ομπρός του, πώς άλλαζε χρώμα το πρόσωπό της, πώς επλημμύριζαν δάκρυα τα μάτια της, πώς η καρδιά της, που αγαπούσε, του παραδινότουν συνεπαρμένη από μίαν πρωτοδοκίμαστη ευτυχία, που δεν είχε τη δύναμη να την απαρνηθεί∙ και του παρουσιαζότουν κιόλας ο ελεεινός γέροντας, φοβισμένος, αλαλιασμένος, χωρίς δύναμη να σκεφτεί, χωρίς θέληση ν’ αντισταθεί σε καμία συφορά του και που είχε καταφέρει ωστόσο να τους χωρίσει, χωρίς ούτε να ξέρει τι έκανε, μέσα σ’ εκείνο το σκοτεινό μεγάλο γραφείο, το γεμάτο χαρτιά και σκόνες με τα παλιωμένα έπιπλα και που ανάδινε τη μυρωδιά του ξεπεσμού…

Κι εσυλλογιζότουν πικρά πως ο γέροντας τούς είχε υποτάξει στην αδύνατη θέλησή του, πως αυτός ο ίδιος δεν είχε βρει τα λόγια που θα κατέπειθαν την Ευλαλία, που θα την εγλίτωναν ως κι εκείνην από τον εξευτελισμό, από το τρομερό πούλημα που το επαραδεχότουν… Γιατί είχε σταθεί τόσο αδέξιος; Γιατί δεν είχε μετρήσει τα λόγια του την ώρα που την είχε ομπρός του; Γιατί δεν είχε αφήκει την καρδιά του να κάνει ό,τι ήθελε, ενώ εκείνες τες στιγμές ίσια ίσια όλη η δυναμη του νου του έπρεπε να ’χε βοηθήσει το φλογερό του αίσθημα, έπρεπε να βρίσκει συλλογισμούς κι επιχειρήματα ακαταμάχητα, που θα εσίγαζαν κάθε δισταγμό της Ευλαλίας, που θα την έκαναν να αθετήσει την απόφασή της, εκείνην την απόφαση που τώρα τον απέλπιζε και τον εβύθιζε σε μία αδιήγητη πνοή, που δεν τον άφηνε να λυπηθεί όσο έπρεπε, να κλάψει όσο έπρεπε, να ειπεί στον εαυτό του το πάθος του ή να κοιτάξει, αν ημπορούσε ακόμη, να δοκιμάσει κάποια προσπάθεια. Αχ, γιατί δεν εδοκίμαζε τα πάντα όση ώρα ήταν σιμά της; Γιατί, μα γιατί;

Κάτι έσφιγγε την καρδιά του ανυπόφερτα, δεν έβλεπε τίποτα απ’ ό,τι ήταν τριγύρω του. Είχε έρθει στη μεγάλη δεντροφυτεμένη πλατεία και ανακατεύτηκε μέσα στον κόσμο, που αυτήν την ώρα εσεργιάνιζε ακόμα αδιάφορα, σα να μην είχε η ζωή πίκρα καμία. Η μέρα είχε τελειώσει και στα μικρά καφενεία τα φωτερά άναφταν.

Άξαφνα ο Άλκης εσταμάτησε, έμεινε μία στιγμή σκυφτός, ανοίγοντας τα μάτια του, χαϊδεύοντας με το ένα χέρι το σουβλερό γενάκι του κι εσυλλογίστηκε ταραγμένος: Έπρεπε να βρει τη διόρθωση… Δεν ήταν δυνατό να μην έβρισκε διόρθωση καμία, γιατί κι η ζωή θα ’ταν κάτι αδύνατο, δεν ήταν δυνατό να μην ελύγιζε τη θέληση της Ευλαλίας, γιατί κι η Ευλαλία τον αγαπούσε κι έφταιγε μόνο εκείνος που δεν της είχε μιλήσει με αποφασιστικότητα, γιατί, αν το ’χε κάμει, θα την έπειθε, το ’ξερε τώρα… δε θα μπορούσε να του αντισταθεί. Έφταιγε μόνο ο ίδιος, ας εγύριζε τώρα αυτός, ας ξαναδοκίμαζε, ας την ξανάβλεπε, ας της ξαναμιλούσε, έτσι δεν μπορούσε να χάσει τον έρωτά του, την αγάπη της, να την παραδώσει κι εκείνος σ’ έναν άλλον… Ας εγύριζε αμέσως…

Και κάνοντας αυτούς τους στοχασμούς εγύρισε πάλι, ακολουθώντας με σιγαλό βήμα το δρόμο που ’χε κάμει πρωτύτερα, αλλά ενώ επροχωρούσε, εκατάλαβε πως δε θα ’χε πλια τη δύναμη να χτυπήσει εκείνην την πόρτα, να ζητήσει την Ευλαλία, να βρεθεί μαζί της στο θλιβερό γραφείο του Οφιομάχου, κι ωστόσο επροχωρούσε και κάθε στιγμή κάποια καινούρια ελπίδα εφώτιζε μέσα στο στήθος, παράλογη και πλάνα: Θα απαντούσε στο δρόμο την Ευλαλία, γιατί θα ’βγαινε βέβαια εκείνο το βράδυ και θα την εζύγωνε και θα της μιλούσε με άλλο πάθος, με άλλη φλόγα και θα τον καταλάβαινε στο ύστερο ή τουλάχιστο θα ’βρισκε τον τρόπο να της ειπεί πως έπρεπε να τον αναμένει απόψε ή αύριο ή όταν ήθελε, για να τον ακούσει μια φορά ακόμα, γιατί βέβαια φυσικό δεν είναι να πετά κανείς μακριά του την ευτυχία του. Κι αν πάλι δεν την έβλεπε στο δρόμο, θα την αντίκριζε ίσως στο παράθυρο, γιατί θα το ’ξερε η Ευλαλία πως εκείνο το βράδυ αυτός θα περνούσε πάλι από το δρόμο της, γιατί δε θα μπορούσε ούτε η ίδια να το πιστεύει πως θα την άφηνε χωρίς αντίσταση, πως θα την παράδινε έτσι και ο ίδιος σ’ έναν άλλον άντρα, μία ματιά θα ’φτανε για να βρεθούν συνεννοημένοι, τη ματιά θα την ακολουθούσε ένα χαμόγελο και το χαμόγελο ένα καρδιοχτύπι και το καρδιοχτύπι μία απέραντη χαρά και θ’ ανοιγότουν ομπρός της πάλι ένας κόσμος γεμάτος χρυσές ελπίδες.

Ο νους του παραλογούσε. Έφτασε κάτω από το σπίτι των Οφιομάχων, εκρυφοκοίταξε τα παράθυρα, ήταν όλα κατάκλειστα. Στο δρόμο εβασίλευε άκρα ησυχία. Εβρέθηκε όξω από την πόρτα τους αλλά δεν έλαβε το θάρρος να σταματήσει κι ακολούθησε το στενόν το δρόμο, ως την άκρη∙ εκοίταξε ολόγυρά του προσέχοντας μήπως κινήσει την κοινή περιέργεια κι εγύρισε πίσω πάλι στενοχωρημένος κι αναποφάσιστος. Μα αυτήν τη φορά δεν εσήκωσε ούτε τα μάτια και ξαναπερνώντας κάτου από το σπίτι των Οφιομάχων εγληγόρεψε το βήμα. Η στενοχώρια άξησε στην ψυχή του, βλέποντας πως ήταν άσκοπη κάθε απόπειρα και του κάκου ερωτούσε πάλι τον εαυτό του τι έπρεπε να κάμει. Οι πλιο αλλόκοτες ιδέες περνούσαν από το μυαλό του. Έπρεπε να δώκει τέλος σ’ αυτήν τη ζωή! Ας μην επήγαινε πλια στο σπίτι του… ας έπαιρνε κανένα δρόμο προς την εξοχή… ας περπατούσε αδιάκοπα όλη νύχτα και την άλλη μέρα και την άλλην τη νύχτα, ώσπου θα τον έπιανε μία θανάσιμη κούραση. Τώρα πλια τι άλλο είχε να κάμει στον κόσμο! Τα όνειρα του εκείτονταν όλα χαλασμένα μπροστά του, αυτός ο ίδιος ήταν άνθρωπος τελειωμένος πλια!

Είχε περπατήσει καμπόσο, ακολουθώντας τον παραλιακό το δρόμο, έξω από τη χώρα. Η νύχτα είχε έρθει∙ οι διαβάτες ήταν σπάνιοι∙ η θάλασσα ήταν ήσυχη και στον καθρέφτη της αντιφώτιζαν κάποια αστέρια. Παρατήρησε πως κάτου από τα δέντρα στο συσκόταδο ήταν ακόμη τα καθίσματα ενού μικρού καφενείου κι επήγε κι εκάθισε σ’ ένα τραπέζι. Επαράγγειλε στο σαστισμένο υπηρέτη μία μπουκάλα δυνατό πιοτό κι εβάλθηκε να πίνει. Με τα πρώτα ποτηράκια ο νους του εσκοτίστηκε. Η καρδιά του αλάφρωσε ολομεμιάς∙ η λύπη αφανίστηκε∙ τον επλημμύρισε σιγά σιγά ακράτητη όρεξη να γελάσει… Εθυμότουν μόνο πως είχε ιδεί ένα άσκημο όνειρο και τ’ όνειρο τώρα είχε διαλυθεί κι ήταν τόσο ευτυχισμένος σ’ αυτήν την πραγματικότητα… Μόνο που το κεφάλι του εγύριζε κάπως κι εβούιζαν κάπως ασυνήθιστα τ’ αυτιά του, αλλά βέβαια κι αυτό σε μία στιγμή θα περνούσε, ήταν ολότελα καλά, δεν είχε κανένα φόβο για την υγεία του, δεν έκανε καθόλου κρύο εκείνο το βράδυ. Ας έπινε! Η Ευλαλία ήταν δική του, θα την έπαιρνε, αυτό του είχε ειπεί εκεί στο σπίτι της, τ’ άλλο που τον είχε ανησυχήσει που τον είχε βυθίσει στην παράλογη θλίψη του, δεν ήταν παρά το άσκημο όνειρο, το αφύσικο όνειρο, το αδύνατο ονειροπλάκωμα, που δε συμφωνούσε ούτε με το χαρακτήρα της Ευλαλίας, ούτε με την καλοσύνη των ανθρώπων! Ω, οι άνθρωποι ήταν όλοι αγαθοί… δεν τους άρεσε να βασανίζουν κανέναν… ο Οφιομάχος είχε μετανιώσει… είχε ιδεί πόσο ήταν άδικο αυτό που ζητούσε, είχε βλογήσει την αγάπη τους, ήταν κι εκείνος άνθρωπος τόσο αγαθός! Κι επιετα είχε φοβηθεί κι εκείνος ένα πράμα ανύπαρχτο… Καμία στενοχώρια δεν τον έσφιγγε, ημπορούσε να ζει όπως ήθελε, στο παλιό του το σπίτι, ευτυχισμένος κι εκείνος… ναι, ναι σ’ όλον τον κόσμο εβασίλευε μία αδιήγητη ευτυχία… μία άδολη χαρά… Τι ωραία που ήταν η ζωή! Ας έπινε!

Μα γιατί εγύριζε έτσι το κεφάλι του και μάλιστα όταν εκλειούσε τα μάτια… και τα μάτια του όμως ήθελαν να κλείσουν… Μα από τ’ άλλο μέρος ποτέ δεν ήταν τόσο καλά σαν εκείνο το βράδυ. Ποτέ του! Και ποτέ δεν ήταν τόσο βέβαιος που δε θ’ αρρώσταινε πλια! Είχε δυναμώσει… είχε μία υγεία ακλόνητη… αυτή του εχρειαζότουν για το μεγάλο έργο του… Πώς επροόδευε κι εκείνο, ένας λαός εδιψούσε τη μόρφωση, όλοι οι νέοι του τόπου δεν είχαν άλλο ιδανικό, δεν είχαν άλλη φροντίδα, παρά να υψώσουν τη λαϊκή συνείδηση… Παντού αντηχούσε μια κραυγή χαράς, δεν έβρισκε πουθενά αντίσταση, σε λίγο αυτή θα εβασίλευε απάνω σ’ έναν τρισευτυχισμένον κόσμο! Ας έπινε!

Θα ήθελε τώρα κι αυτός να μιλήσει στα πλήθη… να τα κάμει να αιστανθούν τον ενθουσιασμό του… ω, θα ήξερε τι θα τους έλεγε! Τραγούδια… Δε θα γελούσαν… το νόημα ήταν αδιάφορο… και τα λόγια αδιάφορα… οι άνθρωποι θα καταλάβαιναν γιατί τους μιλούσε, ό,τι και να τους έλεγε… θα ετραγουδούσαν μαζί του… αυτό είχε να ειπεί επανάσταση… και θα εγελούσαν και θα επλημμυρούσαν τους δρόμους τρικλίζοντας από τα γέλια τους… Ας εγελούσε τώρα και ο ίδιος… Χα, χα! Η ζωή! Μα ποτέ δεν την είχε καταλάβει σ’ αυτόν τον τρόπο… Χα, χα! Ας έπινε!

