Μικέλης Άβλιχος
Στίχοι του πειρασμού
Απ' όλες τσι εφεύρεσες του νου
εκείνη για τη μέλλουσα ζωή :
να σε φυτεύουνε κουκί στη γή
κουκιά να ξεφυτρώνεις τ' ουρανού
και τέχνες κι επιστήμες βάνει κάτου
με τη γεωπονία του θανάτου.
Και μ’ όλα τούτα, αγαπητέ μου Τρέκα
(που τόση έχεις στους στίχους μου στοργή)
πολύ φοβούμαι, μην η Θεία Οργή
αφήσει εμάς, σαν ασεβείς, στα σέκκα
Και πέσει λύκος* στο φτωχό κουκί μας
και πάει τότε αμόντε η φύτεψή μας.
Σημείωση Ν.Σ.: Το ποίημα το πήρα από αφιέρωμα στον Αβλιχο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νουμάς»
(που ήταν το εκφραστικό όργανο του μαχόμενου δημοτικισμού) το 1920, δηλαδή τρία
χρόνια μετά το θάνατο του Άβλιχου. Στο περιοδικό υπάρχει η υποσημείωση ότι:
λύκος σημαίνει παράσιτο.
Ωστόσο, για τον σημερινό αναγνώστη ίσως χρειάζεται να εξηγηθούν και μερικές ακόμα φράσεις. Το "να μας αφήσει στα σέκκα" που εικάζω ότι είναι κεφαλονίτικος ή επτανησιακός ιδιωματισμός από τα ιταλικά, θαρρώ ότι σημαίνει περίπου "να μας αφήσει στα κρύα του λουτρού". Ποιος είναι ο Τρέκας που ριμάρει με τα σέκκα δεν το ξέρω. Το "πάει αμόντε" είναι κι αυτό από τα ιταλικά αλλά δεν είναι σκέτο επτανησιακό και λεγόταν μέχρι πρόσφατα. Σημαίνει "πάει στράφι".
Επιστροφή