Αυτήν τη στιγμή εδιάβαινε από το δρόμο μια συντροφιά λαϊκών ανθρώπων που ετραγουδούσαν. Κάποιο αδιάφορο τραγούδι. Τους άκουσε από μακριά κι επρόσεξε. Οι φωνές όλο εσίμωναν. Στ’ αυτιά του αντηχούσαν με ουράνιαν αρμονία, συμπληρώνοντας τη χαρούμενη διάθεσή του. Εχτυπούσε το ρυθμό με το πόδι και χαμηλόφωνα εσυνόδευε κι ο ίδιος το τραγούδι… Του φάνηκε πως εκείνοι οι λίγοι άνθρωποι ήταν αμέτρητο πλήθος… η καρδιά του αναπήδησε από τη χαρά του… το τραγούδι ήταν το νικητήριο τραγούδι της λευτεριάς… το πλήθος ήταν οι εργάτες του τόπου που εγύριζαν από τη νίκη τους… ήθελε να ’ναι μαζί τους… μα γιατί, ίσια ίσια τώρα το κεφάλι του εγύριζε τόσο και τα πόδια του δεν τον υπάκουαν; Ας επλέρωνε, γιατί έπρεπε κι αυτός να πάει μαζί τους… δεν ήταν αυτός ο αρχηγός; Δεν τον είχαν κηρύξει αρχηγό τους εκείνοι οι νέοι;… Ήταν εκεί κι αυτοί με τους εργάτες τώρα! Χα, χα, χα! Ας έπινε! Τους είχε καλά οδηγήσει ο ίδιος στη σημερινή νίκη! Θα έτρεχαν όλοι μαζί στης Ευλαλίας… θα έκλαιγε εκεί από τη χαρά του…

Ηθέλησε να τους φωνάξει για να τον αναμείνουν, μα η γλώσσα του εμπερδευότουν στα δόντια του∙ κι αυτό πάλι τον έκανε να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Έβρισκε πως κι αυτός ήταν αποτέλεσμα της σοβαρής χαράς του. Ήταν και πολύ σοβαρή εκείνη η χαρά του… γεμάτη αξιοπρέπεια! Φυσικά αυτός έπρεπε να δίνει το παράδειγμα. Εσηκώθηκε με κόπο από την καρέκλα του. Κι αυτό πάλι τον έκαμε να γελάσει, εκατάλαβε πως τα πόδια του εκινιόνταν δύσκολα και πως ετρίκλιζε περπατώντας, εκατάλαβε πως εριχνότουν από δέντρο σε δέντρο, πότε δεξιά πότε αριστερά, άρρυθμα και γλήγορα. Ως κι αυτό τον έκαμε να γελάσει κι εξήγησε στον εαυτό του πως τα ίδια τα πόδια του εβιαζόνταν, γιατί έπρεπε να σμίξει γλήγορα εκείνους τους εργάτες και τους νέους που ’χαν κιόλας περάσει… Επροχώρησε λιγάκι ακόμη στο συσκόταδο, χτυπώντας στα φανάρια, στους κορμούς των δέντρων, σκοντάφτοντας, γελώντας αδιάκοπα τώρα και τέλος γληγορεύοντας το βήμα του σα να ’θελε να τρέχει και σκύφτοντας, γιατί δεν μπορούσε πλια να βαστά ορθό το κεφάλι του, έπεσε μπρούμυτα απάνω στα χλωρά τα χόρτα, επροσπάθησε του κάκου να σηκωθεί πάλι κι έμεινε άξαφνα αναίσθητος βυθισμένος σ’ ένα βαρύ λήθαργο.

Την άλλη μέρα αργά εξύπνησε στο κρεβάτι του. Ο νους του ήταν θολωμένος, το κεφάλι του βαρύ, δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς είχε βρεθεί στην κάμαρά του. Επερίφερε τα μάτια του κι είδε πως η μητέρα του ήταν καθισμένη στα πόδια του κρεβατιού στη μεγάλη πολυθρόνα της. Εκατάλαβε πως είχε αγρυπνήσει σιμά του. Ένας αναστεναγμός εβγήκε από το στόμα του. Εντρεπότουν αυτήν τη στιγμή τον εαυτό του.

-Θα μισέψω, της είπε χαμηλόφωνα, αφού την καλημέρισε μ’ ένα πικρό χαμόγελο.

-Καλά θα κάμεις! του αποκρίθηκε σοβαρά και τον αγκάλιασε μ’ ένα δάκρυ.

 

 

7

 

Η άνοιξη ετελείωνε κι είχε αρχίσει η ζέστη κι ήταν ακόμη πρωί.

Σκεβρωμένος, άσκημος, μέσα στα λερά του ρούχα ο Πέτρος Αθάνατος ετριγύριζε αυτήν την ημέρα όλην τη χώρα. Κατέβαινε από τη δεντροφυτεμένη πλατεία στη θάλασσα, περνούσε τον παραλιακό δρόμο, την αγορά, το λιμάνι, εκοίταζε σ’ όλα τα καφενεία, ερωτούσε τους ανθρώπους του λαού που εγνώριζε και που συχνά τους συναναστρεφότουν σα φίλους, για δεύτερη φορά είχε ανεβεί του κάκου στο σπίτι των Οφιομάχων, ο Γιώργης δεν ημπορούσε πουθενά να βρεθεί, δεν τον είχε ιδεί κανένας και στο σπίτι δεν ήξεραν πού είχε πάει. Κι εσκύλιαζε ο παράξενος άνθρωπος.

Ξαναγύριζε τώρα πάλι στην πλατεία, όταν σ’ ένα κεντρικό δρόμο είδε μπροστά του το Σπύρο. Αποφάσισε να τον ρωτήσει κι εκείνον. Τον κοίταξε μία στιγμή κι εχαμογέλασε με πικρό σαρκασμό. Αυτός επήγαινε σα σκοτισμένος, κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά κατά τη συνήθεια του, μ’ ένα απομωραμένο χαμόγελο στα χείλη, ντυμένος μ’ άσπρα ρούχα αψεγάδιαστα. Τον εσταμάτησε και τον εχαιρέτησε. Τον ερώτησε έπειτα για τον αδερφό του, ήταν ανάγκη να τον βρει αυτήν την ώρα. Αλλά ούτε ο Σπύρος δεν ήξερε τίποτα. Μαζί είχαν βγει από το σπίτι τους, αλλά πολλή ώρα πρωτύτερα, έπειτα τον είχε πάλι ανταμώσει στο δρόμο, αλλά δεν του ’χε πει βέβαια πού θα πήγαινε κι ο ίδιος φυσικά δεν τον είχε ρωτήσει. Στο σπίτι τους δε ρωτούσαν ποτέ… αυτό ήταν το σύστημα… ωστόσο θα ’κανε λίγα βήματα με τον Πέτρο, γιατί τώρα πλια δουλειά δεν είχε… Αυτό ο Πέτρος θα το ’ξερε. Το Γιώργη θα τον ήθελαν βέβαια στου Βαλσάμη, φυσικά γι’ αυτό τον εγύρευε ο Πέτρος… Α! τι έκανε αυτή η ψυχή; Αποφάσιζε τέλος πάντων να πεθάνει; Ο κόσμος έλεγε πως εχειροτέρευε σοβαρά… Α, η τύχη του Γιώργη εδούλευε καλύτερα από τη δική του… Κι ας ήταν κουτός ο Γιώργης, πόλεγε πως τη Βαλσάμη δε θα την έπαιρνε ποτέ γυναίκα του… Ποιος καταλάβαινε τίποτα! Μα ίσια ίσια η Τύχη κυνηγάει τους κουτούς… Χα, χα, χα!

Αυτά έλεγε κι εγελούσε, υποχρεωμένος ν’ ακολουθεί το γοργό βήμα του Πέτρου που εβαρυνότουν τη φλυαρία του και που όλο πηγαίνοντας έριχνε το βλέμμα του μέσα στα μαγαζιά κι εκοίταζε τους διαβάτες έναν έναν. Άξαφνα το ανόητο χαμόγελό του έσβησε από τα χείλη του και το πρόσωπό του εσυγνέφιασε, μία λύπη, που δεν μπορούσε να παρακολουθήσει καμία σοβαρή σκέψη, περνούσε εις την ώρα σιμά στην καρδιά του.

-Το ’μαθες; είπε. Η θυγατέρα του Αστέρη αυτή που την ήθελα εγώ, στεφανώνεται αυτές τες μέρες με τον ξένο… τ’ άκουσες βέβαια!

-Όχι, του ’πε ο Πέτρος απότομα και ρίχνοντάς του μία περιφρονητική ματιά εγέλασε με το άσκημο γέλιο του.

-Κι όμως, επέμεινε ο Σπύρος, είναι έτσι! Το χρήμα πάει εκεί που είναι χρήμα! Ο Αστέρης μάς είχε μυριστεί, είμαι βέβαιος από τα μισόλογά του. Ο πατέρας μου βλέπεις έκαμε τόσο άχαρα τες δουλειές του… το κατάλαβαν όλοι πριν της ώρας πως είμαστε τσακισμένοι! Αυτό στο λέω εσέ, γιατί σε ξέρω. Κι έτσι επήγανε όλα κατά διαβόλου, μόνο και μόνο γιατί ο πατέρας μου δεν ήξερε να κρύψει λίγες μέρες ακόμη τα κατάντια μας. Λίγες μέρες μόνο!

Ο Πέτρος τον εκοίταξε πάλι με το ίδιο σαρκαστικό γέλιο του.

-Γελάς ε; του ξανάπε λυπημένος. Μα εγώ την έχασα από μέσα από τα χέρια μου!

-Και τι πειράζει; ξαναγέλασε ο Πέτρος.

-Πώς τι πειράζει; Το βράδυ του χορού τα ’λεγα όλα τελειωμένα, την έλεγα δική μου. Αχ, μα η κυρία Θεοφανώ! Πού να βρεθεί τώρα μία άλλη τόσο πλούσια!

-Μα τόσο φοβάσαι, άνθρωπε, τη φτώχεια; Χρειάζονται τόσο λίγα για να μην πεθάνει κανείς! Τόσο λίγα! Εγώ τα πολλά τι τα θέλω; Μα φυσικά εσείς οι Οφιομάχοι, εσείς είσαστε ανθρώποι περήφανοι, εσείς θέλετε να μη φαίνεται η ανέχεια… Φυσικά, φυσικά! Εγώ τους ξέρω τους παλαιούς αριστοκράτες, μα οι άλλοι κάτι κάνουν κιόλας, παίρνουν για να ζήσουν μία ψευτοθέση… αυτό θα μπορούσατε να το κάμετε και σεις! Ω εσείς! Ξέρετε καλά πώς να τη ζητήσετε και να κάμετε να τη ζητήσουν κι άλλοι για σας. Μην περιμένετε μοναχά από προικιά. Τώρα μάλιστα που γίνεται βουλευτής κι ο γαμπρός σας ο Στεριώτης! Η κυβέρνηση θ’ αλλάξει χωρίς άλλο και όσοι έχουνε θέση θα πάνε περίπατο. Να την η ευκαιρία! Ας απαιτήσει η Ευλαλία και για σε μία θέση, μία από κείνες που δίνουν στους ξεπεσμένους αρχόντους… ας πούμε στο Ενεχυροδανειστήριο…

Το μικρό πρόσωπο του Σπύρου έφεξε. Ένα χαμόγελο εφάνηκε κάτω από το λιανό του μουστάκι, εκούνησε με ζητημένη χάρη όλο του το κορμί κι εκοίταξε γύρω του. Η ιδέα τού άρεσε. Θα εκοίταζε να την πραγματοποιήσει. Θα εσυμβουλευότουν αμέσως το Γιώργη. Τώρα πλια δεν είχαν καμία αιτία, για να μην είναι με το κόμμα του κυρίου υπουργού μαζί μ’ όλους τους νοικοκυραίους του τόπου, αφού ο γαμπρός τους επολιτευότουν, τι διάβολο! Δεν μπορούσε να πει τίποτα ούτε ο Γιώργης. Θα ’ταν σύμφωνος κι αυτός. Τώρα μάλιστα που ο Άλκης δεν θα ’ταν πλια εκεί για να τον παρασέρνει…

Ο Πέτρος εβαριότουν ν’ ακούσει την ποταπή φλυαρία του. Του απαντούσε με μονοσύλλαβα, τον εκοίταζε άγρια, εγληγόρευε το βήμα του, σα να ’θελε να του φύγει. Εκοίταξε την ώρα κι είπε κάνοντας μία χειρονομία από στενοχώρια:

-Μα αυτός ο Γιώργης… αυτός ο Γιώργης! Σαν επίτηδες σήμερα! Και η κυρία Βαλσάμη δεν της αρέσει να περιμένει… θα τα βάλει μαζί μου… πρέπει τες έντεκα να ’μαστε εκεί…

Ήταν πάλι στην πλατεία. Κάτω από τα δέντρα εκαθόνταν κυρίες και κύριοι στον ίσκιο. Η κυρία Θεοφανώ Χρυσοσπάθη ανάμεσα στες δύο κυρίες Καλλέργη, σα βασίλισσα, εσυζητούσε για τ’ αγαθοεργά καταστήματα με τον Αρκούδη, τον τραπεζίτη με την περίλυπη όψη, που εστράβιζε για να φαίνεται χαριτωμένος… Παρέκει, ορθός μπρος σε μία συντροφιά από νέους, που όλην την ώρα εξεκαρδιζότουν, ερητόρευε πάλι, θυμωμένος, κατακόκκινος, με μεγάλες χειρονομίες ο Μαρκαντώνιος Ιουστινιάνης, βρίζοντας το ελληνικό έθνος, τα νέα συστήματα, τη χωριάτικη κακοήθεια κι υμνολογώντας την εποχή της βενέτικης κυριαρχίας. Εσιργιάνιζε κιόλας αυτήν την ώρα στην πλατεία ο παχύς γέρος με τα άσπρα γένια, με το ήρεμο πρόσωπο, ο περίφημος ποιητής που ’χε τονίσει σ’ όλους τους ρυθμούς πατριωτικά μόνο κι αυλικά τραγούδια και μαζί του επήγαινε ένας άλλος ηλικιωμένος άνθρωπος, μικρότερός του στο ανάστημα, άσκημος, κίτρινος στην όψη, με ζωηρά μάτια, με κοντό άσπρο γενάκι και λιγνός τόσο, που ήταν σαν άσαρκος μέσα στα μαύρα φορέματά του. Ήταν κι αυτός μία άλλη δόξα του τόπου, αλλά αυτόν ο λαός τον εμισούσε.

Τώρα τέλος ο Πέτρος Αθάνατος αντίκρισε από μακριά το Γιώργη. Τον είδε που εσυνομιλούσε μ’ ένα φίλο του, έναν άντρα ξανθό και μεγάλο, με γαλάζια ονειρεμένα μάτια, που έγραφε κι εκείνος, ενθουσιασμένος πάντα με την ελληνική πατρίδα, που έβλεπε πραγματοποιημένους κιόλας τους εθνικούς πόθους και που ανέμενε την ώρα και τη στιγμή του πολέμου για να ριχτεί κι αυτός στον αγώνα. Κι εχαιρέτησε το Σπύρο και βιαστικά τους εσίμωσε. Εκοίταξε παράξενα τον ονειροκόπο ποιητή, παρέτοιμος να ξεκαρδιστεί στα γέλια και μία στιγμή δεν εμίλησε περιμένοντας να τελειώσει εκείνος κάποια κρίση που έκανε για την πολιτική κατάσταση της Ευρώπης. Τα πράγματα άσφαλτα οδηγούσαν σε πόλεμο και παρουσιαζότουν έτσι μοναδική η ευκαιρία για να «διεκδικήσει» κι η Ελλάδα τα δίκαιά της, τα άγια και «απαράγραπτα» δικαιώματά της… Θα ’ταν λάθος θανάσιμο, αν αυτήν την ώρα δεν έβρισκε το θάρρος!

Τέλος ο Πέτρος είπε του Γιώργη κοιτάζοντάς τον με κακοσύνη:

-Σε ζητώ από ώρες! Πού κρύβεσαι; Επήγα και ξαναπήγα σπίτι σου… τριγυρίζω τη χώρα… μαζί με τον αδερφό σου… και δε σε βρίσκω παρά τώρα… κι ωστόσο μπορεί και να μας πέθανε ο Βαλσάμης… Η αλήθεια είναι πως αδυνάτισε πολύ. Πάει τώρα κι αυτός… Ώρα του καλή! Κι εμήνυσε του νοδάρου για σήμερα να του παραδώσει τη διαθήκη πόκαμε, αφήνει όλα, λέει, στην κυρία Αιμίλια, γιατί μία γυναίκα σαν εκείνη πρέπει να μείνει στη θέση της, γι’ αυτήν είναι πλασμένη. Ο νοδάρος τώρα θα ’ναι κιόλας στο σπίτι τους… επήγα εγώ και τον ειδοποίησα… κι ο Βαλσάμης σε θέλει εσένα για μάρτυρα…

-Εμένα; του απάντησε παράξενα ο Γιώργης.

Εχαιρέτησαν τον ποιητή που εγελούσε μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο κι επήγαν αντάμα.

-Δε θα ζήσει λοιπόν; ξανάπε θλιβερά ο Γιώργης σε λίγο.

-Όχι, όχι, του απάντησε ο άλλος γελώντας σαρκαστικά… Και το χειρότερο είναι πως ποτέ του δεν ήξερε να ζήσει∙ θα ιδούμε τώρα αν ξέρει να πεθάνει… Είναι τέχνη κι αυτή, γιατί δολερά η φύση έβαλε στην ψυχή του ανθρώπου (κι είναι κτήνος ο άνθρωπος) μίαν παράξενη αγάπη ως και για τη ζωή, που μοιάζει σε θάνατο… Τι ήθελε αυτός να ζει στον κόσμο! Η κυρία Αιμίλια δεν ήταν γι’ αυτόν… δεν ήταν! Κι είχε δίκιο που δεν τον αγαπούσε… Μία τέτοια γυναίκα… Αλλά την βλέπω τώρα πικραμένην… Είναι κάμποσος καιρός κι είναι το μόνο που δεν μπορώ να βλέπω: την πίκρα της… το μόνο!… και δεν μπορώ να βοηθήσω! Πώς να βοηθήσω; Ξέρω μόνο πως είναι μία ψυχή που δεν πρέπει να πονεί, είναι πλασμένη για τη χαρά, για την ευτυχία… ας πονέσουν άλλοι για κείνην… το πράμα είναι ασήμαντο… Κι αχ, Γιώργη, δεν είδες ούτε συ ξάστερα τι αξίζει αυτή η ψυχή κι ας σου ’δωκε όλες τες χάρες της και δεν ξέρεις τι θησαυρούς έχει μέσα στην καρδιά της… Και η αγάπη δεν είναι σφάλμα, Γιώργη… ω, μην την κάνεις να υποφέρει.

Ο Γιώργης τον εκοίταξε με απορία, αλλά δεν του απάντησε. Ο παράξενος άνθρωπος ήταν και για κείνον ένα αξεδιάλυτο μυστήριο… Πώς έβρισκε τόση τρυφερότητα στην άγρια καρδιά του; Είχαν φτάσει κιόλας στο σπίτι του Βαλσάμη κι ανέβηκαν απάνου. Ο νοδάρος ήταν κι αυτός εκεί και η κυρία Αιμίλια τους επερίμενε μαζί του στο σαλόνι. Έτσι τους είπε η υπηρέτρια που τους άνοιξε την πόρτα.

Η κυρία Αιμίλια, καθώς τους είδε να μπαίνουν, έχασε το χρώμα, μια συγκίνηση, που δύσκολα την αντικρατούσε, εκυρίεψε την καρδιά της. Εσηκώθηκε από τον καναπέ όπου εκαθότουν και αισθανότουν πως το κορμί της έτρεμε. Μπρος στον άντρα που αγαπούσε, εσβηνότουν κάθε άλλη σκέψη και δεν έμενε στο νου της παρά η αγάπη της, εκείνη η αγάπη που αυτός τόσον καιρό τώρα την περιφρονούσε. Θα τους ένωνε τέλος εκείνος ο θάνατος, θα λησμονούνταν για πάντα οι άσκημες μέρες, οι θλιβερές στιγμές που είχαν περάσει; Έφερε το χέρι της στο μέτωπο, τον ετύλιξε ολόκληρον με το χάδι της ματιάς της και του ’πιασε το χέρι μ’ έναν αναστεναγμό.

Την εχαιρέτησε με σέβας κι ο Γιώργης, έσκυψε μ’ ευγένεια μπροστά της, αλλά δεν εσήκωσε τα μάτια. Η όψη του δεν επρόδινε κανένα κλονισμό και τα δάχτυλά του δεν έσφιγγαν τα δικά της. Αισθάνθηκε να σπαράζει η καρδιά της. Εκατάλαβε πως η ώρα ήταν κρίσιμη για την αγάπη της και πως έπρεπε κάτι να κάμει. Εκοίταξε την πόρτα.

Μα και ο νοδάρος είχε τώρα σηκωθεί παίρνοντας κάτου από το χέρι το μεγάλο βιβλίο του και η κυρία Αιμίλια ανανοήθηκε πως ο ξένος άνθρωπος δεν ημπορούσε να χάνει τον καιρό του κι οδήγησε τους τρεις άντρες στην κάμαρα του αντρός της.

Ο ήλιος έμπαινε μέσα από το ανοιχτό παράθυρο κι έπεφτε απάνου σ’ ένα μεγάλο, κάρυνο τραπέζι, φορτωμένο χαρτιά και βιβλία στη μέση της κάμαρας. Και ο άρρωστος εκαθότουν δίπλα σ’ εκείνο το τραπέζι, σε μια μεγάλη πέτσινη πολυθρόνα, ξαπλωμένος και στραμμένος προς την πόρτα της ευρύχωρης κάμαράς της. Ήταν χλωμός, κατακίτρινος, άσαρκος, τόσο που τα κόκαλά του εφαινόνταν μέσα από τη διαφάνεια του πετσιού του και τα κουρασμένα μάτια του, που είχαν βυθιστεί βαθιά μέσα στες κόχες τους και που είχαν μεγαλώσει, εφαινόνταν σα να εποθούσαν την ανάπαψη∙ τα χείλη του εφαινόνταν μόλις, γιατί είχαν χάσει κάθε κοκκινάδα αλλά εχαμογελούσαν με μιαν αδιήγητη γλυκάδα∙ ένα κόκκινο σκέπασμα σαν από μετάξι ήταν ριγμένο στα γόνατά του∙ κανένα παράπονο δεν έβγαινε από το στόμα του κι όλη η κάμαρα είχε μίαν πρόσχαρην όψη με τες όμορφες εικόνες, που ήταν κρεμασμένες στους σταχτιούς τοίχους, με το κόκκινο χνουδωτό χαλί, που ήταν απλωμένο στο πάτωμα, με τα όμορφα έπιπλα που την εστόλιζαν, με το καθαρό μπρούτζινο κρεβάτι που εφεγγοβολούσε.

Ο Περικλής Βαλσάμης έδειξε τη χαρά του, όταν είδε τη γυναίκα του με τους τρεις άντρες στην καμάρα, ηθέλησε να σηκωθεί από την πολυθρόνα του, για να τους χαιρετήσει, αλλά μ’ ένα χαμόγελο επείστηκε στο λόγο της γυναίκας του, γιατί εκαταλάβαινε πως αυτή η προσπάθεια θα τον εκούραζε κι έτσι ήρθαν οι άλλοι σιμά του και του ’σφιξαν το διάφανο χέρι.

Η συμβολαιογραφική πράξη υπογράφτηκε γλήγορα και χωρίς καμιά συγκίνηση κι ο νοδάρος δεν έμεινε παρά λίγα λεφτά μαζί τους κι έφυγε, μουρμουρίζοντας κάποια ευκή για τον άρρωστο, οι άλλοι τρεις έμειναν καθισμένοι σιμά του.

Ο Περικλής Βαλσάμης τους εκοίταξε έναν έναν με την ίδια γλυκάδα και με το ίδιο χαμόγελο κι έμειναν όλοι σιωπηλοί για κάμποσες στιγμές…

Τώρα τα μάτια του Γιώργη έπεσαν απάνω σε κάποιο βιβλίο, που ήταν ανοιχτό στο τραπέζι και που φανερά ο άρρωστος το διάβαζε εκείνες τες μέρες∙ η περιέργεια του Γιώργη δεν ξέφυγε την προσοχή του: του χαμογέλασε ήμερα με τα χλωμά του χείλη και του ’πε με τη θλιβερή σβησμένη φωνή του:

-Είναι το ποίημα του Λουκρήτιου. Εμετάφραζα αυτόν τον καιρό το τρίτο βιβλίο, όπου μιλεί για την ψυχή! Είχα πάντα την αδυναμία να μεταφέρω στη γλώσσα μας, όσα εθαύμαζα στες ξένες, εδοκίμαζα μόνο και για τον εαυτό μου μονάχα, τόσο μόνο εστάθηκα ποιητής!

Κι εχαμογέλασε πάλι με το τραγικό του χαμόγελο και παίρνοντας ένα τετράδιο από το τραπέζι ξανάπε:

-Ακούστε.

Κι εβάλθηκε να διαβάζει με τη σβησμένη φωνή του:

«Λοιπόν ο θάνατος για μας δεν είναι τίποτα∙ ούτε καθόλου δεν αγγίζει μας, αφού είναι αποδειγμένη η ουσία του πνέματος θνητή…»

Και κλειώντας το τετράδιο ξακολούθησε, σα να ’χε προμελετήσει τα λόγια που θα ’λεγε τώρα:

-Έτσι μας λέει ο Λουκρήτιος∙ έτσι είπαν κι οι άλλοι και πριν και κατόπι κι είμαι καταπεισμένος κι εγώ γι’ αυτήν την αλήθεια κι ας μην υπάρχει ακαταμάχητη απόδειξη καμία… Κι όμως ενώ κι η σκέψη κι ο νους μου δίνουν αυτήν την πεποίθηση κι άλλες φορές και πριν, μα και τώρα, όταν ο θάνατος απλώνει προς εμέ το χέρι του, γεννιέται μέσα στα βάθη της ψυχής μου αθέλητα τ’ όνειρο ενός άλλου κόσμου… Κάτι μου λέει πως η ψυχή δεν πεθαίνει μαζί με το σώμα… Γιατί;

-Γιατί, του ’πε γελώντας το άσκημο γέλιο του ο Πέτρος Αθάνατος, ελπίζεις και θέλεις να ζεις ακόμα, αφού θα ’σαι πεθαμένος!

-Μα την αλήθεια, είπε χαμογελώντας ο άρρωστος, δεν το ελπίζω, αλλά το φοβούμαι∙ κι όχι εγώ παρά η ίδια η ψυχή μου! Και νομίζω πως κι αν ο άνθρωπος μπορούσε με μαθηματικόν τρόπο ν’ αποδείξει πως αλήθεια η ψυχή πεθαίνει μαζί με το σώμα ή και πριν, μολονότι η μαθηματική απόδειξη μας δίνει την ασάλευτη βεβαιότητα και πάλι η φωνή εκείνη που βγαίνει, φαίνεται, από τα βαθύτερα του είναι μας και πάλι δε θα εσίγαζε! Κι αν είναι έτσι και για τους άλλους ανθρώπους, πόσες ενέργειες της ψυχής έχουν την αρχή τους σ’ αυτόν το δισταγμό και πού αλλού οδηγεί ο δισταγμός εκείνος παρά στη θρησκεία;

-Τι δικαιώματα έχει ο άνθρωπος στην αιώνια ζωή; είπε ο Πέτρος.

-Δεν ξέρω, είπε, κι ούτε πιστεύω! Αλλά ακούστε, φίλοι. Και παιδί κι άντρας ακόμη, ντροπή μου, εφοβήθηκα πάντα τής νύχτας τη μοναξιά, κάποιους τόπους σκοτεινούς σιμά σε κοιμητήρια ή σε λείψανα πεθαμένων κι ο νους μου κι η σκέψη μου εχλεύαζαν πάντα, ως και την ίδια την ώρα που εγώ εφοβόμουν, τους παράλογους τρόμους της καρδιάς μου κι ημπορούσα με δυνατή θέληση να τους νικήσω αλλά όχι χωρίς δισταγμό. Και το ίδιο συμβαίνει και τώρα στην άθλια ψυχή μου, το ίδιο αρνιέται ο νους μου κάθε πίστη μεταφυσική, κάθε θρησκεία κι επροσπάθησα πάντα να δυναμώσω τη γνώμη μου στην άρνηση αλλά ωστόσο ο δισταγμός δε σιγάζει! Κι αποφάσισα τώρα για τούτο να υποτάξω το νου σ’ αυτόν το δισταγμό κι ήταν αυτό πολύ ευκολότερο, γιατί είμαι αδύνατος άνθρωπος! Και θέλω να πάρω από τη Ζωή το ομόλογό μου, καθώς λέει ο ποιητής και να της πληρώσω κάθε χρέος, γιατί έτσι θα ’μαι κερδεμένος, ω φίλοι, αν σε λίγο το δυνατό χτύπημα του θανάτου με ξυπνήσει σ’ έναν άλλο καλύτερον ή χειρότερον κόσμο.

Εσώπασε κουρασμένος και τους εκοίταξε έναν έναν με το άσβηστό του χαμόγελο, πασκίζοντας να μαντέψει του καθενού την εντύπωση. Κι έπειτα πάλι με πλιο αδύνατη φωνή ξακολούθησε, μελετώντας κάθε του λόγο.

-Κι ας πάρω λοιπόν άφεση για τα αδικήματά μου απ’ όλους, αρχίζοντας πρώτα από σας, ακριβοί φίλοι, κι από σένα μάλιστα Αιμίλια∙ κι ας κάμω κατόπι ό,τι κάνουν και οι άλλοι άνθρωποι στες τελευταίες στιγμές τους, γιατί κάτι κιόλας μου λέει πως πρέπει κι εγώ να πειθαρχήσω στα κοινωνικά παραγγέλματα.

Κι αναστέναξε και εκοίταξε για λίγες στιγμές την Αιμίλια, που εβαστούσε τώρα κατεβασμένο το χλωμό πρόσωπό της∙ κι είδε τον Πέτρο Αθάνατο να σηκώνεται από τη θέση του, να του ρίχνει μία χλευαστική αλλά θολωμένη ματιά και να πηγαίνει προς το παράθυρο του δρόμου, σα να ’θελε να κρύβει έτσι το πρόσωπό του∙ είδε τέλος και το Γιώργη Οφιομάχο που ακουμπούσε το μέτωπό του στον αγκώνα του κι εσκέπαζε με το χέρι τα μάτια του. Κι είπε πάλι:

-Θα βρεις εσύ, Αιμίλια, το δρόμο της ευτυχίας; Τον εζήτησες και με δίκιο! Μα εγώ από εκείνην τη στιγμή είδα αλλιώς τον κόσμο∙ εκατάλαβα πως έπρεπε να υποταχτώ χωρίς παράπονο σε μια Μοίρα που δεν όριζα να την αλλάξω, γιατί ήμουνα ο άρρωστος άνθρωπος, ο καταδικασμένος από τη ζωή, που δεν μπορούσε πλια να δεχτεί και να δώκει καμιά ευτυχία. Κι εξέδωκα την πίκρα της καρδιάς μου, με τη μελέτη της ίδιας ζωής κι ας μην εγνώρισα τίποτα, γιατί η ζωή έμεινε και για μένα το μεγάλο μυστήριο! Έτσι όμως είμαι σήμερα παρέτοιμος να μισέψω από τούτον τον κόσμο χωρίς βάρος, χωρίς λύπη, χωρίς στεναγμό. Θα σας ξαναϊδώ, ακριβοί φίλοι, σ’ αυτήν τη ζωή ή στην άλλη; Αλλά τώρα θέλω να μείνω μονάχος με τον εαυτό μου, όσο ακόμη ο νους μπορεί και δουλεύει, γιατί είναι γραμμένο από τους παλαιούς πως ο άνθρωπος πρέπει να πεθνήσκει μ’ ευλογίες.

Ο Γιώργης εδάκρυζε τώρα συνεπαρμένος από μία βαθιά συγκίνηση. Εστοχαζότουν πως ο ίδιος περσότερο απ’ όλους τους άλλους είχε αδικήσει εκείνον τον άνθρωπο, που ’χε πάρει τόσο λίγη θέση στον κόσμο και που τόσο ταπεινά επέθαινε, όπως είχε ζήσει. Η καρδιά του ήταν βαριά πλακωμένη, εκείνην τη στιγμή αισθανότουν μέσα του μίαν ασυνήθιστη γενναιότητα∙ θα ’δινε ευτύς και την ίδια τη ζωή του, για να γιατρέψει τον αδικημένον άνθρωπο, θα ’θελε τουλάχιστο να του πέσει στα πόδια και να του ζητήσει συχώρεση. Μα ο θάνατος που εσίμωνε τον αφόπλιζε. Κι είδε πως ο Περικλής Βαλσάμης τον εκοίταζε από την πολυθρόνα του σα να ’χε μαντέψει την έννοια της ταραχής του και πως του χαμογελούσε γλυκά με το σβησμένο του χείλι.

Τώρα όμως και η κυρία Αιμίλια τον εκοίταζε ανήσυχη. Ο άντρας της, η αρρώστια του, ο θάνατός του έχαναν κάθε σημασία μπροστά στην αγάπη της. Αυτή μόνο εζούσε, αυτή μόνο είχε δικαιώματα στη ζωή, δεν ήθελε να τη χάσει!

-Πάμε! είπε στους άλλους, ενώ εσηκωνότουν. Και οι δύο άντρες εχαιρέτησαν συγκινημένοι τον άρρωστο κι εβγήκαν κατόπι της από το δωμάτιο.

Είχαν φορέσει και οι δύο τα καπέλα τους. Και τους εκοίταζε εκείνη με μία στενοχώρια, που όλο άξαινε μέσα στην καρδιά της. Όχι δεν θα τον άφηνε να της φύγει, δεν μπορούσε να τον αφήκει, ήθελε τώρα να του μιλήσει, να του πει ό,τι ήταν μέσα της, να του προσφέρει τα πάντα και τη ζωή της, αν την εχρειαζότουν… Μα γιατί της έφευγε έτσι, πώς μπορούσε ακόμα να περιφρονεί την αγάπη της; Μα αχ! ήταν παρέτοιμοι να φύγουν, ήθελαν να τη χαιρετήσουν κιόλας… ω, ας έκανε κάτι, για να κρατήσει το Γιώργη σιμά της… ημπορούσε, αν έμενε, να ελπίζει πως θα εβρισκότουν κάποια διόρθωση. Και με τρεμούλα στη φωνή της κι ωχρή από μίαν άλλη συγκίνηση, του ’πε παρακαλώντας:

-Ω, μείνε εδώ, ως να γυρίσει ο Πέτρος τουλάχιστο… Δεν θέλω να είμαι μονάχη!

Ο Γιώργης την εκοίταξε με απορία, ανατρίχιασε μην ξέροντας τι να κάμει και την ακολούθησε στο μικρό σαλονάκι της σιμά στην κρεβατοκάμαρά της.

Κι εκάθισε στο μαλακόν καναπέ κι έμεινε εκείνη ομπρός του κυριεμένη από μία βαθιά συγκίνηση και τον εκοίταζε μ’ ανήσυχο πάθος ζητώντας του μια ματιά αγάπης, το έλεος ενού χαμόγελού του. Η καρδιά της υπόφερνε. Κι εκείνος βαστούσε χαμηλωμένο πάντα το βλέμμα κι έμενε σιωπηλός και βυθισμένος στη σκέψη του.

Τέλος της είπε μ’ ένα μικρό χαμόγελο:

-Αφήνει άσκημον ίσκιο κατόπι του!

-Η ζωή, του απάντησε φλογερά, δεν είναι θάνατος, γι’ αυτό δε φοβάται τους ίσκιους.

Κι άξαφνα εκάθισε σιμά του. Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει κι η καρδιά της ήθελε τώρα να πετάξει από τα στήθη της. Τον εκοίταξε ακόμη… εβαστούσε αναγερμένο το κεφάλι, παραδομένος πάντα στη σκέψη του. Του ’πιασε το χέρι. Ηθέλησε να το τραβήξει σα φοβισμένος.

-Ω Γιώργη, του ξανάπε.

Κι έμειναν κάμποσες στιγμές σιωπηλοί και οι δύο και τον εκοίταζε σα φοβισμένη, με λαχτάρα στο πρόσωπο. Θα τον έχανε; Θα της έφευγε; Πώς θα τον έβρισκε πάλι; Γιατί με τόσο πείσμα εξέφευγε τη ματιά της; Δεν αισθανότουν λοιπόν τίποτα; Δεν καταλάβαινε;

-Ω Γιώργη, του ’πε πάλι με πάθος, γιατί μπορείς να πικραίνεις έτσι τον άνθρωπο που σ’ αγαπά περσότερο απ’ ό,τι υπάρχει στον κόσμο, απ’ όσους υπάρχουν στον κόσμο; Ω Γιώργη, πώς μπορείς;

Την εκοίταξε σαστισμένος. Από το μέτωπό του εδιάβηκε ένα σύγνεφο. Η αγάπη της γυναικός εκείνης τον εκλόνιζε, αδυνάτιζε τη θέλησή του, έμπαινε μέσα στην καρδιά του. Την αγαπούσε ίσως; Την αγαπούσε ακόμη; Αυτήν την ώρα του ’κανε μία βαθιά εντύπωση.

-Μα δε σου είπε; της αποκρίθηκε… Είναι μέσα!

-Πώς μπορείς! τον αντίσκοψε με το ίδιο πάθος. Εμέ, την αγάπη μου; Μα δε βλέπεις τι είναι για μένα αυτή η αγάπη… Και ρωτάει, σου φαίνεται, ποιος είναι μέσα και διαλέει, λες, την ώρα και τη στιγμή; Ω μην είσαι ο άκαρδος άνθρωπος. Σ’ ανάμενα εδώ, σε ανάμενα στο δρόμο, για να σου τα ειπώ όλα κι η γλώσσα τώρα δεν ξέρει να τα πει, δεν ξέρει να ειπεί πόσο μ’ έκαμε να υποφέρω η αγάπη. Η αγάπη καταφρονημένη; Μα γιατί έτσι… Μ’ απαρνιέσαι τόσον καιρό και βρίσκεις τη δύναμη και δε μ’ αφήνεις να σ’ αγαπώ όσο θα ’θελα∙ να μη βλέπω ομπρός μου παρά την ευτυχία σου! Ω Γιώργη! Μα γιατί, μα γιατί;

Την άκουε ζαλισμένος από το βάθος της αγάπης της, το πρόσωπό του είχε χλωμιάσει και καταλάβαινε πως ήταν παρέτοιμος να παραδοθεί. Άξαφνα εθυμήθηκε τες περασμένες σκηνές μαζί της, την τραχιά περηφάνια της, που τώρα μόνο αφανιζότουν, τη βαθιά ταπείνωση εκείνου του αρρώστου, που ήθελε να σβήσει με μία προσευκή τον εαυτό του, κι ημπόρεσε ακόμα να προβάλει μία δειλή αντίσταση:

-Δεν σου το ’πα; της απάντησε. Θα ’πρεπε τώρα να τελειώσουν όλα!

-Όχι! του φώναξε σα λαβωμένη. Μιλείς, είπε, γιατί δεν ξέρεις τι είναι εδώ μέσα, εδώ βαθιά για σένα και μόνο για σένα, αυτήν τη στιγμή και πάντα. Δεν το βλέπεις, γιατί δεν αγαπάς! Κι αν δε μιλήσω τώρα, πού θα βρεθεί πλια η στιγμή; Μπορείς και με ξεφεύγεις, Γιώργη, γιατί δεν αγαπάς. Μα αν δεν αγαπάς, λυπήσου τουλάχιστο τη γυναίκα που σε λατρεύει, που σε κοιτάζει σαν κάτι άλλο παρά σαν άνθρωπο, σαν εξουσιαστή του εαυτού της. Τ’ ακούς, Γιώργη, τ’ ακούς;

Του μιλούσε γοργά με μία συγκίνηση που όλο άξαινε, με φωνή πόβγαινε βραχνή από το φρυμμένο της στόμα. Τα μάτια της έβγαζαν φλόγες. Το κεφάλι της επήγαινε εδώ κι εκεί∙ το κορμί της άλλαζε θέση. Ένα ποτάμι δάκρυα της επλημμύρισε άξαφνα το πρόσωπο και τ’ άφηκε να τρέξουν, γιατί δεν τα κατάλαβε στην ταραχή της. Εκείνος την άκουε περίφοβος. Τα λόγια της του ’σταζαν στην καρδιά λιωτό μολύβι∙ τον έκαναν να συμπονεί τη γυναίκα που υπόφερνε, που ημπορούσε μ’ ένα του λόγο να την ευτυχίσει, του ερχόνταν στο νου όλες οι στιγμές της κοινής αγάπης που ήταν οι πλιο γλυκιές της ζωής του κι αναμετρούσε την αγαλλίαση που θα δοκίμαζε η καρδιά του, αν της παραδινότουν τέλος νικημένος από το φλογερό της πάθος. Μα έκαμε αντίς, ένα κίνημα σα για να σηκωθεί και να φύγει∙ εκείνη του άδραξε το χέρι και τον εκράτησε με δύναμη και η απελπισία εζωγραφήθηκε στο ωχρό πρόσωπό της…

-Θα φύγεις λοιπόν; του ’πε περίτρομη. Μα πού θα πας; Πάνε λοιπόν χαμένα τα λόγια μου, χαμένη η συντριβή μου; Ω Γιώργη, μα δεν το βλέπεις λοιπόν πως σ’ αγαπώ εσένα μόνο στον κόσμο και μπορείς ακόμα και μου δίνεις τόσον πόνο; Ω, δε θα φύγεις!

Του τίναξε το χέρι και ξακολούθησε, σφουγγίζοντας τα μάτια της.

-Όχι, όχι δε θ’ αντισταθώ σε καμιά σου θέληση, δε θα κάμεις παρά ό,τι πρέπει… ένας άνθρωπος όπως εσύ δεν μπορεί να κάμει παρά ό,τι είναι σωστό, ό,τι προστάζει η καλοσύνη, αλλά δε θα πάψω ποτέ να σε λατρεύω, ω Γιώργη, όπως εγώ ξέρω, ω Γιώργη!

Κι έπεσε γονατιστή ομπρός του και του ’πιανε τα δυο χέρια και του τα φιλούσε μαζί και τα δυο και τα μόσκευε με τα δάκρυά της κι ανασήκωνε κάπου κάπου το πρόσωπό της, για να ιδεί μέσα στα μάτια του ίσως την αχτίδα της αγάπης!

Ολομεμιάς ο άλλος εσάλεψε από τη θέση του κι αναστέναξε. Εκείνη του ’ριξε τα χέρια γύρω στον τράχηλο. Της αγκάλιασε μ’ αγάπη το κεφάλι και το ’σφιξε απάνω στο στήθος του. Μία απέραντη γαλήνη απλωνότουν στην καρδιά του, μία άδολη χαρά τον εκυρίευε, έβλεπε την ώρα αυτή τιποτένιες τες αφορμές που τους είχαν χωρίσει, ανύπαρχτο ή ασήμαντο όλον τον άλλον κόσμο, που δεν ήταν η αγάπη τους. Την εσήκωσε. Την έβαλε να καθίσει σιμά του. Της αγκάλιασε τη μέση της. Εκείνη έτρεμε∙ έκλαιγε∙ εσπαρταρούσε ανάμεσα στα χέρια του, του τα φιλούσε ακόμη∙ κι ένα χαμόγελο χαράς είχε ανθίσει απάνου στα χείλη της. Του φιλούσε τώρα το μέτωπο και τα μάγουλα∙ την εφιλούσε κι εκείνος.

-Είναι αλήθεια; Είναι αλήθεια; Δεν είναι όνειρο; του ’λεγε. Είσαι πάλι σιμά μου, μαζί μου, καθώς πρώτα; Ω,ω!

Και δεν έπαυε να φιλεί το μέτωπό του, τα μάγουλά του, το στόμα του και την εφιλούσε κι αυτός μ’ ένα πάθος που όλο άξαινε, που ολοένα του επλημμύριζε την καρδιά του, του ’δινε φλογερά φιλιά στα βλέφαρα, τον έσφιγγε απάνου στο κορμί της και του ’λεγε λόγια ασυνάρτητα, που εμεθούσαν την ψυχή της και που έμπαιναν στην καρδιά του και τον εζάλιζαν…

Κι ολομεμιάς το αγκάλιασμά τους έγινε σφιχτότερο, τα φιλιά τους φλογερότερα, πλιο συχνά, πλιο δυνατά, μ’ ανοιχτότερα τα χείλη, η σάρκα τους που εσπαρταρούσε εγύρευε τη σάρκα μ’ έναν πρωτόγονο πόθο∙ οι καρδιές τους χτυπούσαν∙ το λογικό, η θύμηση, ο τόπος, η ώρα έχαναν πλια γι’ αυτούς τη σημασία τους και στον κόσμο δεν ύπαρχαν παρά οι δύο τους ψυχές που αγαπώνταν και που επιθυμώνταν.

Εκείνος ήταν πάλι βαρύθυμος. Εκείνη είχε καθίσει σιμά του και τον εκοίταζε μ’ ευγνωμοσύνη. Εκείνος εσυλλογιζότουν περίτρομος την πράξη που ’χαν κάμει και που ήταν αταίριαστη μ’ εκείνην την ώρα και με το φοβερό μυστήριο του θανάτου, που έπλεε απάνω σ’ εκείνο το σπίτι. Η Αιμίλια ήταν πάλι ευχαριστημένη από τη ζωή που ανοιγότουν ομπρός της, γεμάτη ελπίδες άδολης αγάπης και γαληνής ευτυχίας. Του ’ριξε τα χέρια γύρω στον τράχηλο και τρυφερά τον εφιλούσε. Επάσκισε να της λύσει τα χέρια. Εκείνη δεν τον άφηνε, του ψιθύριζε λόγια γλυκά, του χάιδευε το πρόσωπο με τα μάγουλά της και δεν έπαυε τα φιλιά της. Της είπε άξαφνα μ’ ανυπομονησία:

-Ο Βαλσάμης…

-Ω, του χαμογέλασε, η αγάπη δε φοβάται τους ίσκιους. Η ζωή είναι δική μας, όλη δική μας η ζωή. Και θα ’ναι για μας πάντα σαν τώρα!

Κι άξαφνα εθυμήθηκε την Ευλαλία και τον ερώτησε δίνοντάς του ακόμη ένα φιλί:

-Και η Ευλαλία; Στεφανώνεται;

-Ναι, γλήγορα, της απάντησε μ’ ένα πικρό χαμόγελο.

-Αχ, είπεν εκείνη, δεν μπορεί να ’ναι ευτυχισμένη! Κι όμως ο Άλκης ήταν άνθρωπος άρρωστος!

-Θυσιάζεται! της αποκρίθηκε ο Γιώργης μ’ έναν αναστεναγμό.

Η Αιμίλια εκατέβασε τα μάτια, έμεινε συλλογισμένη μια στιγμή και ντροπαλά του είπε:

-Δεν ήμουν εγώ εδώ, για να βοηθήσω; Θα ’μουνα τόσο ευτυχισμένη. Μα ίσως είναι καιρός ακόμη…

Τα λόγια της έπεσαν σα μια δυνατή βεργιά απάνου στο πρόσωπο του Γιώργη. Εταράχτηκε, εσηκώθηκε κατακόκκινος από την ντροπή και της απάντησε πικρά:

-Τα χρήματά σου, το ξέρεις, είναι το μπόδιο στην αγάπη μας. Γι’ αυτό… γι’ αυτό…

-Ω, επέμεινε, ποτέ δε θα μάθαινε κανείς τίποτε! Θα μ’ άφηνες στην ανάγκη, αν εβρισκόμουν εγώ η φτωχιά μιαν ημέρα;

Δεν της απάντησε αμέσως παρά έμεινε συλλογισμένος. Εκείνη δεν ήξερε πλια τι να του ειπεί και τον εκοίταξε σα να του ζητούσε συμπάθειο. Της εχαμογέλασε τέλος και είπε πάλι πικρά:

-Εγώ φταίω που εμίλησα!

Ήθελε τώρα πάλι να φύγει από σιμά της, εστοχάστηκε πως κάθε μέρα τα πλούτη της γυναικός εκείνης θα τον εταπείνωναν, θα εζύγιζαν στη ζωή περισσότερο ίσως από την αγάπη της, ως κι η καλή της θέληση επρόσβαλλε την φιλοτιμία του, για τούτο το χρέος του ήταν να χωριστεί από κείνην! Το ’ξερε. Άξαφνα εσκέφτηκε πόσο η ζωή του θα ’ταν διαφορετική, πόσο η ευτυχία του θα ’ταν αληθινή, αν με τον ίδρο του μετώπου του την αγόραζε, αν η Αιμίλια Βαλσάμη δεν ήταν η πλούσια κυρία, που την εζήλευαν όλοι παρά μια νέα φτωχιά κι ανάκουστη σαν την Ευλαλία. Τέτοια ήταν η ζωή των περισσοτέρων ανθρώπων, η ζωή όλης της εργατιάς, ενού κόσμου αλλιώτικου που εβρύαζε[1] γύρω του και που ημπορούσε να πιστεύει σ’ ένα καλύτερο αύριο. Εκοίταξε τότες, με περιφρόνηση, τα πλούσια μεταξωτά έπιπλα, τους κεντημένους μπερντέδες, το ακριβό χαλί, τες όμορφες ζωγραφιές που εκρεμόταν στους τοίχους κι εσυλλογίστηκε πόσο θλιβερά είχε ζήσει μέσα σ’ εκείνο το παλάτι ο άρρωστος άνθρωπος, που επέθαινε τώρα και που ήθελε να τελειώσει μ’ ευλογίες τη ζωή του, αφού είχε ζητήσει συχώρεση για τ’ αδικήματα που του ’χαν κάμει… κι η γυναίκα του ωστόσο εχόρταινε την άσβηστη δίψα της ζωής εκεί μαζί του∙ και του ξανάρθαν στο νου τα τελευταία λόγια του άτυχου που εστάζαν το μέλι της καλοσύνης!

-Ω, το χρήμα! ξανάπε σα με παράπονο.

Τον εκοίταξε εκείνη παράξενα, φοβούμενη μην είχε χάσει το λογικό του. Αυτή δεν καταλάβαινε πώς θα ημπορούσε ο άνθρωπος να δοκιμάσει ευτυχία στην ανέχεια… Πού θα ’βρισκε τότες καιρό να συλλογίζεται την αγάπη;

Κι ενώ συλλογιζότουν έτσι, εμπήκε ανήσυχος μέσα στην κάμαρα ο γέρος Οφιομάχος, σκυφτός, τυλιγμένος στην παλιά ρεδιγκότα του, με το πικρό χαμόγελό του στα χείλη. Εκοίταξε σαστισμένος ολόγυρά του σα να μην καταλάβαινε τι συνέβαινε, εχαιρέτησε με ζητημένη ευγένεια την κυρία Βαλσάμη κι είπε παράξενα:

-Ο γιος μου ο Σπύρος, αυτός μ’ έκανε να ανησυχήσω. Ήρθε βιαστικός στο σπίτι και σ’ εγύρευε, Γιώργη. Ήθελε να σου ειπεί πως έπρεπε γλήγορα να ’ρθείς εδώ πέρα κι ενόμισα πως κάτι είχε σταθεί… κι εβγήκα από το σπίτι κι ήρθα να ιδώ. Τι κάνει ο Βαλσάμης;

-Έκαμε μόνο τη διαθήκη του, είπε αδιάφορα η κυρία Αιμίλια. Είναι σαν χτες και προχτές, ίσως μάλιστα λίγο καλύτερα!

-Ω! είπε ο γέρος, έλεγα, έλεγα! Κι ήρθα να ιδώ. Κι εχαμογέλασε πικρά τηράζοντας γύρω του.

Ο Γιώργης τον άκουε με στενοχώρια κι εκοκκίνισε. Πίσω από τες πλάτες της Αιμίλιας του έκανε νόημα να σιωπήσει, αλλά η γλώσσα του γέρου είχε πάρει κατήφορο και δεν εσταματούσε.

-Είναι περιττά τόσα λόγια! του ’πε τέλος αγαναχτισμένος… Περιττό να σκοτίζεται… Ο νους σου αδυνάτισε, φαίνεται. Πάμε.

Τον άδραξε από το χέρι που του ’τρεμε, τον έκαμε να χαιρετήσει την Αιμίλια και τον έσερνε έξω με τρόπο. Μα ο γέροντας έλεγε ακόμη: - Έλεγα… έλεγα… και η κυρία Αιμίλια είναι τόσο πλούσια…

-Πάμε! του ξανάπε ανυπόμονα.

Εκατέβηκαν μαζί στο δρόμο κι επήγαιναν σιωπηλοί. Επερνούσαν τώρα από ένα στενό σοκάκι, παίρνοντας το δρόμο του σπιτιού τους. Κι άξαφνα από ένα ψηλό παράθυρο έπεσε κι έσπασε μπρος στα πόδια τους μία σάπια λεμονόκουπα κι οργισμένος ο Γιώργης εσήκωσε τα μάτια του κι είδε σ’ εκείνο το παράθυρο μίαν παχιά, άσκημη, μεσόκοπη, ξέπλεκη γυναίκα που εμάνιζε, προβάλλοντας το στήθι της και λέγοντας:

-Πάρε, μωρέ! Αυτό σου πρέπει! πάρε το! Είσαι φαλίδος[2]! Γι’ αυτό μας αφήνεις και ψοφούμε της πείνας! Ωραίος κόντες είσαι! Α, φτου σου! Φτου σου!

Κι εφτυούσε και με τα χέρια της εμούντζωνε το δρόμο.

Ο Γιώργης εκοίταξε θλιβερά τον πατέρα του. Ο γέρος είχε κρεμάσει το κεφάλι του. Είχε καταλάβει τη φωνή της γυναίκας κι έλεγε τώρα.

-Μα δεν κατοικεί εδώ αυτή η λάμια! Πρέπει να ’ρθε επίτηδες, γιατί θα ’ξερε αυτή πως διαβαίνω από τούτο το στενό! Κι αναστέναξε.

Η γυναίκα ήταν μία από τες δύο παλαιές ερωμένες του. Δεν της απάντησαν, παρά εγληγόρεψαν το βήμα και σε λίγες στιγμές εβρέθηκαν στο σπίτι.

 

 

8

 

Από το σπίτι του Περικλή Βαλσάμη ανεβοκατέβαιναν οι πρώτοι της χώρας. Κι επάσκιζαν όλοι να φαίνονται περίλυποι. Είχε πεθάνει. Μέσα στο σπίτι της η κυρία Αιμίλια ντυμένη κιόλας μ’ ένα μαύρο φόρεμα και μ’ ένα μαντήλι στο χέρι εδεχότουν στο μεγάλο σαλόνι της τον κόσμο. Τα παραθυρόφυλλα ήταν κλειστά και στην κάμαρα ήταν χυμένο ένα θλιβερό σκοτάδι. Σιμά της εκαθότουν η γριά αρχόντισσα του Οφιομάχου, που δεν εμιλούσε, και η κυρία Θεοφανώ Χρυσοσπάθη, εκείνη που ήταν σαν αδερφάδες με κάποια βασίλισσα και που εσπαταλούσε τον καιρό της σε αγαθοεργίες για μνημόσυνο του πεθαμένου αγαπητικού της κι αυτή έγερνε τώρα το κεφάλι της προς τες δύο κυρίες Καλλέργη, που ήταν σιμά της και που μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη άκουαν προσεχτικές τα λόγια που τους εψιθύριζε. Ήταν κιόλας εκεί, μαυροντυμένες, η κυρία Ουρανία Δαφνοπάτη, η γυναίκα του νωθρού πολιτευόμενου και η όμορφη κυρία Ευτέρπη Αστέρη κι άλλες πολλές που εκαθόνταν γύρω γύρω σιμά στους τοίχους της μεγάλης κάμαρας και η κυρία Φωτεινή, μητέρα του Άλκη, περίλυπη, μικρή, μαυροντυμένη, μ’ ένα άσπρο μαντήλι στο χέρι και που εκαθότουν σιωπηλή σιμά στην αρχόντισσα του Οφιομάχου, γιατί εκείνην εγνώριζε περισσότερο.

Ήταν απόγιομα κι έκανε ζέστη. Κι ερχόνταν οι άντρες μαυροφορεμένοι κι εσταματούσαν μία στιγμή μπροστά στην κυρία Αιμίλια. Άλλοι της έσφιγγαν το χέρι κλίνοντας το κεφάλι τους, προφέροντας κάποιον παρήγορο λόγο ή κάποιο εγκώμιο του πεθαμένου, άλλοι της το φιλούσαν κιόλας σιωπηλοί και δείχνοντας μίαν ασυνήθιστη συγκίνηση. Άλλοι επερνούσαν χαιρετώντας μονάχα. Κι οι στενοί φίλοι επήγαιναν κατόπι ν’ ασπαστούν το λείψανο, στη φωτεινή κρεβατοκάμαρη, που τα παράθυρά της ήταν όλα ανοιγμένα.

Και το λείψανο ήταν κιόλας ξαπλωμένο μέσα στ’ όμορφο βαρύ σεντούκι του, σα θαμμένο μέσα στα ρόδα και μέσα στες πρασινάδες και μέσα σ’ άλλα χλωρά λουλούδια κι εφαινότουν λίγο μόνο το ξανθό κι άσαρκο κερένιο κεφάλι σα βυθισμένο σ’ έναν ύπνο ελαφρύ και χωρίς όνειρα. Το ψιλό του το στόμα εχαμογελούσε ακόμη με ατάραχη γλύκα, γιατί ο άνθρωπος είχε τελειώσει χωρίς αγωνία, σα να ’θελε να παραδοθεί σ’ αληθινή κι αιωνία ανάπαψη και το πρόσωπό του όλο είχε βαστάξει μία ασύγκριτη γαλήνη κάτω από το κίτρινο χρώμα του και την τρομερή διαφάνεια του πετσιού του.

Ένα χοντρό κερί ήταν αναμμένο σιμά του, ένα πλήθος κλαριά και στέφανα εγέμιζαν την κάμαρα, που ευώδιαζε όλη σαν ανθοστόλιστος κήπος. Κι επαράστεκαν το λείψανο ο Πέτρος Αθάνατος με το σαρκαστικό χαμόγελό του στα χείλη, σκεβρωμένος, ντυμένος με τα παλιά του και μαύρα ρούχα και ο Γιώργης Οφιομάχος σοβαρός και αληθινά λυπημένος.

Και ο κόσμος που έμπαινε στην κρεβατοκάμαρη, ερχότουν προς το Γιώργη, σα για να τον συλλυπηθεί κι εκείνον και του ’διναν κάποιοι το χέρι. Κι αυτό τον επείραζε.

Τώρα είχε έρθει μέσα κι ο περίφημος ποιητής, που ’χε τονίσει σ’ όλους τους ρυθμούς πατριωτικά μόνο κι αυλικά τραγούδια, ψηλός, παχύς, ασπρογένης, με γλυκό πρόσωπο∙ και σιμά του εφάνηκε ο άλλος γέρος με τα μεγάλα άσπρα γένια που ’χε φορέσει για χρόνους τη βασιλική λιβρέα, ο άσκημος κι άσαρκος άνθρωπος, που ήταν μία άλλη δόξα του τόπου, γιατί εφιλοσοφούσε κι εκείνος κι έκανε κάπου κάπου τραγούδια∙ και κατόπι τους ένα μεγάλο παιδί του σκολειού με την ωραία στολή του και μ’ άσπρα χερόχτια στα χέρια, βαστώντας ένα μικρό πολύφυλλο δάφνινο στεφάνι. Πολλές κυρίες είχαν έρθει κιόλας από το σαλόνι στην κάμαρη που ’χε γεμίσει και πολλοί κύριοι είχαν ακολουθήσει τον γέροντα ποιητή: ο Αλέξανδρος Οφιομάχος Φιλάρετος τυλιγμένος στην παλιά ρεδιγκότα του μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη, ο κύριος Διονύσιος Αστέρης, ο πλούσιος βιομήχανος, ο γιατρός Αριστείδης Στεριώτης, ο τραπεζίτης Αρκούδης, που εκείνην την ώρα είχε κάμει τραγική την περίλυπη όψη του, σα να ’ταν αυτός που πενθούσε μόνος μέσα σ’ όλον εκείνον τον αδιάφορον κόσμο, ο Αρχάγγελος Δαφνοπάτης, ο νωθρός υποψήφιος, μαζί με τον πολιτικό του αντίπαλο, τον αριστοκρατικό υπουργό που η περήφανη όψη του έλεγε όλη του την αδιαφορία για ό,τι συνέβαινε και τέλος μαζί με τους τρεις αδερφούς Καλλέργηδες που οι δύο εζούσαν από τες γυναίκες τους και ο τρίτος εκυνηγούσε ακόμη μία θυγατέρα του Αστέρη, ο Σπύρος Οφιομάχος σαν κουρασμένος, κοιτάζοντας πάντα τριγύρω του, πασκίζοντας πάντα να βρει δύο όμορφα μάτια που θα μπόριαν να τον αγαπήσουν και ο Μαρκαντώνιος Ιουστινιάνης, ανήσυχος πάντα, παρέτοιμος πάντα να φωνάξει και που δεν επέρασε το κατώφλι, γιατί εφοβότουν τη θωριά του θανάτου.

Εμπήκε τώρα στην κάμαρη μαυροντυμένη η χήρα κι εστάθη σιμά στον πεθαμένον και τα μάτια της εκοίταξαν πικρά τη γελαστή κερένια μορφή του, μ’ ένα βλέμμα πόλεγε το παράπονό της και την αγιάτρευτη πληγή της καρδιάς της. Και ο γέροντας ποιητής εξερόβηξε, εκατέβασε θλιβερά το βλέφαρο, επήρε από τα χέρια του παιδιού το δάφνινο στεφάνι και το φόρεσε στο κρύο μέτωπο του νεκρού κι άρχισε έπειτα με δειλή φωνή ν’ απαγγέλλει ένα πένθιμο τραγούδι.

Και το τραγούδι έλεγε πως το στεφάνι ήταν καμωμένο από τες δάφνες του Ελικώνα και μάλιστα από κείνες που τες είχαν φυτέψει οι ίδιες οι Μούσες σιμά στην Κασταλία. Τώρα όμως οι Μούσες δεν ήταν πλια στον Ελικώνα, γιατί εσυνόδευαν την ψυχή του διαλεχτού τους λάτρη στα πόδια του Πλάστη της κι αυτήν τη στιγμή η μακάρια ψυχή εδεότουν στον Παντοδύναμο να χύσει από τα ύψη του ουρανού βάλσαμο παρηγοριάς στα στήθη μιας θλιμμένης κυρίας, να παρηγορήσει τόσους αγαπημένους φίλους, καταπείθοντάς τους πως ο χωρισμός ήταν εφήμερος και η τύχη της αξιοζήλευτη, γιατί είχε κληρονομήσει τον καλύτερον τόπο στην αιώνιαν ανάπαψη!

Μία βαθιά συγκίνηση είχε κυριέψει το ακροατήριο. Όλες οι γυναίκες έκλαιγαν, κάποια κιόλας ήταν παρέτοιμη να λιγοθυμήσει, οι άντρες ήταν ανήσυχοι και κείνοι και μόνο ο Πέτρος Αθάνατος εκοίταξε με το χλευαστικό χαμόγελό του το γέροντα ποιητή και κατόπι επερίφερε θυμωμένο το βλέμμα του σ’ όλη την κάμαρα ψιθυρίζοντας κάτι που κανένας δεν άκουσε.

Οι παπάδες είχαν έρθει ωστόσο∙ και η κυρία Βαλσάμη εφίλησε το μέτωπο του πεθαμένου χωρίς να δακρύσει κι εστάθηκε μια στιγμή ομπρός του και τον εκοίταξε συλλογισμένη μ’ ανήσυχο βλέμμα και τα χείλη της εψιθύρισαν τούτα τα λόγια:

-Μαζί σου στον τάφο!

Ήθελε να ειπεί αν αληθινά της έπαιρνε την ευτυχία της μαζί του. Μα ο κόσμος ακούοντας τα λόγια της ενόμισε πως έπρεπε να συγκινηθεί πάλι. Οι δύο κυρίες Καλλέργη την έπιασαν από τα χέρια, κάποια άλλη εθαύμασε την ηρωϊκή της αγάπη για τον άρρωστον άντρα της και μόνο ο Πέτρος Αθάνατος επερίφερε πάλι γύρω σαρκαστικά τα μάτια του.

Μα τώρα οι κύριοι εκατέβαιναν στο δρόμο, οι νεκροφόροι εσκέπαζαν βιαστικά το σεντούκι, οι παπάδες άρχιζαν τες μονότονες ψαλμουδίες τους και σε λίγο το λείψανο κατέβαινε με δυσκολίες τες πλατιές σκάλες του μεγάλου σπιτιού του…

Στον δρόμο είχε βρεθεί στην πρώτη γραμμή ο αριστοκρατικός υπουργός, σα να ’ταν αυτός ο πρώτος λυπημένος, γιατί κανένας δεν έστεργε να τον έχει πίσω του, ενώ όλοι θα ’θελαν να ’ναι σιμά του. Μαζί του από τη μια μεριά ήταν ο γιατρός Στεριώτης και δύο ή τρεις άλλοι κύριοι και από την άλλην ο τραπεζίτης Χρυσοσπάθης, ο άντρας της κυρίας Θεοφανώς και ο πολιτικός του αντίπαλος ο Αρχάγγελος Δαφνοπάτης. Εμιλούσαν πολιτικά. Ο υπουργός τους έλεγε αρκετά μεγαλόφωνα:

-Δεν υπάρχει πλέον η παραμικροτέρα αμφιβολία ότι τα αποτελέσματα των εκλογών θα δικαιώσουν πληρέστατα τας προβλέψεις μας, διότι είναι αναμφίβολον ότι η Κυβέρνησις θα ηττηθεί εις την Βουλήν! Αλλά ερωτώ: Θα είναι δυνατόν να δεχθεί όπως σχηματίσει Κυβέρνησιν η Αντιπολίτευσις, δεδομένης της ανωμάλου εξωτερικής καταστάσεως με την γείτονα επικράτειαν; Η κατάστασις είναι πραγματικώς κρίσιμος! Η Αντιπολίτευσις έχει ως πρόγραμμα την πολιτικήν της ειρήνης. Αλλά, ερωτώ, θα ηδύνατο να το εφαρμόσει; Θα ηδύνατο να τηρήσει άμεμπτον στάσιν; Ως εκ τούτου γίνεται σκέψις εις τους κύκλους της αντιπολιτεύσεως όπως αύτη υποστηρίξει την νυν Κυβέρνησιν, εάν μόνον υποχωρήσει εις το ζήτημα των υπαλλήλων. Έχομεν δηλαδή παρ’ αυτής την απαίτησιν να διορίσομεν αριθμόν τινά αυτών ημετέρων!

-Θα ενθυμηθείτε βεβαίως, εξοχότατε, και τον γυναικάδελφόν μου, είπε ο Στεριώτης.

-Και υπάρχει αμφιβολία; του απάντησε ο υπουργός μ’ ένα χαμόγελο. Γνωρίζετε ότι τρέφω άπειρον εκτίμησιν διά την ιστορικήν οικογένειαν των Οφιομάχων! Γνωρίζετε ότι έχω ήδη φροντίσει.

Λίγο κατόπι ακολουθούσαν ο γέροντας ποιητής και ο κίτρινος κι άσαρκος άνθρωπος που ήταν η άλλη δόξα του τόπου και στην ίδια γραμμή ο Γιώργης Οφιομάχος κι ο φίλος του, ο ξανθός ποιητής που τα γαλάζια του μάτια ονειρευόταν αδιάκοπα απελευθερωτικούς πολέμους, που επίστευε ακράδαντα στην μεγάλη Ιδέα, στα Εθνικά Δίκαια και στη γλήγορη πραγματοποίησή τους και που ετοιμαζότουν ωστόσο για τους αιματηρούς αγώνες∙ και ο Μαρκαντώνιος Ιουστινιάνης, ο μικρός, δυνατός και κατακόκκινος γέρος, που ήταν ανήσυχος πάντα και που θυμωμένος εκοίταζε ολόγυρά του, παρέτοιμος να βρίσει το ελληνικό έθνος, τα νέα συστήματα, τη χωριάτικη κακοήθεια και να υμνολογήσει τες παλαιές βενέτικες δόξες. Κι ερχόνταν πάλι κατόπι άλλοι πολλοί κι ο Αλέξανδρος Οφιομάχος Φιλάρετος τυλιγμένος στην παλιά ρεδιγκότα του με το πικρό χαμόγελο στα χείλη. Σιμά του ήταν ο τραπεζίτης Αρκούδης με την τραγική του την όψη και που αυτήν τη στιγμή εξηγούσε σε κάποιους πλούσιους φίλους του την οικονομική κατάσταση του Κράτους.

-Η πτώσις του χρυσού, έλεγε με τραγικό παράπονο, είναι, φρονώ, φαινόμενον πολύ φυσικόν. Ο χρυσός είναι εμπόρευμα, αφού ισχύει η αναγκαστική κυκλοφορία και όχι νόμισμα, δηλαδή μέσον ανταλλαγής. Υπάρχει δε έλλειψις χαρτονομίσματος. Θα ίδομεν λοιπόν την χαρτίνην δραχμήν να υπερβεί την αξίαν του χρυσού φράγκου, αλλά παροδικώς μόνον… Και λέγω παροδικώς διότι η πολιτική κατάστασις είναι ασταθής. Πολλά νέφη θολώνουν τον διπλωματικόν ορίζοντα της Ανατολής και τα διπλωματικά γεγονότα δεν είναι δυνατόν παρά να ενεργήσουν χρηματιστικώς. Διά τούτο συμβουλεύω όλους τους φίλους μου να αποκτήσουν μεταλλικόν νόμισμα!

Και εγέλασε πικρότατα.

-Το εναντίον, ξακολούθησε αμέσως, το εμπόριον εξυγιαίνεται∙ ο τόπος αποκτά εμπορικήν ακμήν, σχετικήν εννοείται πάντοτε αλλά αρκετήν διά να μας εμπνέει θάρρος.

Και κοιτάζοντας με τα γκαβά του τα μάτια τον Οφιομάχο επρόσθεσε πλιο περίλυπα ακόμη:

-Ημείς, παραδείγματος χάριν, ο Οίκος Αρκούδης, Υιός και Σία, εβρισκόμεθα σήμερον εις την ανάγκην να ανοίξομεν υποκατάστημα εις το Λονδίνον. Φυσικώ τω λόγω θα αποστείλω εκεί διευθυντήν τον υιόν μου. Μάλιστα.

Και εγέλασε πάλι πικρά.

-Α, έκαμε κάποιος κουνώντας με θαυμασμό το κεφάλι.

Κι ένας άλλος είπε αδιάφορα:

-Είχε διαδοθεί ότι πρόκειται να παντρευτεί. Παίρνει λοιπόν μαζί του και την κυρία του; Λαμπρή τύχη έλαβαν οι…

Ο τραπεζίτης τον εσταμάτησε κοιτάζοντάς τον μ’ ένα βλέμμα, που ’χε γίνει σπαραχτικότερο:

-Οι γονείς, είπε, οφείλουν να ανοίξουν στάδιον στα τέκνα τους. Εάν ο υιός μου θέλει να νυμφευθεί, αυτός είναι ο ενδιαφερόμενος, ποιος θα τον εμποδίσει… Ο γάμος του κρέμεται μόνον από την θέλησίν του… Δεν θα τον βιάσω ποτέ, δεν θα του συμβουλεύσω ποτέ το εναντίον.

Κι εχαμογέλασε πάλι το θλιβερό του χαμόγελο.

Κι ο γέρος Οφιομάχος έσιαξε τη ρεδιγκότα του σα να κρύωνε και τον εκοίταξε με μίσος:

-Τι συφορά πάλι του ’χε προμελετημένη η Μοίρα;

Αναστέναξε βαθιά κι εκοίταξε εμπρός του το λείψανο, που το ’παιρναν οι τέσσεροι νεκροφόροι στον ώμο κι εκούνησε πικρά το κεφάλι:

-Ο άνθρωπος που ’χε μισέψει από τούτον τον κόσμο ήταν νέος, θα μπορούσε να ’ναι ευτυχισμένος, δεν του ’λειπαν τα οικονομικά μέσα. Μα είχε περάσει αντίς, κι εκείνος μία τυραννισμένη ζωή, δεν έβρισκε παρά τώρα την ανάπαψη! Η τύχη του έμοιαζε με τη δική του, μα γιατί αυτός ο ίδιος γέροντας κι αδύνατος εβαστιότουν ακόμα σ’ αυτόν τον κόσμο; Είχε κράση τόσο γερή μόνο για να βαστά να πίνει τόσο πολλά ποτήρια φαρμάκι; Τώρα πάλι η Λουίζα, μόλις είχε αρχίσει να γνωρίζει τον κόσμο κι έπρεπε να πικραθεί κι εκείνη, να γνωρίσει την περιφρόνηση. Πάλι κόλαση το σπίτι του, ακόμη αβάσταχτη, όταν έλεγε πως ημπορούσε να πάρει τέλος λίγη πνοή!

Αλλά τώρα τουλάχιστο θα ’φταιγε μόνο αυτή η Λουίζα, δεν ήταν εκείνος ο αίτιος, δεν την εμπόδιζε. Η ίδια τον είχε διαλέξει, η ίδια και μόνη της. Και στην αρχή αυτός είχε κλείσει τα μάτια, γιατί είχε πάλι φοβηθεί την ευθύνη, γιατί επίστευε πως ο ξιπασμένος νέος δε θα μπορούσε να τη γελάσει κι η Λουίζα εβιαζότουν, η δύστυχη, να φύγει από τη φτώχια του σπιτιού τους που την έπνιγε με τη βαριά μυρωδιά του ξεπεσμού του. Είχαν παραφτωχύνει τώρα ύστερα! Μα ό,τι κι αν συνέβαινε πάλι, θα του ξανάλεγαν πως μόνο ο ίδιος ήταν παραίτιος, γιατί είχε καταστρέψει την οικογένεια… Τι βάρος ήταν οι θυγατέρες… Ήθελαν παντρειά και σε τι στιγμή! Δεν έβλεπαν λοιπόν τίποτα άλλο μπροστά τους…

Άξαφνα ο γέρος παρηγορήθηκε. Τούτος ο θάνατος ήταν για τους Οφιομάχους ένα χαμόγελο της Τύχης! Ας εγινότουν τουλάχιστο πλούσιος ο Γιώργης! Γιατί τέλος πάντων δε θα την έπαιρνε την κυρία Βαλσάμη; Ο Γιώργης ήτανε νέος προκομμένος, άνθρωπος με γνώση, με υπόληψη στον τόπο, τώρα θα ’χε και τα πλούτη. Το σπίτι εσηκωνότουν πάλι. Η Ευλαλία είχε παρηγορηθεί κι αυτή, ημπορούσε να ελπίζει κάτι και για το Σπύρο, αν όχι σήμερα, σε λίγον καιρό… ήτανε τόσοι αρχοντομάχοι, τόσοι νιόφερτοι ξένοι που δεν ήξεραν πούθε βαστάει η γούνα τους και που ήθελαν ωστόσο να δώκουν τες θυγατέρες τους σε αρχοντικά σπίτια. Αλήθεια τάχα δεν άξιζαν τίποτα οι παλαιές δόξες, γιατί τες είχε καταργήσει το Ελληνικό σύνταγμα; Πιφ! Ας έφευγε, αφού το ’θελε ο ξιπασμένος νέος, ο γιος του κυρίου Αρκούδη, του κυρίου Αρκούδη. Ας πήγαινε όπου ήθελε! Τώρα θα βρισκόνταν κι άλλοι κι άλλοι για τη Λουίζα, μόνο ας έφευγε γλήγορα. Δεν την κυνηγούσαν τα γεράματα. Θα ειδοποιούσε όμως απόψε τη γυναίκα του. Κι ας μιλούσε εκείνη με τη Λουίζα.

Έφτασαν τώρα στην εκκλησία κι υποχρεώθηκε στην πόρτα να σταματήσει. Εκεί τον εσίμωσε ο γιος του ο Σπύρος και του ’πε με τη νυσταγμένη φωνή του και μ’ ένα χαζό χαμόγελο, πως ο γιατρός Στεριώτης, ο γαμπρός του, είχε κιόλας μιλήσει του κυρίου υπουργού για τη θέση του και μάλιστα για δεύτερη φορά εκεί στην κηδεία και ο κύριος υπουργός είχε δώκει το λόγο του. Δεν μπορούσε να λέει ψέματα ένα τέτοιο υποκείμενο, αφού ήξερε μάλιστα πως οι Οφιομάχοι είχαν κάποια επιρροή στην εξοχή τους και μάλιστα αυτός ο ίδιος ο Σπύρος, που οι χωριάτες τον αγαπούσαν!

Μα ο γέρος τον εκοίταζε σα να μην επίστευε. Δεν εχαιρότουν καθόλου από αυτήν την είδηση. Η ιδέα πως τα παιδιά του θα ’παιρναν θέση από ανάγκη δεν του άρεσε καθόλου. Η εργασία του φαινότουν καταβιβασμός∙ αλλά εσυλλογίστηκε πάλι πως οι εποχές είχαν αλλάξει και πως έπρεπε κανείς να συμμορφωθεί. Μόνο η θέση που εθήρευε ο γιος του δεν του άρεσε: ήταν πάρα μεγάλη η διαχείριση. Τετράδια, χρυσαφικά, πράματα πολύτιμα, πολύ εύκολη η κλοπή τους. Ημπορούσε ο Σπύρος να γελαστεί κάποια μέρα να δώκει εμπιστοσύνη σε κάποιον, ήξερε κανείς… κι ο χαρακτήρας του δεν ήταν ούτε πλιο δυνατός. Θα του τα ’λεγε αυτά του Σπύρου. Δεν θα ’πρεπε να δεχτεί τόσο βάρος! Μα ας έκανε πάλι ό,τι ήθελε!

Είχαν μπει στη φωτολουσμένη εκκλησία κι είχαν μείνει πατέρας και γιος σιμά και οι δυο τους. Ο Οφιομάχος ανέβηκε σ’ ένα στασίδι. Οι ψάλτες άρχιζαν τα μονότονα τροπάρια τους. Ο Σπύρος τον εκοίταζε περιμένοντας την απάντησή του, θέλοντας ίσως να φχαριστήσει τον υπουργό από μέρος του. Αλλά του εσήκωσε αδιάφορα τες πλάτες στραβώνοντας λίγο το στόμα του και κοιτάζοντάς τον κατάματα.

Έσκυψε έπειτα και τον έπιασε από τον ώμο, του ’δειξε με το κεφάλι τον τραπεζίτη Αρκούδη και του ’πε στ’ αυτί:

-Ο γιος του, ο κυρ Γουλιέλμος μας ξενιτεύεται, λέει, για την Αγγλία, θα πάει στη Λόντρα, λέει, να συστήσει κι εκεί ένα Γραφείο!

-Μπα! του ’πε ο Σπύρος. Μα εγώ το ξέρω από μέρες. Θα πάρει εκεί και τη Λουίζα.

-Πώς το ξέρεις; τον ερώτησε θυμώνοντας και ανοίγοντας τα μάτια του.

-Το ’γραψε της Λουίζας. Αυτή μου ’δειξε το γράμμα! Μα γιατί θυμώνεις μπροστά στον κόσμο; Είναι τόσο καλός ο Γουλιέλμος, τόσο τίμιο παιδί!

-Τώρα που θα πάμε σπίτι, τον εφοβέρισε χάνοντας ολομεμιάς το χρώμα του και θυμώνοντας ακόμη περισσότερο, γιατί δεν μπορούσε να ξεθυμάνει αμέσως, θα ιδείτε! Θα κάμω πράματα τεράστια. Νοικοκυραίοι εσείς ε! Πριν πεθάνω…ε…

Όλην την ώρα της ακολουθίας ήταν ανήσυχος. Ο κόσμος άρχιζε να τον κοιτάζει. Δεν μπορούσε να μείνει στη θέση του, ανυπομονούσε, εκοίταζε γύρω του, έσιανε ακατάπαυτα την παλιά ρεδιγκότα του. Εκείνο που δεν ημπορούσε να το υποφέρει, εκείνο που τον όργιζε, που τον έκαμε τρελό, που τον έκαμε κακόν άνθρωπο, που τον έκαμε να λησμονήσει κάθε αγάπη, κάθε του φταίξιμο, τη θέση του, την αξιοπρέπειά του, ήταν το να γίνεται κάτι στο σπίτι του χωρίς αυτός να το ξέρει! Αυτήν τη βραδιά, τώρα που θα πήγαινε σπίτι ή θα ξεθύμαινε ή θα ’σκαζε! Δεν ήξερε ούτε αυτός τι θα ’κανε!

Τέλος η ακολουθία ετελείωσε. Εβγήκε από την εκκλησία, ακολουθώντας τον επίλοιπον κόσμο, μα δεν ηθέλησε να συνοδέψει το λείψανο στο κοιμητήριο με την πρόφαση πως θα κουραζότουν κι επήγε βιαστικός στο σπίτι. Ήθελε να μιλήσει με τη γυναίκα του και με τη Λουίζα. Τι ήταν πάλι αυτά που του ’πανε!

Στο σπίτι δεν ήταν κανένας ακόμη. Δεν είχαν ξανάρθει από το ξόδι. Εβάλθηκε να περπατεί απάνω κάτω στο θλιβερό του γραφείο ρίχνοντας θυμωμένες ματιές στο σιδεροαρματωμένον πολεμιστή, τους αρχόντους με τες λευκές περούκες, στες ωραίες κυρίες που εγλυκοχαμογελούσαν μέσαθε από τες κορνίζες τους κι όλο έλεγε τα παράπονά του, όλο έκλαιγε τη σημερινή του τη φτώχια, τα φαρμάκια που ’χε δοκιμάσει και τον άλλον ξεπεσμό που τον επρόσμενε σήμερα με τη Λουίζα. Αυτός έπρεπε τώρα να λογαριάζει καλά κάθε δεκάρα πριν την ξοδέψει, γιατί ο γιατρός Στεριώτης που θα διαχειριζότουν την περιουσία του ως να πληρωθούν τόσα χρέη δε θα του περνούσε παρά ό,τι του ήταν ολότελα χρειαστό για τη συντήρησή τους. Η καταστροφή ήταν χειρότερη απ’ ό,τι την υπολόγιζε. Εχρειαζόνταν χρόνια, εργασία και καλή διαχείριση για να ’ρθουν τα πράματα στη θέση τους. Έτσι του ’χε πει ο γιατρός Στεριώτης. Κι είχε παραγγείλει καινούρια κατάστιχα, είχε αρχίσει να ειδοποιεί με γράμματα τους χωριάτες, είχε ανοίξει είκοσι δίκες χωρίς να λογαριάζει τα έξοδα και τον κόσμο που δυσαρεστούσε. Αυτός επήγαινε αποφασιστικά στο έργο, δεν είχε καμιά από τες αδυναμίες των Οφιομάχων, καμιά πατροπαράδοτη συμπάθεια για τους χωριάτες… Ήξερε καλά πως η ζωή είναι αγώνας και πως ο πλιο αδύνατος έπρεπε να σκύφτει μπροστά στον πλιο δυνατόν και να τον δουλεύει.

Τέλος άκουσε στες σκάλες τα πατήματά τους. Δεν εβιαζόνταν ν’ ανέβουν. Άκουσε τη φωνή της Λουίζας και το γέλιο της, άκουσε με αντιπάθεια έναν αναστεναγμό της γυναίκας του που την εκούραζαν οι σκάλες και θυμώνοντας πάλι εμούντζωσε με τα δυο χέρια την πόρτα. Φυσικά αυτή έφταιγε σήμερα. Πώς μπορούσαν αυτή κι η κόρη της να δώκουν τόση πίστη στα λόγια ενού νέου, που ήταν ακόμη παιδί και που βέβαια δεν είχε άλλη ιδέα στο νου του παρά να διασκεδάσει; Γιατί δεν είχε λίγο περισσότερο μυαλό αυτή η γυναίκα του; Και γιατί του βαστούσε μυστικά αυτήν τη σκέση της θυγατέρας του; Κι ηθέλησε να θυμηθεί με κακία όσα σκάνταλα ήξερε του σπιτιού της γυναίκας του, κάποιες θειες της, αδερφές του παππού της και της μητέρας της, που ’χαν η καθεμιά και την ιστορία της… Δεν είχαν λησμονηθεί με το θάνατό τους… Οι Άγγλοι αρμοστές, οι Άγγλοι αξιωματικοί κι άλλοι άνθρωποι ντόπιοι εγλεντούσαν περίφημα μ’ εκείνες. Τα ’ξερε όλα τα παλαιά ο γέροντας. Και σ’ αυτές τες γυναίκες επήγαινε να μοιάσει η Λουίζα, για να ανανεώνεται έτσι η παλαιά συνήθεια.

Ήταν αργά τώρα. Έκαμε ακόμη έναν περίπατο στο θλιβερό του γραφείο που εσκοτείνιαζε, για να τους δώκει τον καιρό ν’ ανεβούν απάνου και ν’αλλάξουν τα ρούχα τους κι επετάχτηκε τέλος βιαστικός στες σκάλες. Δεν εβαστιότουν πλια. Εμπήκε στην τραπεζαρία. Τώρα τες είχε μπροστά του στην εξουσία του, τώρα θα ’βλεπαν. Τα γέρικα μάτια του έβγαζαν σπίθες, καθώς τα ’στρεφε αποδώ κι αποκεί. Έσιαξε την παλιά ρεδιγκότα του, το στόμα του ήταν αφρισμένο στην άκρη, το κεφάλι του σκυμμένο περισσότερο.

Και οι δυο γυναίκες εκατάλαβαν πως κάτι ασυνήθιστο συνέβαινε πάλι κι εκοίταξαν ανήσυχες η μία την άλλη κι εφοβηθήκαν μαζί κι οι δύο μην είχε τρελαθεί. Μα ωστόσο ο γέρος εφώναζε μπαίνοντας αμέσως στο θέμα:

-Τι είναι αυτά που κάνετε εσείς οι δύο, μάνα και θυγατέρα, χωρίς εγώ να τα ξέρω; Τι είναι αυτά; Αχ, αχ! Ποιος σας είπε να ντροπιάζετε τα μαλλιά μου τ’ άσπρα! Ναι τα γεράματά μου! Δεν είχα άλλο στον κόσμο παρά μια υπόληψη κι ήτανε στα χέρια σας και με κάνετε να κοκκινίζω. Μα ποιος σας το ’πε, ε;

-Τι έχεις; του ’πε σιγά, σα φοβισμένη, η μητέρα.

Δεν της απάντησε παρά εβάλθηκε να περπατεί στη μεγάλη την κάμαρα ανοίγοντας το βήμα του, μ’ ανήσυχη πνοή, κόκκινος στο πρόσωπο, με φουσκωμένες τες φλέβες στα μηλίγγια. Τώρα δεν ήξερε πάλι πώς ν’ αρχίσει, για να τους πει τες ντροπές τους, όλες τες ντροπές που του ’κρυβαν, σύμφωνοι όλοι εκεί μέσα! Τέλος εφώναξε τρομερός:

-Οι θυγατέρες σου, Μαρία, οι θυγατέρες σου έμοιασαν στες παλαιές σου! Εκείνης της θειας σου που ’καμε τη ντροπή με τον Αρμοστή και που την πήρε μαζί του στην Αγγλία, στες Ίντιες, Πέρσιες δεν ξέρω πού! Ε, αυτές τες δόξες θυμόσαστε εσείς ακόμη με καμάρι! Τα ξέρει ο κόσμος τα ιστορικά σας! Και τώρα πασκίζεις να βάλεις σ’ αυτόν το δρόμο τες θυγατέρες σου! Αχ, αχ!

-Έλα στα συγκαλά σου. Πού είσαι! του ’πε πειραγμένη κατάκαρδα η γυναίκα του. Μη φωνάζεις έτσι! Μην κάμεις χάρισμα ρεζίλι το σπίτι σου. Στο δρόμο περνάει κόσμος.

Κι η φωνή της έτρεμε και τα δάκτυλά της επλεκόνταν κι εξεπλεκόνταν πάνω στα γόνατά της.

-Να ζω ακόμα, ξαναφώναξε ο γέρος, και να λαβαίνουν ραβασάκια οι θυγατέρες μου και να μην το ξέρετε όλοι σας! Μα τι είναι αυτά; Και να τα δέχεσαι εσύ, Λουίζα! Μα γιατί, μα γιατί; Ποιος σου ’δωσε αυτήν την άδεια; Η μάνα σου; Μα χωρίς να με ρωτήσει! Λοιπόν εδώ μέσα δεν είμαι τίποτα; Χωρίς να μου ειπεί ένα λόγο; Μα γιατί έτσι; Γιατί με ντροπιάζετε;

Δεν του απάντησαν κι ο γέρος ξακολούθησε σηκώνοντας τη φωνή:

-Αφού είσαστε έτσι, να και γω τι θα κάμω! Ούτε μια κλωστή δε σου δίνω προίκα, γιατί ετόλμησε να σε πειράξει στο σπίτι μου, χωρίς εγώ να ξέρω, αυτό, ένα χωριατόπαιδο. Μας κάνει και τον Εγγλέζο ε! ε! ε! (Και μ’ όλο του το κορμί εμιμήθηκε τα κινήματα του Γουλιέλμου). Ας ξαναφέρει εδώ τα μούτρα του και να τον ιδείς, αν θα φύγει για τη Λόντρα. Τόνε συγυρίζω εγώ! Ο πατέρας του όμως δε σε θέλει. Τ’ ακούς; Γι’ αυτό τόνε στέλνει στη Λόντρα. Μα ας πατήσει εδώ και βλέπει! Θα περάσει καλά μαζί μου κι ας είμαι γέροντας. Αλλά δε θα σε πάρει κι αν τρως τα σίδερα! Ακούς;

Και τα τελευταία λόγια τα ’πε φωνάζοντας τόσο, που τα μέταλλα αντιλάλησαν σ’ εκείνην την κάμαρα. Ήθελε να φωνάξει κι άλλο, αλλά ολομεμιάς εκατάλαβε πως ο θυμός του δεν άφηνε να βγαίνει η φωνή από το λαρύγγι του κι αυτό τον απέλπισε. Η οργή του εγένηκε λύσσα.

Η Λουίζα ωχρή ομπρός του δεν του απαντούσε και φαινότουν να περιπαίζει τα λόγια του μ’ ένα της χαμόγελο, που ’λεγε πως ήξερε να κάνει ό,τι ήθελε, πως θα ’παιρνε το Γουλιέλμο Αρκούδη, αν ήθελε, πως εκείνη όριζε τον εαυτό της και πως τίποτα δεν την εμπόδιζε. Την εκατάλαβε. Ερίχτηκε καταπάνου της για να την αδράξει από τα μαλλιά, αλλά δεν επρόλαβε να την πιάκει, γιατί εύκολα του ’φυγε από τα χέρια κι επήγε κι εκλείστηκε στην κάμαρά της…

Κι ο γέρος έπεσε τότες ξεφρενιασμένος στον παλιό καναπέ. Τα μάτια του εγέμισαν δάκρυα κι ένα αναφιλητό εβγήκε από το στήθος του. Μα η γυναίκα του τώρα τον επλησίασε μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη και μ’ ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού της και του ’πε γλυκά:

-Είναι περιττό, πού είσαι, να υποφέρνεις τόσο πολύ και να συγχύζεσαι τόσο… Δεν έχω τα μάτια εγώ ανοιχτά; Δεν εγίνηκε τίποτα, δεν ήξερε τίποτα η Λουίζα. Της έγραψε. Δεν απάντησε και δε θ’ απαντήσει∙ γιατί θα σου ’κρυβα τα μυστικά του σπιτιού σου;

-Σε γελάει ως κι εσέ, της απάντησε αγριοκοιτάζοντάς την. Η Λουίζα έμοιασε στο αίμα σου. Θα τελειώσει κακά! Κι εσηκώθηκε συγχυσμένος, σιάνοντας την παλιά ρεδιγκότα του, για να ξανακατεβεί στο γραφείο του.

-Πού είσαι; του αποκρίθηκε η κυρία του, πώς μπορείς κι είσαι τόσο άδικος;

 

 

 



[1] αυξανόταν

[2] χρεοκοπημένος

 

 

 

 

 

  10ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA